Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

ΜΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 21 Αυγούστου 2018]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας


 ΜΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ 


            Η μέχρι τώρα πορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της ΝΔ έχει δείξει  τις μεγάλες ελλείψεις του ως πολιτικού. Τα μόνα στοιχεία που διαθέτει είναι η δημαγωγία, ο λαϊκισμός, ο εθνικισμός, η εκλογολογία, η ευτελής ρητορεία, ευφυολογήματα εμπνευσμένα από τον Αρκά, η στείρα αντιπολίτευση δίχως κάποιο ουσιαστικό επιχείρημα, δίχως κάποια εποικοδομητική πρόταση και συζήτηση. Με τέτοια στοιχεία όμως δεν γίνεται ουσιαστική πολιτική που έχει ανάγκη η χώρα, η οποία βρίσκεται σε κατάσταση χρεοκοπίας εδώ και 10 έτη, το δε μέλλον της είναι αβέβαιο. Στα μεγάλα και δύσκολα προβλήματα ο Μητσοτάκης δεν έχει καμία απάντηση, ούτε πρόγραμμα πειστικό ούτε αρχές που προάγουν μία πολιτική κοινωνία και διασφαλίζουν δικαιώματα και ελευθερίες. Με κενή πολιτική και πομπώδη ρητορεία το μόνο βέβαιο είναι η επιδείνωση, όχι μόνο της οικονομίας, αλλά και της γενικώτερης κατάστασης της κοινωνίας.
            Από την άλλη ένα ανησυχητικό στοιχείο είναι η κολακεία και η προστασία εκ μέρους του των πιο αντιδραστικών στοιχείων του χώρου της ακροδεξιάς όπως είναι τα άτομα του πρώην ΛΑΟΣ και η παρέα τού επίσης ανίκανου Σαμαρά, στους οποίους φαίνεται ότι είναι εγκλωβισμένος. Έτσι όμως ακυρώνεται η πορεία προς μία σοβαρή φιλελεύθερη Δεξιά, παρά τις προσπάθειες που έγιναν από την οικογένεια Καραμανλή. Η ακύρωση είχε ξεκινήσει με τον εθνικιστή, θρησκειοκάπηλο και συνυπεύθυνο για το μακεδονικό αδιέξοδο Σαμαρά. Η έλλειψη αυτή έρχεται να χειροτερέψει την κατάσταση η οποία έχει επιδεινωθεί από την έλλειψη μιας σοβαρής και ικανής Αριστεράς. Όπως η χώρα δεινοπάθησε από τον ΣΥΡΙΖΑ και τις συμμαχίες του με ανερμάτιστα  στοιχεία (Καμμένος, Βαρουφάκης Λαφαζάνης, Κωνσταντοπούλου) έτσι θα δεινοπαθήσει και από τη ΝΔ του Μητσοτάκη και τις απαράδεκτες συμμαχίες του με ακραίους ρεβανσιστές εθνικιστές (Σαμαράς, Γεωργιάδης, Βορίδης κ.ά).
            Χαρακτηριστικό δείγμα αποτυχημένης γραφής του Μητσοτάκη  είναι ο χειρισμός του «μακεδονικού», δια του οποίου ταυτίσθηκε με όλα τα αντιδραστικά κομμάτια του ακροδεξιού χώρου και της Εκκλησίας, απεμπολώντας την παλαιότερη γραμμή του κόμματός του για σύνθετη ονομασία και επιδεικνύοντας ασύστολο καιροσκοπισμό. Όσο και να θελήσει να διαφοροποιηθεί με τακτικισμούς και εξυπνακισμούς είναι δύσκολο να απεμπλακεί από το αδιέξοδο που προκαλεί. Η φιλοδοξία για την εξουσία υπερέβη την μέριμνα για το κοινό αγαθό και θρέφει τις πιο ακραίες εθνικιστικές νοοτροπίες οδηγώντας σε επικίνδυνη πόλωση, βία και τρομοκρατία, που βλέπουμε καθημερινώς.
