Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ '68 ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ



[Δημοσιεύθηκε στο The BooksJournal, τχ. 97, Απρίλιος 2019]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας


Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ ΄68
ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ


1.      Πριν από τον Μάη
2.      Χαρακτήρας της εξέγερσης
3.      Ο Μάης ως γιορτή
4.      Πρόταγμα ή ουτοπία;
5.      Το τέλος της εξέγερσης
6.      Συνέπειες
7.      Η τρομοκρατία











            Ένα σημαντικό γεγονός που συνήθως ξεχνιέται και πρέπει να έχει κάποιος υπ’ όψιν του όταν ασχολείται με τον Μάη του ’68 είναι ότι όταν αυτός συνέβη είχε κάποιους αντιπάλους και εχθρούς: το καπιταλιστικό και το αντιπροσωπευτικό σύστημα, την Δεξιά του Ντε Γκωλ, το Κέντρο, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, την ελεγχόμενη από το τελευταίο μεγαλύτερη Εργατική Συνομοσπονδία της Γαλλίας, την CGT, πράγμα που σημαίνει και τους διανοουμένους και τα μέσα προπαγάνδας όλων αυτών των δυνάμεων. Όταν τέλειωσε o Μάης, οι εχθροί του προσπάθησαν να μειώσουν τη σημασία του, να διαστρεβλώσουν το νόημά του, να απαξιώσουν τον χαρακτήρα του με πλήθος δηλώσεων, ομιλιών, βιβλίων, άρθρων σε εφημερίδες, περιοδικά και διαδίκτυο.[1] Ενώ δηλαδή η εξέγερση είχε τελειώσει, και ήταν ανυπεράσπιστη οι επικριτές και οι αντιπαλοί της κυριαρχούσαν, ασκούσαν εξουσία, διαστρέβλωναν και απέρριπταν.  Το ίδιο έγινε και στην Ελλάδα από τις αντίστοιχες δυνάμεις. Έκτοτε ο Μάης πάντοτε δίχαζε,  είχε τους αντιπάλους και τους εχθρούς του, οι οποίοι προσπαθούσαν να τον μειώσουν, να τον εξοβελίσουν ως θετικό πολιτικό γεγονός που συντάραξε τη γαλλική κοινωνία και τον υπόλοιπο κόσμο.  
            Ίσως ένας άλλος τρόπος να κατανοηθεί η γαλλική εξέγερση είναι η συζήτηση των κριτικών απόψεων που προσπαθούν να αναιρέσουν τη ριζοσπαστικότητά της, να εξουδετερώσουν τη σημασία της ή να σχετικοποιήσουν τα νοήματά της. Στο παρόν κείμενο θα ασχοληθώ με κάποια ζητήματα που αφορούν την εξέγερση του ’68, με αφορμή ένα σχετικό άρθρο του Γιώργου Σ. Βλάχου (Γ.Β.), που περιέχει τέτοιες απόψεις, τις οποίες θα επιχειρήσω να συζητήσω.[2] Ήδη από τον ενδεικτικό τίτλο («Για την ακμή και την παρακμή του επαναστατικού ουτοπισμού»), ο Γ.Β. διαγράφει τις προθέσεις του, τοποθετώντας την εξέγερση του ’68 στον «ουτοπισμό», διότι, κατά τη γνώμη του, «επεδίωξε την επαναστατική πραγμάτωση της ουτοπίας»! (σ. 210) - την απαξιώνει δηλαδή εξ αρχής. Οι όροι «ουτοπισμός» και «ουτοπία» όταν χρησιμοποιούνται για ένα γεγονός ή μία ιδέα σημαίνουν πάντοτε  το ανέφικτο, το φανταστικό, άρα συντελούν στην απαξίωση, στην απόρριψή τους. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

1.      Πριν από τον Μάη

            Ο Γ.Β. εξετάζοντας τη διανοητική κίνηση που «προετοίμασε» τον Μάη αναφέρει μόνο τον Lefebvre, τον Vanegeim, τους σιτουασιονιστές και γράφει πως «το βιβλίο του Guy Debord Η κοινωνία του θεάματος...ήταν ίσως ο μόνος συγκροτημένος (κατά κάποιον τρόπο) θεωρητικός λόγος που συνδέεται με τον Μάη του ’68» (σ. 224). Κατ’ αρχάς υπάρχει ένα πρόβλημα αν το βιβλίο του Ντεμπόρ συνιστά «συγκροτημένο θεωρητικό λόγο», αφού αποτελείται από αριθμημένες θέσεις χωρίς ανάλυση και επιχειρήματα. Ο Lefebvre σημειώνει πως το βιβλίο αυτό κυριαρχείται από κοινωνιολογισμό, ενώ απουσιάζει το πολιτικό πρόβλημα, στοιχεία άλλωστε που συνετέλεσαν στην εξαφάνιση του σιτουασιονισμού.[3] Εκτός όμως από τον Ντεμπόρ υπήρχαν και άλλοι στοχαστές τους οποίους δεν αναφέρει ο Γ.Β., όπως το έργο του Καστοριάδη, του Λεφόρ, του περιοδικού Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, του Μορέν, του Ντελέζ, του Γκουαταρί, που συμμετείχαν άλλωστε και άμεσα στα γεγονότα. Δεν αναφέρει επίσης τις σημαντικές κινητοποιήσεις κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ούτε αναφέρει τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η αυτοοργανωμένη ad hoc «Κίνηση 22 Μαρτίου» από τους 142 φοιτητές στην Ναντέρ μεταξύ αυτών και ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. Δίχως την ευφυή δραστηριότητα και τη δημιουργική φαντασία της Κίνησης αυτής δεν θα υπήρχε Μάης του ’68, όποιες και να ήταν οι θεωρητικές και ιδεολογικές επιδράσεις στοχαστών ή Σχολών σκέψης. Η πολιτική πράξη είναι ο καθοριστικός μοχλός των πολιτικών συμβάντων.
            Σε τέτοιες κομβικές ιστορικές στιγμές μπορεί κάποιες ιδέες να έπαιξαν έναν καταλυτικό ρόλο, αλλά η εξέγερση δεν έγινε από τους διανοούμενους, ούτε από κάποιο αριστερό κόμμα ούτε από το Κομμουνιστικό, ούτε από το προλεταριάτο, έγινε από τους ίδιους τους φοιτητές, τους μαθητές, τους νέους, τους εργαζόμενους, τους καλλιτέχνες.

