Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΙΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 25 Μαΐου 2016]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΙΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

Για τη γενικευμένη χρεοκοπία ευθύνεται κυρίως το κομματοκρατικό ολιγαρχικό σύστημα και συνεπώς αυτό πρέπει να αλλάξει και να εκδημοκρατισθεί. Η αλλαγή πρέπει να είναι ριζική σε  θεσμούς, δομές, νόμους, Σύνταγμα.  Όσο δεν γίνεται εκδημοκρατισμός τόσο η κοινωνία βυθίζεται στην παρακμή και η οικονομία στην ύφεση. Εκδημοκρατισμός σημαίνει συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον έλεγχο της εξουσίας. Ένας σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας για την αλλαγή αυτή είναι η διαδεδομένη αγοραία αντίληψη πως ο μόνος πολιτικός δρόμος είναι οι εκλογές και τα κόμματα Η αντίληψη αυτή είναι βαθύτατα αλλοτριωτική και αντιδημοκρατική: ενισχύοντας τα κόμματα ενισχύεται η ολιγαρχία και η πολιτική ετερονομία, διότι, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση είναι οι βάσεις και τα στηρίγματα της ολιγαρχίας.
Από την άλλη, μπορεί οι ψηφοφόροι να δίνουν το δικό τους νόημα στην ψήφο τους, όμως οι «αντιπρόσωποι» ούτε γνωρίζουν αυτό το νόημα ούτε θέλουν να το γνωρίσουν, άρα δεν το λαμβάνουν υπ’ όψιν, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από όλες τις κυβερνήσεις, καθώς και από αυτήν της Αριστεράς. Τελικώς η ψήφος λαμβάνει ένα και μόνο νόημα: την κατάφαση στην αντιπροσώπευση, στην κομματοκρατία και στην πολιτική ετερονομία.
 Η δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει στο μέλλον αν κάποιοι δεν προσπαθήσουν στο παρόν. Το μέλλον που ονειρευόμαστε υπάρχει στο παρόν, στην πράξη μας. Εάν δεν υπάρχει τώρα δεν υπάρχει ούτε αύριο. Όταν το σκεφτόμαστε  θεωρητικώς και το εγκαταλείπουμε πρακτικώς, αναθέτοντάς το σε κόμματα και «αντιπροσώπους», τότε ουσιαστικώς  το καταργούμε - ακυρώνουμε την επιθυμία μας. Το μέλλον δεν είναι αποτέλεσμα μόνο σκέψης, αλλά κυρίως δράσης, κυοφορείται στις πράξεις του παρόντος. Ανήκει σε αυτούς που το δημιουργούν, όχι σε αυτούς που περιμένουν και αδρανούν, που το εκχωρούν σε άλλους. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης τονίζει πως το μέλλον δεν είναι για να το σκεφτόμαστε αλλά για να το πράττουμε.  Πράττουμε σήμερα αυτό που θέλουμε να υπάρξει αύριο - αυτή είναι η απαραίτητη συνθήκη κάθε δημιουργίας, άρα και της δημοκρατίας.
Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για το πολιτικό πεδίο, το οποίο απεχθάνεται το κενό, απαιτεί και επιβάλλει την πράξη.  