            Επί πλέον ο Μητσοτάκης ψεύδεται, συνειδητώς ή ανεπιγνώστως, σε βασικές πτυχές του προβλήματος που δημιούργησε ο πατέρας του και το κόμμα του και επικαλείται διάφορα στοιχεία για δικαιολογίες όπως το ζήτημα της γλώσσας και της εθνότητας της γείτονος χώρας. Τα ζητήματα όμως αυτά είναι λυμένα σε διεθνές επίπεδο και τα έχει αποδεχθεί και η ΝΔ. Ο Μητσοτάκης υπαναχώρησε από δεδηλωμένες θέσεις και αρχές που καθορίσθηκαν από κοινού με τα άλλα κόμματα στο Βουκουρέστι το 2008 για σύνθετη ονομασία, αλλά και από δικές του θέσεις διατυπωμένες παλαιότερα. Αυτό σημαίνει ότι άγεται και φέρεται από τους ακροδεξιούς εθνικιστές του κόμματός του. Σημαίνει επίσης πως είναι κυνικός και αδίστακτος πολιτικάντης και μπορεί να κάνει συμμαχία ακόμη και με τον (μαύρο) διάβολο προκειμένου να ασκήσει την εξουσία, έτσι που τυχόν διακυβέρνησή του θα ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου και θα προκαλέσει ολέθριο αλαλούμ. Επομένως είναι άκρως επικίνδυνος.
            Ουδείς στο κόμμα της ΝΔ, πολιτικός, διανοούμενος ή πανεπιστημιακός,  βρέθηκε για να δώσει μια πραγματιστική διάσταση των πραγμάτων. Τόση μεγάλη έλλειψη ρεαλισμού και επιχειρημάτων, τόλμης και αξιοπρέπειας είναι πρωτοφανής.      Από την άλλη, η ολίγιστη Φώφη Γεννηματά, επίσης προϊόν του κομματικού σωλήνα και της οικογενειοκρατίας, μιμείται τον Μητσοτάκη σε παλαιοκομματισμό, επιβεβαιώνοντας την ιδεολογία του βαθέος ΠΑΣΟΚ και το σύνδρομο του ιδρυματισμού. Από την ταύτιση των δύο κομμάτων σε αποτυχημένες παλαιοκομματικές τακτικές ακόμη και σήμερα, μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί τα δύο κόμματα της Μεταπολίτευσης οδήγησαν τη χώρα στον γκρεμό και γιατί είναι ανίκανα να την βγάλουν από το αδιέξοδο.
            Απ’ ό,τι φαίνεται το DNA της οικογένειας Μητσοτάκη εμπεριέχει την αποτυχία και τα αδιέξοδα. Η αρχή έγινε με την «αποστασία» του 1965 με πρωτεργάτη τον πατέρα Μητσοτάκη, στη συνέχεια με τον εγκλωβισμό στη μη σύνθετη ονομασία το 1992 πάλι με τον πατέρα και τώρα η μικροκομματική αντιπολίτευση με τον υιό Μητσοτάκη πάλι για τη μη σύνθετη ονομασία. Τελικώς τα μόνα προσόντα του υιού είναι η ακροδεξιά πορεία, η δημαγωγική κενότητα και το όνομα της οικογένειας Μητσοτάκη.  Δυστυχώς η γενικευμένη χρεοκοπία της χώρας, που προήλθε και από την οικογενειοκρατία, αναπαράγει την τελευταία με τον πιο άσχημο τρόπο, δίχως η κοινωνία να δείχνει ικανή και πρόθυμη να απαλλαγεί από αυτήν. Θα υποστεί ασφαλώς τις ολέθριες συνέπειες, όπως τις υπέστη και με τους προηγούμενους. Θα μπορέσει μήπως να βάλει φραγμό στην ασύστολη και επικίνδυνη φιλοδοξία για εξουσία του νεώτερου Μητσοτάκη ή θα παραμείνει έρμαιο της οικογενειοκρατικής  ολέθριας παράδοσης; Ιδού το διακύβευμα.        