            Αναφέρει όμως ο Γ.Β. ότι το έδαφος προετοίμασαν  ο νεομαρξισμός και η Νέα Αριστερά, η Σχολή της Φραγκφούρτης και ο Μισέλ Φουκώ, χωρίς να επιχειρηματολογεί (σ. 216). Δεν νομίζω όμως ότι το τρίο αυτό συνεισέφερε στην εξέγερση, διότι οι ιδέες και των τριών ήταν έξω από το πνεύμα της, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί από κείμενα και την πρακτική τους μέχρι το 1967. Κατ’ αρχάς ο νεομαρξισμός παρέμεινε στο πλαίσιο του μαρξισμού είτε στηριγμένος στις θεωρίες του νεαρού Μαρξ και των Φιλοσοφικών χειρογράφων είτε προσπαθώντας να αποκαθάρει τον συγγραφέα τους από ενοχλητικά και παρωχημένα σχήματά του (δικτατορία του προλεταριάτου, κόμμα).[4] Από την πλευρά τους οι μαρξιστές τροτσκιστές και μαοϊκοί που διαφοροποιήθηκαν από τον παραδοσιακό κομμουνισμό και συμμετείχαν στο κίνημα, δεν προσέφεραν καμία καινούρια ιδέα και πρακτική, αναμασούσαν αντίστοιχα τσιτάτα του Τρότσκι και του Μάο, αμφότεροι δε του Λένιν και του Μαρξ, παραμένοντας στον παλαιομαρξισμό. Από την άλλη, τα πιο ριζοσπαστικά ρεύματα της εξέγερσης ήταν αναφανδόν κριτικά έως αρνητικά απέναντι στον μαρξισμό γενικώς.  
            Όσον αφορά τη Σχολή της Φραγκφούρτης, ο μόνος από αυτήν που συνδέθηκε με τα κινήματα του ΄60 ήταν ο Μαρκούζε, αλλά υπάρχουν ορισμένα προβλήματα με τις ιδέες του. Πράγματι, ο εκπατρισμένος Γερμανός στοχαστής συλλαμβάνει τον σύγχρονο καπιταλισμό ως ένα εντελώς συνεκτικό σύστημα το οποίο δεν αφήνει κανένα περιθώριο για κοινωνικές εξεγέρσεις και πολιτικές ρωγμές. Σε αυτόν τον κλειστό κόσμο, και μετά τον θάνατο του προλεταριάτου, η μόνη ελπίδα για τον Μαρκούζε είναι οι παρίες και οι outsiders, οι άνεργοι και οι απελπισμένοι, οι desperados.[5] Επίσης ο Μαρκούζε είναι εναντίον κάθε αδιαμεσολάβητης πολιτικοποίησης της θεωρίας, εναντίον δηλαδή κάθε αυθόρμητης άμεσης δράσης που δεν μεσολαβείται από κάποια οργάνωση ή από κάποιο κόμμα.[6] Όμως η εξέγερση του Μάη 68, ήταν αντίθετη  σε αυτές τις διαπιστώσεις και διέψευσε τον Μαρκούζε. Να σημειωθεί πάντως πως ο Κον-Μπεντίτ, όπως και αρκετοί άλλοι άλλωστε, δήλωνε ρητώς ότι δεν ήξερε καν τον Μαρκούζε. Ο Η. Lefebvre, που έζησε την εξέγερση, δηλώνει ρητώς πώς ο Μαρκούζε δεν άσκησε καμία επίδραση στη Γαλλία, ενώ η τεράστια μάζα των φοιτητών αγνοούσε τις θέσεις του. Μετά τον Μάη του ’68 άρχιζαν να διαβάζουν Μαρκούζε.[7]     
            Υπάρχει επίσης η στάση και των άλλων μελών της Σχολής της Φραγκφούρτης, λ.χ. του Αντόρνο απέναντι στο φοιτητικό κίνημα, όπως φαίνεται το 1969 στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών, όταν κάλεσε την αστυνομία για να διώξει από το Ινστιτούτο τους φοιτητές που διαμαρτύρονταν. Είναι περίεργο που ο Γ.Β. προσπαθεί να δικαιολογήσει την πράξη του Αντόρνο (σ. 234). Αντιθέτως, ο Μαρκούζε που βρίσκεται εκείνη την εποχή στις ΗΠΑ, εκφράζει τη διαφωνία του και τη θλίψη του για την πράξη αυτή.[8] Επίσης το έργο του Χορκχάιμερ, ετέρου μέλους της Σχολής, δεν περιείχε ιδέες στο πνεύμα του Μάη. 
            Για τον Φουκώ επίσης υπάρχουν ισχυρές ενστάσεις. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος δεν έζησε την εξέγερση, έλειπε στην Τυνησία από το 1966 έως τον Νοέμβριο 1968 που ήλθε στο Παρίσι. Άλλωστε δεν έκρυβε τις αντιδραστικές του απόψεις ως το 1968, και κατά τη διάρκεια μιας φοιτητικής απεργίας στο Πανεπιστήμιο του Κλερμόν-Φεράν, στο οποίο ήταν καθηγητής, έδειξε τις αντιφοιτητικές διαθέσεις του.[9]  Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του στενού του φίλου Paul Veyne, ότι ο Φουκώ ποτέ δεν ονειρεύθηκε την «επανάσταση», ποτέ δεν μίλησε για «αστική κοινωνία» ούτε για «καπιταλιστική εκμετάλλευση». Η «επανάσταση» και η «άλλη κοινωνία» ήταν για τον Φουκώ μωρολογίες και αρλούμπες.[10] Επί πλέον, τα βιβλία που είχε εκδώσει o Foucault μέχρι το 1968 δεν είχαν κάτι από το «επαναστατικό» πνεύμα της εποχής, αν και είναι σημαντικά θεωρητικά βιβλία στον χώρο των κοινωνικών επιστημών (Οι λέξεις και τα πράγματα είχαν κυκλοφορήσει το 1966). Στο βιβλίο αυτό αναπτύσσεται η θεωρία για «τον θάνατο του ανθρώπου», που δεν μπορεί να ενταχθεί στις προπαρασκευαστικές ιδέες του Μάη, ο οποίος ακριβώς με τις ευφάνταστες δράσεις του διέψευσε την καταδικαστική ετυμηγορία του Φουκώ. Ο Φουκώ μόνο μετά το 1968 ενεργοποιήθηκε σε διάφορες κινητοποιήσεις, ορισμένες εκ των οποίων είναι αμφιλεγόμενες, όπως η υποστήριξή του στον Χομεϊνί το 1979.