Όταν δεν υπάρχουμε εμείς, υπάρχουν οι άλλοι, η ολιγαρχική εξουσία, oι γραφειοκράτες, η οικονομική αυθαιρεσία. Συνεπώς, ο στόχος για τη δημοκρατία δεν μπορεί να υποτάσσεται σε τακτικισμούς που εξυπηρετούν την ετερονομία της αντιπροσώπευσης. Στη δημοκρατία δεν φθάνουμε μέσα από την ολιγαρχία, μέσα από αντιλήψεις και πράξεις ολιγαρχικές, μέσα από θεσμούς και νόμους ολιγαρχικούς. Αν ίσχυε το αντίθετο τότε θα ζούσαμε σε μία διαρκή  χαρούμενη δημοκρατική κατάσταση. Στη δημοκρατία φθάνουμε μόνο μέσα από τη δημοκρατία, μέσα από πράξεις και εκπαιδεύσεις δημοκρατικές. Όπως ακριβώς στην ελευθερία φθάνουμε μόνο μέσα από την ελευθερία, όχι μέσα από δουλεία και υποταγή. Εάν η δημοκρατία χρειάζεται μία εκπαίδευση τότε αυτή δεν είναι η ολιγαρχική - η δημοκρατία δεν διδάσκεται μέσα από κόμματα και εκλογές, μέσα από αντιπροσωπεύσεις και αναθέσεις. Με άλλα λόγια, όσο δεν μπορούμε να πραγματοποιούμε εμείς οι ίδιοι την ιστορία μας, να δημιουργούμε ελεύθερα τους νόμους, να είμαστε η πηγή των σημασιών και των θεσμών, η ανάθεση σε «αντιπροσώπους» απομακρύνει ακόμη πιο πολύ τον στόχο της δημοκρατίας.   
Αυτό που τελικώς καθορίζει και δίνει μορφή στο άτομο δεν είναι τόσο οι σκέψεις του, οι επιθυμίες  ή οι φαντασιώσεις του όσο οι πράξεις του. Είμαστε και γινόμαστε αυτό που πράττουμε. Συνεπώς, στον πολιτικό χώρο όταν ψηφίζουμε είμαστε ψηφοφόροι και τίποτε άλλο. Οι ψηφοφόροι όμως είναι παθητικά ενεργούμενα και όχι πολίτες. Το ζήτημα είναι να γίνουμε πολίτες, να συμμετέχουμε στην εξουσία. Προς τούτο πρέπει να αλλάξουμε τους ισχύοντες θεσμούς. Αυτό μπορούμε να το επιτύχουμε μόνο σε μία περίπτωση: όταν δεν είμαστε οι θεσμοί, όταν δεν έχουμε εσωτερικεύσει τις κυρίαρχες σημασίες και τους θεσμούς. όταν υπάρχει μια απόσταση ανάμεσα σε εμάς και τους θεσμούς, σε εμάς και τις σημασίες του ολιγαρχικού συστήματος. Αυτή είναι η μόνη συνθήκη που μας επιτρέπει να σκεφθούμε διαφορετικά, να πράξουμε διαφορετικά για τον εκδημοκρατισμό του αποτυχημένου συστήματος.
Η βασική δημοκρατική αρχή  πραγματοποιείται όταν η κοινωνία έχει τη δυνατότητα να εκφρασθεί. Αυτό όμως γίνεται μόνο μέσα από θεσμούς. Η κοινωνία δεν μπορεί να παράσχει στον εαυτό της οτιδήποτε παρά μόνο μέσα από θεσμούς. Τέτοιοι θεσμοί σήμερα δεν υπάρχουν. τα κόμματα, οι εκλογές, οι αντιπρόσωποι και τα κοινοβούλια δεν επιτρέπουν στην κοινωνία να εκφρασθεί και να συμμετάσχει, διότι ως όργανα του ολιγαρχικού συστήματος, εμποδίζουν, αλλοτριώνουν και αλλοιώνουν τη βούλησή της. Μόνο μέσα από την πολιτική κοινωνική αυτοθέσμιση, μέσα από θεσμούς που θα ιδρύσει η ίδια η κοινωνία θα μπορέσει αυτή να ενημερωθεί ουσιαστικά, να εκφρασθεί, να διαβουλευθεί, να αποφασίσει, να γίνει δηλαδή υπεύθυνη.  Προς τον σκοπό αυτό δεν αρκούν μόνο οι διαδηλώσεις, οι πορείες, οι απεργίες που προτείνονται από την Αριστερά, ούτε  η αλλαγή κυβερνήσεων και προσώπων μέσα στο υπάρχον θεσμικό ολιγαρχικό πλαίσιο. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά η ολιγαρχία μένει. Χρειάζονται ριζικές αλλαγές στη νοοτροπία, στο φαντασιακό, στον τρόπο ζωής, στο αξιακό πλαίσιο, στις σημασίες που οργανώνουν τον κοινωνικό και πολιτικό βίο. Χρειάζεται το πρόταγμα της δημοκρατίας.
 