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΑΗ ΤΟΥ '68


[Αναρτήθηκε στο site του περιοδικού Kaboom, 31 Iουλίου 2018]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας, 
 oikonomouyorgos.blogspot.com

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ
ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΑΗ ΤΟΥ ‘68

            Το περιοδικό Kaboom είχε αφιέρωμα στον Μάη του ’68, με την ευκαιρία συμπλήρωσης πενήντα ετών, και μάλιστα προηγήθηκε άλλων σχετικών αφιερωμάτων. Μία από τις συνεισφορές στο αφιέρωμα ήταν και του Στέφανου Ροζάνη. Ανάμεσα στα άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία που προσκομίζει ο Στέφ. Ροζάνης, διατυπώνει και μία άποψη για τον Καστοριάδη σε σχέση με τον Μάη του ‘68. Στα πλαίσια του διαλόγου και δεδομένης της εκτίμησης που έχω για τον Στέφανο  Ροζάνη ας μου επιτραπεί να εκφράσω κάποια σχόλια για την άποψή του. Αναφέρει ότι «ο Καστοριάδης προερχόταν από μια ισχυρή παράδοση θεσμικών ανατροπών και κοινωνικών δράσεων που είχαν καθορισμένες στοχεύσεις και προσανατολισμούς. Η παράδοση αυτή προϋπέθετε συγκεκριμένες δομές ιεραρχίας και ως εκ τούτου η εξέγερση καθ’ εαυτήν χωρίς την παγίωσή της μέσα στους θεσμούς της αυτονομίας και της αυτοδιαχείρισης, ήταν για τον Καστοριάδη μάταιη και επί πλέον ίσως παραπλανητική».[1] Ο Ροζάνης εκφράζει αλλού και την παραλλαγή της: «ο Καστοριάδης έλεγε πως ο Μάης πήγε χαμένος γιατί δεν άφησε δομές».[2]
            Όμως ο Καστοριάδης δεν γράφει πουθενά ότι η εξέγερση ήταν μάταιη και παραπλανητική ή πήγε χαμένη. Αντιθέτως, υποστηρίζει την εξέγερση, συμμετέχει σε αυτήν και γράφει κατά τη διάρκεια της εξέγερσης κείμενο στο οποίο σημειώνει εμφατικά πως «Ό,τι και αν ακολουθήσει, ο Μάης του ’68 εγκαινίασε μια νέα περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας».[3] Επίσης δεκαοκτώ χρόνια αργότερα δηλώνει ότι «Ο Μάης του ’68 και τα άλλα κινήματα της δεκαετίας του ’60 έδειξαν την εμμονή και τη δύναμη του στόχου της αυτονομίας, που εκφράστηκε τόσο με την άρνηση του καπιταλιστικού-γραφειοκρατικού κόσμου όσο και με τις νέες ιδέες και πρακτικές που επινόησαν ή διέδωσαν αυτά τα κινήματα».[4]
            Η κριτική που ασκεί ο Καστοριάδης στο κίνημα του ’68 είναι σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο, ότι αυτό δεν είχε την επιθυμία και την ικανότητα να οργανωθεί πιο σταθερά συλλογικά σε συνελεύσεις και συμβούλια, ότι δεν πέτυχε ορισμένες θεσμικές αλλαγές προς την κατεύθυνση της αυτονομίας. Πιστεύει ότι ο Μάης και τα κινήματα της δεκαετίας του ΄60 απέτυχαν στο «να παρατείνουν με θετικό τρόπο την κριτική της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και να εγκολπωθούν τον στόχο της αυτονομίας ως αυτονομία όχι μόνο ατομική αλλά και κοινωνική, εγκαθιδρύοντας μια συλλογική αυτοκυβέρνηση».[5] Τονίζει όμως ότι η αποτυχία δεν είναι πλήρης: «Τις περισσότερες φορές τα κινήματα αυτά καταλήγουν στην επίσημη θέσπιση ορισμένων δικαιωμάτων, ελευθεριών, εγγυήσεων, στο πλαίσιο των οποίων εξακολουθούμε να ζούμε σήμερα. Σε άλλες περιπτώσεις, αν και δεν θεσπίζουν κάτι το επίσημο, αφήνουν βαθιά σημάδια στη νοοτροπία και στην πραγματική ζωή των κοινωνιών...τέτοια είναι η περίπτωση των κινημάτων της δεκαετίας του ΄60».[6]  
            Επίσης, ο Καστοριάδης δεν είναι υπέρ των «ιεραρχικών δομών», όπως γράφει ο Στ. Ροζάνης, διότι κατ’ αρχάς πολλές φορές έχει ασκήσει κριτική στον στρουκτουραλισμό, του οποίου βασική έννοια είναι η «δομή», έννοια ξένη προς τη θεωρία του, η οποία δίνει προτεραιότητα στο φαντασιακό, στην κοινωνική δημιουργία και όχι στη «δομή». Από την άλλη, ο συγγραφέας της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας έχει ασκήσει κριτική στην ιεραρχία και στη γραφειοκρατία και είναι αναφανδόν εναντίον κάθε ιεραρχίας, όχι μόνο κοινωνικής και πολιτικής  (διαίρεση διευθυνόντων-εκτελεστών), αλλά και της οικονομικής, δηλαδή εναντίον της ιεραρχίας μισθών και εισοδημάτων. Επίσης, ο Καστοριάδης δεν είναι εναντίον του αυθόρμητου, με την διευκρίνιση ότι αυθόρμητο δεν σημαίνει απουσία οργάνωσης και οργάνωση δεν σημαίνει αναγκαστικώς γραφειοκρατία, ιεραρχία και κόμμα. Ο Καστοριάδης μιλάει πιο πολύ για θεσμούς δημοκρατικούς, οι οποίοι είναι ξένοι προς την ιεραρχία και την γραφειοκρατία. Μιλάει για αυτονομία ατομική και κοινωνική, για  αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων, ασκώντας καταλυτική κριτική τόσο στα δυτικά αντιπροσωπευτικά καθεστώτα όσο και στα κομμουνιστικά, αλλά επίσης στη μαρξική θεωρία, και γενικώς στις παραδοσιακές αντιλήψεις που επικρατούσαν στη φιλοσοφία και στην πολιτική.