2.      Χαρακτήρας της εξέγερσης

            Ο Γ.Β. στο πρώτο μέρος του άρθρου του παραθέτει κάποια αντικειμενικά πραγματολογικά χαρακτηριστικά. Όμως, ενώ γράφει, σωστά, πως η εξέγερση «ήταν ένα σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο...» (σ. 215) και πως «ξεπέρασε κάθε δυνατότητα ερμηνείας ή καθοδήγησής της από οποιαδήποτε μορφή ιδεολογίας – αριστερής ή ακόμη και αναρχικής» (σ. 218), εν τούτοις δεν τηρεί την θέση αυτή, δεν αναλύει το πολυδιάστατο, αλλά την μόνη διάσταση την σιτουασιονιστική, που παρουσιάζεται έτσι ως η κυρίαρχη και η ουσιαστική διάσταση της εξέγερσης. Αυτό φαίνεται και στις αδικαιολόγητες και αυθαίρετες γενικεύσεις για κάποιες ιδέες και αντιλήψεις που αναδύθηκαν στην εξέγερση, όπως λ.χ. όταν χρησιμοποιεί τις εκφράσεις «οι άνθρωποι που εξεγέρθηκαν...» (σ. 215) ή «οι εξεγερμένοι του Μάη...» (σ. 219) για να αποδώσει τις σιτουασιονιστικές απόψεις σε όλους. Πρόκειται απλώς για «κάποιους εξεγερμένους», όχι για όλους και ίσως μερικές φορές μειοψηφίες, οπότε η γενίκευση και η καθολίκευση δημιουργεί συγχύσεις και παρουσιάζει τον Μάη ως κάτι ενιαίο, και όχι ως σύνθετο και πολυδιάστατο φαινόμενο.
            Έτσι ο Γ.Β. κάνει επιλεκτική χρήση των συνθημάτων και εξάγει γενικά συμπεράσματα για όλο το κίνημα. Επειδή λ.χ. κάποιος ή κάποιοι έγραψαν στον τοίχο «Κάτω το σύντομο, ζήτω το εφήμερο», αυτό για τον Γ.Β. «διατυπώνει το ανέφικτο της ουτοπίας, την προδιαγεγραμμένη ήττα της» (σ. 231).  Όμως αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί καθολικώς σε όλους τους εξεγερμένους και να χαρακτηρίσει το πνεύμα της εξέγερσης ως ουτοπικό. Θα επανέλθω στο ζήτημα της ουτοπίας πιο κάτω.
            Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για το σύνθημα  «Να κατατρέψουμε την εξουσία δίχως να την πάρουμε» (σ. 232). Κατά τη γνώμη του Γ.Β. το σύνθημα αυτό είναι αυτοαναιρούμενο και «εμπεριέχει μία εντυπωσιακή σύγχυση ανάμεσα στην εξουσία και την ισχύ». Δεν εξηγεί όμως την άποψή του, με συνέπεια να μην πείθει. Πάντως το σύνθημα αυτό ανήκει σε ένα κείμενο-προκήρυξη που μεταξύ άλλων καταγγέλει την ψευδο-αυτοδιαχείριση στη Γιουγκοσλαβία και τίθεται υπέρ των εργατικών συμβουλίων. Δηλαδή ο Γ. Β. λέει τη μισή αλήθεια και ως γνωστόν η μισή αλήθεια δεν είναι αλήθεια.
            Το πρόβλημα που τίθεται εδώ είναι σαφώς το ζήτημα της εξουσίας. Ορθώς  οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι δεν επιχείρησαν ούτε έβαλαν ζήτημα άμεσης κατάληψης της εξουσίας. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε όντας μειοψηφία και άοπλοι; Όταν η υπόλοιπη κοινωνία δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο πώς θα μπορούσαν οι φοιτητές να προχωρήσουν με μειοψηφικές ενέργειες σε ζητήματα που αφορούσαν όλη την κοινωνία και μπορούν να διευθετηθούν μόνο με την πλειοψηφική βούληση και συναίνεση; Θα μπορούσαν εύκολα τις ημέρες που υπήρχε κενό εξουσίας να είχαν καταλάβει το Δημαρχείο, το Κοινοβούλιο ή κάποια υπουργεία. Αλλά δεν είχαν τέτοιους στόχους, διότι το εύλογο ερώτημα ήταν: μετά τι γίνεται; Ένα από τα σημαντικά διδάγματα της εξέγερσης είναι ότι υπερέβη την παλαιοκομμουνιστική αντίληψη και τακτική για «κατάληψη της εξουσίας» από κάποιες μειοψηφίες, ένοπλες ή μη, βιαίως και με εμφύλιο πόλεμο. Το ουσιαστικό ήταν η ίδια η κοινωνία να φθάσει στο σημείο να υπερβεί, να «καταστρέψει» μέσα της και στο φαντασιακό της την υπάρχουσα μορφή εξουσίας, δηλαδή την αλλοτριωτική, την κρατική και να διεκδικήσει τη δημοκρατική μορφή της.    
            Αυτά τα συνθήματα μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων που αναφέρει ο Γ.Β. και αρκετά άλλα έχουν να κάνουν, από μία άποψη, με την ποιητική και σουρεαλιστική πτυχή της εξέγερσης που εκδηλώθηκαν πολλές φορές, σε κείμενα και ιδίως στα συνθήματα. Έχουν και οι εξεγέρσεις δικαιώματα στην ποιητική γλώσσα, όχι μόνον οι κατ’ επάγγελμα ποιητές. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της εξέγερσης ήταν η πρωτοτυπία της να υπερβεί τα παραδοσιακά πλαίσια των κινημάτων, να δημιουργήσει, να ποιήσει, νέες εκφράσεις και νέα γλώσσα, εντελώς διαφορετική από την αναμενόμενη προκάτ και ξύλινη γλώσσα των αριστερών κομμάτων, των οικονομικών ιερατείων και των πολιτικών γραφειοκρατιών. Ενέταξε τα προβλήματα του καθημερινού βίου στην πολιτική με ποιητικό τρόπο.[11]
            Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ειδωθεί και η κριτική, πολλές φορές επιθετική από κάποιους εξεγερμένους, στο Πανεπιστήμιο, στην παραδοσιακή γνώση και επιστήμη. Ο Γ.Β. παίρνει τοις μετρητοίς το σύνθημα «Το μόνο κόκκινο Πανεπιστήμιο είναι αυτό που καίγεται» και το «Το πάθος της καταστροφής είναι δημιουργική χαρά» (σ. 233,234), επικαλούμενος και την γνώμη της Χάνα Άρεντ που κι αυτή πήρε τοις μετρητοίς τα ακραία συνθήματα κάποιων. Η πραγματικότητα όμως έδειξε ότι οι φοιτητές δεν είχαν διαθέσεις καταστροφής των Πανεπιστημίων, διότι δεν καταστράφηκε ούτε παραδόθηκε στο πυρ κανένα Πανεπιστήμιο και  αμφιθέατρο ή αίθουσα διδασκαλίας, σε όλη τη Γαλλία και σε όλη την υφήλιο.[12] Αντιθέτως, στα αμφιθέατρα και στους ανοικτούς χώρους των πανεπιστημίων γίνονταν οι συγκεντρώσεις, οι συνελεύσεις, οι συναυλίες κ.ο.κ. Τα συνθήματα αυτά είχαν συμβολική σημασία και στρέφονταν κατά των ξεπερασμένων τρόπων διδασκαλίας, των απηρχαιωμένων περιεχομένων και των παραδοσιακών συντηρητικών αντιλήψεων, των αυταρχικών σχέσεων διδασκόντων και φοιτητών, που κυριαρχούσαν τότε  στα πανεπιστήμια. Γενικότερα αναφέρονταν στην καταστροφή των αξιών που μέχρι τότε δυνάστευαν αυταρχικά τα άτομα, τη σκέψη και τον τρόπο ζωής.[13] Να παίρνεις τοις μετρητοίς όλα τα συνθήματα του Μάη είναι σαν να ξηλώνεις το λιθόστρωτο για να βρεις την παραλία, ακολουθώντας το σύνθημα «Κάτω από το λιθόστρωτο η παραλία» (Sous les pavés la plage).
            Να σημειωθεί πάντως πως οι μόνες καταστροφές που έγιναν ήταν για τις αμυντικές ανάγκες απέναντι στην άγρια επέλαση των CRS (ΜΑΤ) με γκλομπς και δακρυγόνα, καταστροφές σε αυτοκίνητα και άλλα αντικείμενα για τα οδοφράγματα, στο ξήλωμα των pavés για αντιμετώπιση και απώθηση της αστυνομικής βίας και την αποφυγή συλλήψεων και τραυματισμών. Οι μόνες φωτιές που άναψαν ήταν για να αντιμετωπισθούν τα δακρυγόνα.
            Είναι περίεργο πάντως, και αυτό αποτελεί μία σημαντική έλλειψη στο κείμενο του Γ.Β. που ίσως τον οδηγεί σε εσφαλμένες απόψεις, ότι ενώ αναφέρεται κατά κόρον στα συνθήματα, δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στα άλλα τρία βασικά στοιχεία που σημάδεψαν την εξέγερση και αποτελούν την «υλική» χωρική της υπόσταση και την χρονική της παρουσία: τις συνελεύσεις, τις διαδηλώσεις και τις επιτροπές δράσης (comités daction).[14] Έτσι  κάποιος απληροφόρητος θα νομίζει ότι ο Μάης έγινε εν κενώ και μόνο στους τοίχους.  Πράγματι, δεν αναφέρεται καθόλου σε κάποια συνέλευση, στα ζητήματα που συζητήθηκαν σε αυτήν, στον τρόπο λειτουργία της, στις αποφάσεις της,  στις προσπάθειες να έλθουν οι φοιτητές σε επαφή με τους εργάτες πηγαίνοντας στα εργοστάσια και στους άλλους χώρους εργασίας. Ούτε αναφέρεται στις συνεδριάσεις και στις συζητήσεις των διαφόρων επιτροπών, στον ρόλο τους – αναφέρει μόνο επιλεκτικά και αποσπασματικά κάποιες φράσεις από κείμενά τους, αυτές που τον βολεύουν στα συμπεράσματά του.  Ούτε επίσης εξετάζει τις διαδηλώσεις, τις πορείες, τις συγκεντρώσεις, τα συνθήματά τους, την διαδρομή, τον σκοπό τους. Όλα αυτά συγκροτούν τον αμεσοδημοκρατικό χαρακτήρα της εξέγερσης, που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία των κινημάτων, παρά τις κάποιες ομοιότητες με Παρισινή Κομμούνα, σοβιέτ 1905-1917 κ.ά.
            Στην ίδια λογική ο Γ.Β. προσάπτει στα κινήματα ότι «δεν δημιούργησαν ένα σταθερό δημόσιο χώρο με ισχύ [power], κύρος [authority] και εν τέλει διάρκεια, που θα αντικαθιστούσε εκείνον που αμφισβητούσαν και επιχειρούσαν να διαλύσουν» (σ. 232). Εδώ υπάρχουν κάποιες ενστάσεις. Τα κινήματα είχαν κύρος, διότι, όπως έλεγε η Χάνα Άρεντ, είχαν ηθικά κίνητα και όχι προσωπικά ιδιοτελή και το κύρος αυτό τους έδωσε αξιοπιστία και ανταπόκριση στην κοινωνία, επέτρεψε δε σε άλλα κοινωνικά στρώματα να συμπορευθούν και να εξεγερθούν. Έτσι τα κινήματα δημιούργησαν έναν δημόσιο χώρο, στον οποίο όποιος επιθυμούσε μπορούσε να πάρει τον λόγο, να μιλήσει, να πεί την άποψή του, να αναπτύξει τα επιχειρήματά του, να προτείνει δράσεις, τακτικές, στόχους. Μία δημιουργία της γαλλικής εξέγερσης ήταν ακριβώς η διεκδίκηση και η κατάκτηση του λόγου (la prise de parole), που συνιστούσε μία νέα κουλτούρα, όπως το εξέφρασε πολύ ωραία o Michel de Certeau, στα εν θερμώ γραμμένα κείμενά του.[15] Αυτό φαίνεται ανάγλυφα και στο χωρίο του Certeau που παραθέτει ο Γ.Β. (σ. 226).
            Την δημιουργία του κοινού δημοσίου χώρου κατά την εξέγερση του ’68 επισημαίνουν ο Μορέν και ο Λεφόρ.[16] Δημόσιος χώρος με την έννοια ότι ανήκε  στο κοινωνικό πλήθος των συμμετεχόντων και όχι σε ιδιώτες, σε κόμματα, σε γραφειοκρατίες, μηχανισμούς, ιερατεία, σε ελίτ πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές. Ανήκε σε όλους με ισοτιμία, ισηγορία και παρρησία. Ο ίδιος ο Γ.Β. παραδέχεται «την de facto διαμόρφωση ένός ιδιότυπου δημόσιου χώρου» (σ. 223).  Συνεπώς δεν ευσταθεί η κατηγορία του ότι οι εξεγερμένοι δεν δημιούργησαν δημόσιο χώρο. Όμως αυτός δεν μπόρεσε να γενικευθεί και να αποτελέσει απαρχή θεσμικών αλλαγών. Το ότι δεν διήρκεσε δεν ήταν μόνο δική τους υπόθεση, έπρεπε και η υπόλοιπη κοινωνία να το θελήσει και να το πράξει έτσι ώστε να επιβληθεί στην υπάρχουσα εξουσία και να επιφέρει  αλλαγές, πράγμα δυστυχώς που δεν έγινε.