               

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΞΑΝΑ

[Αναρτήθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 20 Μαΐου 2016]



Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΞΑΝΑ
           
            Για πρώτη φορά στην Ελλάδα πραγματοποιείται ένα Διήμερο με θέμα «Άμεση δημοκρατία και αυτοδιαχείριση».[1] Το γεγονός είναι πολύ σημαντικό αν ληφθεί υπ’ όψιν πως από το 2011, που έγιναν οι μεγάλες και ιστορικές πλέον κινητοποιήσεις με τις Λαϊκές Συνελεύσεις στις πλατείες της χώρας για «άμεση δημοκρατία», μέχρι σήμερα δεν έγινε κάτι το ιδιαιτέρως αξιόλογο για το ζήτημα αυτό σε δημόσιο χώρο. Οι λόγοι γι αυτήν την απουσία ήταν ποικίλοι. Ο κυριώτερος ήταν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 με αντιμνημονιακές υποσχέσεις και παροχολογίες προς όλους, με δημαγωγίες, λαϊκισμούς και καλλιέργεια απατηλών ελπίδων κατάφερε να κερδίσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, να το αποπροσανατολίσει, με συνέπεια να υποχωρήσουν οι κοινωνικοί-πολιτικοί αγώνες και να υπάρξει ανοχή απέναντι στην «αριστερή» προοπτική.
            Φυσικά όταν ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτισε κυβέρνηση με τους δεξιούς εθνικιστές του ψεκασμένου Καμμένου, δεν πραγματοποίησε τίποτα από όλα όσα υποσχέθηκε, ούτε βελτίωσε στο παραμικρό την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας εξ αιτίας της χρεοκοπίας. Επί πλέον με την αποτυχημένη τακτική του, την εξωπραγματική στρατηγική του στις λεγόμενες διαπραγματεύσεις και με άτομα εγωκεντρικά, υπερφίαλα και ανίκανα οδήγησε σε ακόμη χειρότερες καταστάσεις με το προβληματικό εκτονωτικό δημοψήφισμα και τα capitals controls.
            Αποδείχθηκε πως η ελληνική κοινωνία είχε ανάγκη για μία ακόμη φορά να πιστέψει σε μύθους και μεσσίες. Είχε ανάγκη ίσως να δοκιμάσει, για πρώτη φορά, μία κυβέρνηση της λεγόμενης Αριστεράς. Τώρα η αποτυχία της δημιουργεί αισθήματα απογοήτευσης, ματαίωσης, απελπισίας και κατάθλιψης. Σε αυτές τις συνθήκες το ερώτημα που τίθεται είναι: αφού  όλοι οι τρόποι του αντιπροσωπευτικού συστήματος έχουν δοκιμασθεί και αποτύχει, τι απομένει να γίνει; Τι θα κάνει η κοινωνία; Θα επιστρέψει πάλι στα αποτυχημένα κόμματα, επιδεικνύοντας αθεράπευτο μαζοχισμό; Θα στραφεί με συναισθηματική και πολιτική ανωριμότητα στην νεοναζιστική βαρβαρότητα ανοίγοντας τον δρόμο στο πολιτιστικό και πολιτικό σκότος;  Ή θα ανοιχθεί στη δημοκρατική προσπάθεια δημιουργώντας θεσμούς ελευθερίας και ισότητας;
            Η πρωτοβουλία ατόμων και συλλογικοτήτων που ξεκίνησε την προσπάθεια για τη διοργάνωση του Διημέρου πιστεύει σαφώς στην τρίτη εκδοχή, στη δημοκρατική προσπάθεια, όπως δηλώνεται στην Πρόταση πλαισίου αρχών που αυτή επεξεργάσθηκε:
             «Στις σημερινές δύσκολες συνθήκες που βιώνουμε ως κοινωνία μιας χρεοκοπημένης χώρας, η επιτακτική ανάγκη είναι ο προσανατολισμός για έξοδο από αυτές. Οι απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, προήλθαν από το κυρίαρχο πολιτικό-οικονομικό σύστημα που οδήγησε στην χρεοκοπία. Το σύστημα αν και αποκαλείται δημοκρατικό, εν τούτοις είναι ολιγαρχικό, διότι κυβερνούν οι ολίγοι, και όχι οι πολλοί, όχι η κοινωνία. Μία πολιτική ελίτ νομοθετεί προς όφελος των ολίγων ισχυρών, τραπεζών, επιχειρηματιών, κεφαλαιοκρατών και ΜΜΕ. Αυτό το ολιγαρχικό πολιτικο-οικονομικό σύστημα έχει αποτύχει, αλλά δεν έχει καταρρεύσει. Είναι πάντοτε παρόν και συνεχίζει την πορεία της καταστροφής με όλες τις κυβερνήσεις, της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς.