            Ακριβώς αυτές οι απόψεις του Καστοριάδη δημιούργησαν ρήξη με τις παραδοσιακές στοχεύσεις, τους παραδοσιακούς κανόνες και προσανατολισμούς, άρα, σε αντίθεση με αυτά που γράφει ο Ροζάνης, δεν εντάσσονται στην μέχρι τότε παράδοση. Και  επί πλέον οι απόψεις του όπως και του περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα αποτέλεσαν πρόδρομο του Μάη και επηρέασαν αρκετούς από τους συμμετέχοντες στην εξέγερση, λ.χ. τον Κον-Μπεντίτ, ο οποίος το ομολογεί ο ίδιος σε μία ομιλία του:  «Λίγοι θα καταλάβουν γιατί βρίσκομαι σε αμηχανία που μιλάω μετά τον Καστοριάδη. Δεν είναι γιατί τον γνωρίζω πολύ καλά. είναι η πρώτη φορά που συναντιόμαστε. Αλλά, αν υπάρχουν άνθρωποι που με έχουν επηρεάσει και με βοήθησαν να αποφύγω να κάνω πολλές πολιτικές βλακείες πριν να αρχίσω να καταγίνομαι με την πολιτική, είναι άνθρωποι σαν τον Καστοριάδη και την ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, καθώς επίσης ο αδελφός μου που διάβαζε το ομώνυμο περιοδικό και αποτελούσε έμμεσα μέρος της ομάδας αυτής. Για την ώρα, βρίσκομαι λίγο στην κατάσταση ενός μαρξιστή που πέρασε πολλά χρόνια διαβάζοντας Μαρξ και που, ένα βράδυ, βρίσκει τον εαυτό του να συζητάει με τον Μαρξ. Σας βεβαιώνω πως το πράγμα δεν είναι εύκολο».[7] 
            Έτσι, λοιπόν, δεν ισχύει αυτό που γράφει ο Ροζάνης, ότι «η καστοριαδική προοπτική ήταν αδύνατο να χωρέσει μέσα στον panvitalismus του Μάη...πρόκειται περί διαμετρικά αντιθέτων επιδιώξεων και θεωρησιακών προταγμάτων». Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται περί διαμετρικά αντιθέτων επιδιώξεων, αλλά περί διαφορετικών. διαφέρουν σε κάποια σημεία, ανήκουν όμως εν πολλοίς στον ίδιο προσανατολισμό, στην ίδια πορεία και αλληλοσυμπληρώνονται. 
            Ας μου επιτραπεί, επί τη ευκαιρία, να αναφερθώ σε μία άλλη άποψη του Ροζάνη, η οποία, κατά τη γνώμη μου, δημιουργεί συγχύσεις.  Γράφει ο Ροζάνης πως οι σύγχρονες κοινωνίες «έχουν εξελιχθεί σε ανελαστικές μορφές ολοκληρωτικής δημοκρατίας».[8] Η έκφραση «ολοκληρωτική δημοκρατία» (totalitarian democracy) εισήχθη το πρώτον από τον Jacob Talmon τη δεκαετία του 1950, είναι όμως λανθασμένη και ακατάλληλη καθό οξύμωρη, άρα δημιουργεί συγχύσεις. Ο ολοκληρωτισμός δεν είναι δημοκρατία και η δημοκρατία δεν είναι ολοκληρωτισμός.