3.      Ο Μάης ως γιορτή

            Ο Μάης ήταν γιορτή, γιορτή της συμμετοχής, του πάθους και της δράσης. Η Άρεντ έλεγε για τα κινήματα της δεκαετίας του ’60: «Το πρώτο πράγμα που μου κάνει εντύπωση είναι ο προσανατολισμός του κινήματος προς την δράση, η χαρά που ενυπάρχει μέσα σε αυτή τη δράση, η βεβαιότητα του ατόμου ότι είναι ικανό να αλλάξει τα πράγματα μόνο με τις δικές του προσπάθειες».[17] Η χαρά λοιπόν, κύριο συστατικό της γιορτής, η χαρά της δράσης, ήταν αυτό που έφερε ο Μάης και τα άλλα κινήματα.
            Όμως ο Γ.Β. γράφει πως «ο γαλλικός Μάης δεν ήταν τελικά σε θέση να επιτελέσει ούτε τον ρόλο του ως γιορτή», διότι, κατά τη γνώμη του, δεν υπήρχε η προνεωτερική συνθήκη ανάμεσα σε κανόνα και παράβαση, σε νόμο και απαγόρευση (σ. 234). Μα τι άλλο ήταν η εξέγερση από την παράβαση του συστημικού κανόνα, των κανόνων σε όλα τα επίπεδα και σε όλους τους τομείς, από την αμφισβήτηση του νόμου και των θεσμών; Πόση παράβαση χρειάζεται για να χαρακτηρισθεί κάτι ως γιορτή; Δηλαδή γιορτή υπήρχε μόνο στην προνεωτερική κοινωνία του Μεσαίωνα και της φεουδαρχίας; Και γιατί επί τέλους η γιορτή να μην εκληφθεί και να μην πραγματοποιηθεί ως κατάφαση και θετική δημιουργία και όχι μόνο ως παράβαση και ως άρνηση; Νομίζω πως στο ζήτημα αυτό υπάρχει μία παρανόηση εκ μέρους του Γ.Β.
            Επί πλέον, ο Γ.Β. ισχυρίζεται ότι ο Μάης ήταν καρναβάλι (σ. 228-229). Το ότι κάποιοι στο κατειλημμένο Odeon  φόρεσαν θεατρικές ενδυμασίες παραστάσεων δεν σημαίνει ότι έγινε καρναβάλι. Μάλλον για χιουμοριστική εκδήλωση πρόκειται – άλλωστε η εξέγερση επέδειξε πολύ χιούμορ, όπως φάνηκε στα ευφάνταστα συνθήματα. Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γίνει γενίκευση και τα παραθέματα τρίτων (Κιουρτσάκης) δίχως επαρκή τεκμηρίωση δεν πείθουν. Στους άλλους κατειλημμένους χώρους, στα Πανεπιστήμια της Ναντέρ, της Σορβόνης, του Σανσιέ και στις άλλες γαλλικές πόλεις, καθώς επίσης στα εργοστάσια δεν υπήρξαν παρόμοιες ή παραπλήσιες εκδηλώσεις, συνεπώς δεν μπορεί να γενικεύει αυθαιρέτως. Άλλωστε ο ίδιος ο Ντε Γκωλ χρησιμοποίησε παρόμοια ορολογία εναντίον της εξέγερσης: «Η μεταρρύθμιση ναι, ο χαβαλές όχι» και στο πρωτότυπο «La réforme, oui ; la chienlit, non». Η παλαιά λέξη chienlit σημαίνει στην κυριολεξία αποκριάτικη μάσκα, κατ’ επέκταση καρναβάλι, ακαταστασία ή χαβαλές. Οι εξεγερμένοι από την πλευρά τους απάντησαν «Ο χαβαλές, ο μασκαράς, είναι αυτός» («La chienlit cest lui»), σε αφίσα που υπήρχε η φιγούρα του στρατηγού κρατώντας τη μάσκα του.
            Νομίζω πως ο Γ.Β. παρουσιάζει τον Μάη του ’68 ως «καρναβάλι» προκειμένου να τον αναγάγει στις προπολιτικές καρναβαλικές εκδηλώσεις και να τον  συνδέσει με τα σχεδιάσματα ενός φανταστικού κόσμου απόλυτης ελευθερίας, αφθονίας και ευτυχίας, δηλαδή με την ουτοπία.

4.      Πρόταγμα ή ουτοπία;