            Η ανάγκη λοιπόν για ριζική αλλαγή του αποτυχημένου πολιτικού οικονομικού συστήματος είναι εμφανής. Μία αλλαγή που θα αγκαλιάσει όλους τους κοινωνικούς τομείς: οικονομική διαχείριση, κοινωνικούς  και πολιτικούς θεσμούς, αξιακό σύστημα και ιδεολογία. Τίθεται έτσι σαφώς το ζήτημα ενός άλλου δρόμου, του δρόμου  της άμεσης δημοκρατίας και της αυτοδιαχείρισης».  
            To καίριο ζήτημα προφανώς είναι πώς μπορεί να γίνει αυτή η δημοκρατική προσπάθεια, πώς θα ανοιχθεί και θα χαραχθεί ο δρόμος προς την άμεση δημοκρατία. Εάν άμεση δημοκρατία σημαίνει την αυτοκυβέρνηση της κοινωνίας - «να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας», όπως διακήρυξαν οι πλατείες το 2011 - αυτό δεν μπορεί να γίνει με τους παραδοσιακούς αποτυχημένους τρόπους του ολιγαρχικού κομματοκρατικού συστήματος. Ούτε με επαγγελματίες αντιπροσώπους και γραφειοκράτες πολιτικούς. Ούτε με τα κόμματα, τις αποτυχημένες ιδεολογίες και πρακτικές της Αριστεράς, η οποία απέδειξε πολλές φορές πως είναι, όχι μόνο ανίκανη να συλλάβει τις απαιτήσεις των καιρών, αλλά επί πλέον αντίθετη στον αυτοκαθορισμό των κινημάτων, αντίθετη στην αυτονομία και στην άμεση δημοκρατία. Η αυτοκυβέρνηση της κοινωνίας μπορεί να γίνει μόνο μέσω συνελεύσεων με την ισότιμη και ελεύθερη συμμετοχή όλων. Η Πρόταση δηλώνει σαφώς πως:
            «Η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνο μέσα από τον αγώνα της κοινωνίας, με την αυτοσυγκρότησή της σε αυτόνομο πολιτικό υποκείμενο, με αυτοοργάνωση και άμεση συμμετοχή, χωρίς ανάθεση σε κόμματα και αντιπροσώπους. Έτσι όμως τίθεται το ζήτημα της πολιτικής, διότι πολιτική δεν είναι τα κόμματα, οι εκλογές, η γραφειοκρατία και η αντιπροσώπευση – αυτά αποτελούν ακύρωση και αναίρεσή  της. Πολιτική είναι όταν η κοινωνία αυτοκαθορίζεται, αμφισβητεί τους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς και αγωνίζεται για άλλους, που εξασφαλίζουν τα κοινά αγαθά, την ισότητα, την ελευθερία, τη συμμετοχή, την αυτοδιαχείριση και την άμεση δημοκρατία».        
            Βασικός μοχλός στην ανάδυση της δημοκρατικής πολιτικής μπορεί να είναι η δημιουργία ενός διακριτού κοινωνικού πολιτικού πόλου που θα συμβάλει στην δημιουργία ενός αμεσοδημοκρατικού κινήματος, όπως άλλωστε τονίζει η Πρόταση. Πολιτικός πόλος δεν σημαίνει κόμμα ούτε οργάνωση με την παραδοσιακή έννοια, αλλά ένα δίκτυο ή μία κίνηση ανοικτή, χωρίς γραφειοκρατία και ιεραρχία που θα έχει ως κύριο όργανο τη συνέλευση των συμμετεχόντων. Η ανάγκη για ένα τέτοιο πόλο είναι επιτακτική διότι οι ιδέες της άμεσης δημοκρατίας και οι πρακτικές της αυτοδιαχείρισης δεν έχουν προς το παρόν κεντρική έκφραση στον δημόσιο χώρο. Όμως όπου δεν υπάρχουμε εμείς κυριαρχούν οι άλλοι. Εάν δεν υπάρξει ο διακριτός πόλος τότε η Αριστερά θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται προς όφελός της τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, να τους κεφαλαιοποιεί για κομματικές και εκλογικές ιδιοτέλειες. Οι εργασίες του Διημέρου είναι ίσως η προσπάθεια να ξαναρχίσει συλλογικά στον δημόσιο χώρο  η συζήτηση που διακόπηκε το 2012, να γίνει επανασύνδεση με το θολωμένο  όραμα και τον ματαιωμένο διάλογο, η προσπάθεια να δέσουμε το κομμένο νήμα και να συνεχίσουμε. Απαλλαγμένοι πια από αυταπάτες αναθέσεων και αντιπροσωπεύσεων, από αριστερές ψευδαισθήσεις. Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εμείς, ποιοί;


                                           


[1] Στη Νομική Σχολή Αθηνών, 21-22 Μαΐου 2016. Η «Πρόταση πλαισίου αρχών» της Ανοικτής Οργανωτικής Επιτροπής και το Πρόγραμμα του Διημέρου βρίσκονται στο amesidimokratiaftodiaxirisi.blogspot.com.