            Ολοκληρωτικές ήταν η σταλινική και η ναζιστική εξουσία. Χαρακτηρίζοντας τα σημερινά κοινοβουλευτικά καθεστώτα ολοκληρωτικά, δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις σε ανθρώπους απληροφόρητους. Τα εφιαλτικά ολοκληρωτικά καθεστώτα που βίωσαν εκατομμύρια άνθρωποι με την γενικευμένη καταπίεση, τρομοκρατία και καταστολή, την ανελευθερία και την κατάργηση στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις φυλακίσεις, τις εκτοπίσεις, τις εξορίες, τα καταναγκαστικά απάνθρωπα έργα, τα ψυχιατρεία και τα ηλεκτροσόκ, τα τερατώδη στρατόπεδα συγκέντρωσης (Άουσβιτς, Νταχάου, Κολύμα, Γκουλάγκ), την πλήρη απαξίωση του ανθρωπίνου όντος, την καταράκωση κάθε αξιοπρέπειας, τον χαφιεδισμό και την απόλυτη αυθαιρεσία του στρατού, της μυστικής και της κανονικής αστυνομίας, που γεννούσαν στον πληθυσμό φόβο, αγωνία, άγχος, υποταγή και διαρκή αβεβαιότητα,  δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τα σημερινά κοινοβουλευτικά, όπως ανέλυσαν σημαντικοί ερευνητές και στοχαστές (Άρεντ, Πόππερ, Λεφόρ, Καστοριάδης, Αρόν, Φυρέ, Παπαϊωάννου). Ο απάνθρωπος ολοκληρωτισμός του Χίτλερ, του Στάλιν και των μονοκομματικών κρατικών καταπιεστικών μηχανισμών τους, ουδεμία σχέση έχει με τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα.
            Τα αντιπροσωπευτικά καθεστώτα δεν είναι λοιπόν ολοκληρωτικά. Αλλά ούτε δημοκρατικά είναι, διότι σε αυτά δεν είναι κυρίαρχος ο δήμος, αλλά οι ολίγοι των κομμάτων, του κοινοβουλίου και της κρατικής γραφειοκρατίας. Οι ολίγοι αποφασίζουν και νομοθετούν προς όφελος των ολίγων οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών ελίτ και των ισχυρών ανώτερων τάξεων. Είναι λοιπόν φιλελεύθερες ολιγαρχίες, όπως τις ονομάζει σωστά ο Καστοριάδης, διότι υπάρχουν σε αυτές ανθρώπινα δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες μετά από αγώνες και εξεγέρσεις. Από τη διαπίστωση αυτή συνάγεται και η ανάγκη του μετασχηματισμού της ολιγαρχίας σε (άμεση) δημοκρατία. Εν πάση περιπτώσει, η χρήση της έκφρασης «ολοκληρωτική δημοκρατία» προκειμένου να χαρακτηρισθούν τα σημερινά αντιπροσωπευτικά καθεστώτα είναι λανθασμένη, όπως και να εκληφθεί αυτή, είτε στο σύνολό της που είναι αντιφατική είτε στα επί μέρους συστατικά της που δεν ισχύουν.   




[1] Στέφ. Ροζάνης, στο Kaboom, τχ. 4, 2018, σ. 194-195.
[2] Στέφ. Ροζάνης, στο ένθετο αφιέρωμα στον Μάη του ’68 της Εφημερίδας των Συντακτών, 6/5/2018, σ. 21-22.
[3] Καστοριάδης, «Η προδρομική επανάσταση», Η γαλλική κοινωνία, Ύψιλον, Αθήνα, 1986, σ. 124.
[4] Καστοριάδης, «Τα κινήματα της δεκαετίας του εξήντα», Η άνοδος της ασημαντότητας, Ύψιλον, Αθήνα, 2000, σ. 45. Το κείμενο αυτό καθώς και της προηγουμένης υποσημείωσης υπάρχουν και στο βιβλίο Μορέν, Λεφόρ, Καστοριάδης, Μάης του ’68: Η ρωγμή, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Ύψιλον, Αθήνα, 2018.
[5] Καστοριάδης, «Τα κινήματα της δεκαετίας του εξήντα», σ. 45.
[6] Καστοριάδης, «Τα κινήματα της δεκαετίας του εξήντα», σ. 46.   
[7] Καστοριάδης, Κον-Μπεντίτ,  Από την οικολογία στην αυτονομία, Ράππας, 1981, Αθήνα, 1981, σ. 42. Πρόκειται για ομιλίες των δύο και συζήτηση με το κοινό της Louvain-la-Neuve στο Βέλγιο το 1980. Βλ. και Γ.Ν. Οικονόμου, «Ο Καστοριάδης και ο Μάης 1968», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 26/6/2018.
[8] Kaboom, τχ. 4, 2018, σ. 192.