            Στο σημείο αυτό βρίσκεται η βασική θέση του Γ.Β., ότι ο Μάης του ’68 ήταν ουτοπικός (σ. 226,229,230,231 κ.α.). Από εδώ και κάτω αρχίζει η επιχείρηση «απομυθοποίησης» και αποδόμησης της εξέγερσης. Μάλιστα ο Γ.Β. χρησιμοποιεί και τον πλεονασμό το «ανέφικτο της ουτοπίας», λες και η ουτοπία μπορεί είναι εφικτή. Εδώ ακριβώς χρειάζεται να διευκρινισθεί ότι ο όρος ουτοπία ήδη από τις απαρχές του τον 16ο αι. σημαίνει το φανταστικό ή τη φαντασίωση, αυτό που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί. σημαίνει την ιδανική κοινωνία, την ιδεατή πολιτεία την απαλλαγμένη από κάθε είδους προβλήματα, στην οποία όλα ρέουν καλώς και ομαλώς, με ευτυχία, γαλήνη και ειρήνη, σημαίνει εν τέλει τη φυγή από την πραγματικότητα.[18]
            Όμως οι πολιτικές και κοινωνικές διεκδικήσεις που καταλήγουν σε εξεγέρσεις, συμβαίνουν εντός της πραγματικότητας και εντός του συστήματος. είναι επιθυμίες, αιτήματα ή προτάγματα, που ζητούν τη δικαίωσή τους, απαιτούν προσωπική συμμετοχή των ατόμων και πολλές φορές έχουν άσχημες επιπτώσεις στη ζωή τους. Τα άτομα μετέχουν σε  συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, που μπορεί να έχουν δυσάρεστες και επώδυνες συνέπειες: μπορεί να συλληφθούν, να τραυματισθούν, να φυλακισθούν, να υποστούν ξυλοδαρμό,  τραμπουκισμούς, δικαστικές διώξεις, ενίοτε δε σοβαρό ατύχημα. Δεν διακινδυνεύουν σημαντικά πράγματα για ουτοπίες και ανέφικτες φαντασιώσεις, αλλά για ιδέες και επιθυμίες σημαντικές γι’ αυτούς, για όνειρα ζωής, γι αυτά που δίνουν νόημα στη ζωή τους και δίχως αυτά δεν έχει νόημα η ύπαρξη. Οι εξεγέρσεις γίνονται για θεμελιώδεις αρχές και πολύτιμες αξίες. Ο Αριστοτέλης το εκφράζει πολύ καλά: Γίγνονται μεν ουν αι στάσεις ου περί μικρών αλλ’ εκ μικρών, στασιάζουσι δε περί μεγάλων. Έτσι και η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η αυτοκυβέρνηση, η αυτοδιαχείριση, η άμεση δημοκρατία και η αυτονομία έχουν εκφρασθεί από πολιτικά και κοινωνικά κινήματα (και από τον Μάη του ’68), άρα είναι κοινωνικά και πολιτικά προτάγματα, δεν είναι ουτοπίες. Τα άτομα που αγωνίζονται και διακινδυνεύουν δεν πιστεύουν σε μια ιδανική κοινωνία ούτε προτείνουν μία ιδεατή πολιτεία χωρίς προβλήματα και αντιφάσεις, και ασφαλώς δεν επιδιώκουν να «πραγματοποιήσουν την ουτοπία», όπως επιπόλαια γράφει ο Γ.Β., αλλά μία πιο δίκαιη κοινωνία, καλύτερη από αυτήν που βιώνουν.
            Ο χαρακτηρισμός «ουτοπία» ξεκινά από τη σ. 226 («ουτοπικός λόγος») δίχως να εξηγείται τίποτε, και συνεχίζεται μέχρι τέλους. Πιο κάτω επιχειρεί ο Γ. Β. να δώσει κάποια δικαιολογία. Έτσι θεωρεί ότι η εξέγερση «υπήρξε η αιφνίδια έκρηξη του ουτοπικού οραματισμού», επειδή αυτή  ήταν «πολύ μακριά από μεταρρυθμιστικές επιδιώξεις, τελείως ξένη με τη γραφειοκρατία και τις ιδεολογίες της παραδοσιακής πολιτικής (οποιασδήποτε απόχρωσης), εμφανώς εχθρική απέναντι στην τεχνοκρατία, τον ορθολογισμό και κάθε είδους  εξουσία»  (σ. 230). Κατ’ αρχάς χρειάζεται μία διευκρίνιση, διότι εδώ πάλι ο Γ.Β. προβαίνει σε αυθαίρετη γενίκευση. Η εξέγερση δεν ήταν ενιαία όπως ανέφερα ήδη, οπότε δεν ήταν αναφανδόν «εχθρική απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία» (σ. 218). Πράγματι, εκτός από τους παραδοσιακούς αναρχικούς, όλοι οι υπόλοιποι ήταν υπέρ κάποιας εξουσίας: οι μαοϊκοί και οι τροτσκιστές υπέρ της εξουσίας των εργατών και των εργαζομένων, δηλαδή υπέρ του μοναδικού κομμουνιστικού κόμματος, οι σοσιαλιστές και οι αριστεροί υπέρ της εξουσίας των κομμάτων τους στα πλαίσια του κοινοβουλευτισμού και οι υπόλοιποι υπέρ των συμβουλίων των εργαζομένων, των λαϊκών συνελεύσεων, υπέρ της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης, αυτοδιαχείρισης και αυτοκυβέρνησης, δηλαδή υπέρ της συλλογικής εξουσίας. Εάν η εξέγερση ήταν πραγματικά εναντίον κάθε είδους εξουσίας, δηλαδή αναρχική, τότε θα ήταν όντως ουτοπική.
            Το πιο ανησυχητικό όμως είναι που ο Γ.Β. θεωρεί πως η απόρριψη των (δευτερευουσών) μεταρρυθμίσεων, της γραφειοκρατίας, των παραδοσιακών ιδεολογιών, της τεχνοκρατίας και του άκρατου ορθολογισμού είναι ουτοπία. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπότητα για να είναι «ρεαλιστική» πρέπει να αποδεχθεί, δίχως αντίρρηση και αντίσταση, όλα αυτά να την δυναστεύουν και η ίδια να μην έχει κανέναν απολύτως λόγο για τη ζωή και το μέλλον της. Μα ακριβώς αυτή ήταν η πρωτοτυπία και η δυναμική της εξέγερσης, που έφερε μία νέα αντίληψη της πολιτικής, έθεσε το πρόβλημα στην ουσία του: πρέπει να αλλάξει το σύστημα σε βασικές εκφάνσεις του και όχι σε επί μέρους δευτερεύοντα σημεία, να αλλάξουν οι θεσμοί προς ένα σύστημα συμμετοχής και αυτοκυβέρνησης, δίχως την κυριαρχία της γραφειοκρατίας, της τεχνοκρατίας και των ιδεολογιών.
            Το ότι αυτό δεν πραγματοποιήθηκε τότε, δεν σημαίνει ότι είναι ουτοπία, δεν σημαίνει ότι η αυτοκυβέρνηση και η δημοκρατία είναι ανέφικτες. Η ιστορική πραγματικότητα δηλώνει ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν κάνει πολλά βήματα μέχρι σήμερα. Ιδέες, αντιλήψεις που έμοιαζαν στον καιρό τους «ουτοπίες» πραγματοποιήθηκαν αργότερα. Η δημιουργικότητα και οι δυνατότητες του ανθρώπου είναι πολλές και άγνωστες. Αυτό είναι γνωστό από τότε που πρώτη φορά ο άνθρωπος απέκτησε αυτοσυνείδηση και εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του, από την αρχαία Αθήνα και τις εκπληκτικές δημιουργίες της, όπως εκφράσθηκε, μεταξύ άλλων στο έξοχο χορικό του Σοφοκλή «Πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει», το οποίο περιγράφει τις άπειρες δυνατότητες του ανθρωπίνου όντος. Την αλήθεια αυτή οι διάφοροι υπερασπιστές της κατεστημένης εξουσίας, του ισχύοντος και του θεσμισμένου, προσπαθούν να το κρύψουν, αλλά πάντα θα αναδύεται από την κρυψώνα του με εκρήξεις σαν αυτή του Μάη. Ο Ernst Bloch το διατύπωσε εύστοχα: «Ο ωκεανός της δυνατότητας είναι πολύ μεγαλύτερος από τη συνήθη ξηρά της πραγματικότητας». Η άποψη αυτή προσεγγίζει τη φιλοσοφία του ριζικού φαντασιακού και της κοινωνικής δημιουργίας,  όπως την ανέπτυξε ο Καστοριάδης, η οποία ανοίγει τον δρόμο και τον ορίζοντα, δεν τον κλείνει.
            Υπάρχει μία κατηγορία ανθρώπων οι οποίοι χαρακτηρίζουν «ουτοπία» οτιδήποτε ξεφεύγει από τα τετριμμένα και τα συνηθισμένα, από το υπάρχον θεσμικό, πολιτικό και αξιακό σύστημα. Έχει δημιουργηθεί έτσι ένας κλάδος στον πολιτικό τομέα που θα μπορούσε να ονομασθεί ουτοπολογία με πολλούς ουτοπολόγους, που συναγωνίζεται τον μαθηματικό κλάδο της Τοπολογίας και τους τοπολόγους μαθηματικούς. Ουτοπία ήταν και είναι η αναρχία, οι μαρξικές και αριστερές ιδεολογίες του 20ου αιώνα, ο σοσιαλισμός, ο κομμουνισμός, η αταξική κοινωνία - εννοείται με ελευθερία, ευτυχία και αφθονία, όπως τα ονειρεύθηκαν οι εμπνευστές τους. Από την άλλη όμως, αυτές οι αριστερές ιδεολογίες και πρακτικές έδωσαν τα ολοκληρωτικά σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα, τις ανελεύθερες «λαϊκές δημοκρατίες» με διώξεις, εξορίες, εξοντώσεις, ελλείψεις βασικών αγαθών, δηλαδή όχι ουτοπίες, αλλά  εφιαλτικές και απάνθρωπες πραγματικότητες.
            Η λογική των ουτοπολόγων φθάνει σε αδιέξοδα εάν λάβουμε υπ’ όψιν και τα κοινωνικά προβλήματα που υπάρχουν σήμερα, την φτώχεια, την πείνα, την ανεργία, τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τους πολέμους. Αυτά υπάρχουν ανέκαθεν και μπορεί κάποιος ουτοπολόγος να αποφανθεί ότι είναι ουτοπία να αγωνίζεται κανείς για την εξάλειψή τους. Όμως και βελτιώσεις έχουν γίνει και προσπάθειες γίνονται και είναι ανόητο να πεί κανείς ότι δεν πρέπει να γίνονται προσπάθειες για την όσο το δυνατόν εξάλειψή τους ή τον μετριασμό τους.  
            Ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος, ότι μπορεί και πρέπει να αλλάξει, αλλά να πιστεύεις ότι θα μείνει ο ίδιος. Αυτό το έχει επιβεβαιώσει η Ιστορία, στην οποία σπανίως κάποιοι ανατρέχουν για να αντλήσουν στοιχεία προσανατολισμού. Όλα αυτά που έχουν πραγματοποιηθεί στην πορεία της ανθρωπότητας επί χιλιάδες χρόνια και άλλαξαν τον τρόπο του βίου και της σκέψης, οι «συνετοί» και οι «ρεαλιστές» των διαφόρων εποχών θα τα χαρακτήριζαν με σιγουριά, αυταρέσκεια και αυτοϊκανοποίηση ανέφικτα, ουτοπίες, φαντασιοπληξίες ή ανοησίες και θα προσπαθούσαν μάλιστα να τα εμποδίσουν. Ο μεγάλος κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ είχε πει πως ό,τι έχει πραγματοποιηθεί στην ιστορία έμοιαζε πριν από την πραγματοποίησή του ανέφικτο. Η πίστη στην μη αλλαγή, στην μη κίνηση, η πίστη ότι τα πράγματα πρέπει να μείνουν και θα μείνουν σταθερά και αναλλοίωτα δεν είναι η μικρότερη από τις ουτοπίες.             
            Από την πλευρά της η Χάννα Άρεντ το εκφράζει ως εξής: «Ο κόσμος στις γενικές του γραμμές όπως και στις ελάχιστές του λεπτομέρειες, θα ήταν αμετακλήτως παραδομένος στην καταστροφική δράση του χρόνου δίχως την παρέμβαση των ανθρωπίνων όντων, αποφασισμένων να τροποποιήσουν την πορεία των πραγμάτων και να δημιουργήσουν κάτι καινούριο». Αυτό έκανε η εξέγερση του Μάη, προσπάθησε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων και δημιούργησε κάτι καινούριο.
            Ο Γ. Β. προς υποστήριξη των απόψεών του προσκομίζει και την άποψη του Henri Weber (Ανρί Βεμπέρ): «η μεγάλη δύναμη του Μάη ήταν ακριβώς η ουτοπική του διάσταση» (σ. 230). Όμως ο Βεμπέρ το 1968 ήταν τροτσκιστής στην ομάδα του Κριβίν, πίστευε στην εξουσία του προλεταριάτου, στην ίδρυση του «σωστού» κομμουνιστικού κόμματος, στην επικείμενη προλεταριακή επανάσταση για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, δηλαδή ήταν όντως ουτοπιστής. Δεν ήταν όμως όλοι των ιδίων απόψεων, αντιθέτως μία μεγάλη μερίδα των εξεγερμένων, μεταξύ αυτών και η «Κίνηση της 22 Μαρτίου», ήταν εναντίον των απόψεων του Βεμπέρ, των τροτσκιστών και των μαοϊκών για κομμουνιστική ουτοπία. Από την άλλη, ο Βεμπέρ όταν διατυπώνει την άποψη που επικαλείται ο Γ.Β. (1988), έχει αποχωρήσει από τις τροτσκιστικές ουτοπικές ιδέες της επαναστατημένης νεότητάς του και έχει ενσωματωθεί στο σύστημα, εκλεγόμενος βουλευτής με τους Σοσιαλιστές και είναι σύμβουλος του προέδρου του γαλλικού κράτους Μιτεράν.  Είναι ένας «ρεαλιστής», μετεξελίχθηκε σε πραγματιστή, και φυσικά το πιο σωστό θα ήταν να κάνει την αυτοκριτική του για τη δική του παλαιά ουτοπία.  Εν πάση περιπτώσει, ο Βεμπέρ του 1968 και ο Βεμπέρ του 1988 είναι διαφορετικά άτομα, με διαφορετικές αντιλήψεις και πρακτικές, και φυσικά ούτε το 1968 ούτε το 1988 είχε σωστές πολιτικές αντιλήψεις. Συνεπώς, δεν είναι αξιόπιστος για να τον επικαλεσθεί κάποιος και να στηρίξει στις απόψεις του την ερμηνεία των γεγονότων.
       
5.      Το τέλος της εξέγερσης

            Ο Γ.Β. δεν αναφέρει καθόλου πως τέλειωσε η εξέγερση. Κάποιος που θα διαβάσει το κείμενό του και αγνοώντας τα γεγονότα θα πιστέψει ότι η εξέγερση  αυτοδιαλύθηκε ομαλά ή οι συμμετέχοντες κουράσθηκαν και γύρισαν σπίτια τους και στις δουλειές τους. Δεν υπάρχει λέξη για την άγρια καταστολή, για τον οιονεί στρατιωτικό νόμο εκτάκτου ανάγκης του Ντε Γκωλ από τις αρχές Ιουνίου 1968, τις εμφανίσεις τανκς στα περίχωρα του Παρισιού, τις βίαιες ανακαταλήψεις από την αστυνομία των εργοστασίων, των πανεπιστημίων και των άλλων ιδρυμάτων, τους πέντε θανάτους διαδηλωτών, τους πολυάριθμους τραυματίες. ούτε επίσης υπάρχει καμία μνεία για τα  εντάλματα σύλληψης που υπερέβαιναν τα 100, για το διάταγμα διάλυσης όλων των ακροαριστερών και αναρχικών οργανώσεων, τις συλλήψεις μελών τους, την παρανομία των περισσοτέρων. Ο ηγέτης λ.χ. των τροτσκιστών Alain Krivine συνελλήφθη μετά από αρκετές ημέρες ενώ κρυβόταν, έμεινε δε στη φυλακή ένα μήνα.[19] επίσης συνελλήφθη ο εκδότης της μαοϊκής εφημερίδας La cause du peuple, που εξέδιδε η οργάνωση Gauche prolétarienne (1968-1974). ο Daniel Cohn-Bendit δραπέτευσε στη Γερμανία[20] και αρκετοί διέφυγαν στο εξωτερικό, άλλοι βυθίστηκαν στη σιωπή ή την κατάθλιψη, άλλοι αυτοκτόνησαν ή αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν. 
            Την ατμόσφαιρα των ημερών μπορεί κάποιος να δεί στο βιβλιαράκι του Μ. Blancot.[21] Ο Μωρίς Μπλανσό  συμμετείχε στην «Επιτροπή Δράσης Φοιτητών- Συγγραφέων», μαζί με άλλους διανοουμένους και συγγραφείς, όπως Margerite Duras, Maurice Nanteau, Natalie Sarraute,  που συνεδρίαζε καθημερινώς στη Σορβόνη ακόμα και τον Αύγουστο του ’68, μέχρι το τέλος του έτους, για να αντιμετωπίσει τις περιπτώσεις των τραυματισμένων, συλληφθέντων και κυνηγημένων μετά την καταστολή.
            Ο Γ. Β. θεωρεί ότι ο Μάης του ’68 απέτυχε. Μάλιστα γράφει πως υπήρχε «προαναγγελία της ήττας», δηλαδή «ορισμένα εγγενή χαρακτηριστικά ... τα οποία κατά κάποιο τρόπο προεξοφλούσαν την ήττα του – την καθιστούσαν όχι απλώς πιθανή, αλλά βέβαιη» (σ. 232). Ποια είναι αυτά τα στοιχεία κατά τον Γ.Β.; Η μη επιδίωξη ενός σταθερού δημόσιου χώρου. Το σχολίασα προηγουμένως. Η χωρίς όρια κριτική  και αμφισβήτηση, κυρίως του πανεπιστημίου, που σχολίασα προηγουμένως. Δεν επιτέλεσε τον ρόλο του ως γιορτή. Και αυτό το έχω σχολιάσει πριν. Συνεπώς τα στοιχεία αυτά δεν πείθουν για το σκεπτικό του Γ.Β.
            Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλες ιστορικές εξεγέρσεις για ελευθερία, όπως η ουγγρική εξέγερση του 1956, η Άνοιξη της Πράγας το 1968, οι προσπάθειες και απεργίες του συνδικάτου «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία στη δεκαετία του 1970. Και οι τρεις αυτές προσπάθειες κατεστάλησαν αγρίως από τις ισχυρότατες δυνάμεις του ρωσικού μπλοκ. Εδώ, ακολουθώντας τη λογική του Γ.Β.,  θα μπορούσε να γίνει λόγος ακόμα πιο πολύ για «εγγενή χαρακτηριστικά...τα οποία προεξοφλούσαν την ήττα τους», διότι και οι τρεις αυτές εξεγέρσεις έγιναν σε χώρες του ανελεύθερου κομμουνισμού, υπό καθεστώς άγριας δικτατορίας, γενικευμένου χαφιεδισμού και τεράστιας κατασταλτικής ισχύος, άρα οι πιθανότητες επιτυχίας τους ήταν σχεδόν μηδαμινές. Συνεπώς, αυτοί που συμμετείχαν σε αυτές ήταν ουτοπιστές, μαζοχιστές ή ανόητοι, διότι διακινδύνευσαν ματαίως. Πράγματι, πολλοί βρέθηκαν στην ανεργία, άλλοι συνελλήφθησαν, φυλακίσθηκαν, βασανίσθηκαν ή έχασαν τη ζωή τους. Όπως γίνεται αντιληπτό η λογική του Γ.Β. καταλήγει σε αδιέξοδο όσον αφορά την ανθρώπινη δίψα για ελευθερία και δεν προσφέρει πολλά στοιχεία για τη γνώση των ιστορικών πολιτικών γεγονότων.  
            - Ο Γ.Β. υπαινίσσεται επί πλέον ότι αξίες, αρχές και προτάγματα του Μάη αφομοιώθηκαν από το σύστημα (σ. 242, 244). Αφομοίωση ή οικειοποίηση (récuperation) σημαίνει πως παίρνω κάτι και το ενσωματώνω στις δικές μου αξίες στο δικό μου σύστημα, το υιοθετώ και πιθανόν το μεταλλάσσω προς όφελός μου. Τι όμως αφομοιώθηκε; Μήπως τα οδοφράγματα, οι διαδηλώσεις, οι καταλήψεις, οι συνελεύσεις, οι επιτροπές δράσης; Τίποτε από όλα αυτά δεν έχει υιοθετήσει ή χρησιμοποιήσει το σύστημα. Μήπως η κριτική στην κατανάλωση, στο θέαμα; Ασφαλώς όχι, διότι αυτό που υπήρξε μετά ήταν η απόλυτη κυριαρχία της καταναλωτικής ηλιθιότητας και του αποβλακωτικού θεάματος. Μήπως αφομοιώθηκε η κριτική στην αντιπροσώπευση, στις εκλογές και στα κόμματα; Ούτε αυτή, διότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα παρέμεινε απαράλλακτο και αδιάλλακτο. Ούτε κάν τη νομοθέτηση δημοψηφισμάτων υιοθέτησε. Μήπως υιοθέτησε τα συνθήματα για εξουσία στους εργαζομένους, για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, για πραγματικό σοσιαλισμό; Ούτε βεβαίως και αυτά. Μήπως καταργήθηκε ή μετριάσθηκε η γραφειοκρατία, η ιεραρχία, η ετερονομία; Αντιθέτως, αυξήθηκαν και μεγάλωσαν. Τίποτε λοιπόν δεν αφομοιώθηκε. Τα προτάγματα της εξέγερσης παραμένουν επίκαιρα και ζητούν τη δικαίωσή τους.
            Εάν κάποια ευφάνταστα συνθήματα της εξέγερσης χρησιμοποιήθηκαν από κάποια συστημικά μέσα για τους δικούς τους σκοπούς αυτό δεν σημαίνει κάποια récuperation, απλώς φανερώνει από τη μια τη δύναμη και τη γοητεία αυτών των συνθημάτων και από την άλλη την ένδεια και τον κυνισμό των άσχετων χρηστών τους. Παρόμοια περίπτωση έχουμε με την χρήση της μορφής του Τσε Γκεβάρα όχι μόνο από αριστερές, αντιιμπεριαλιστικές, αντικαπιταλιστικές οργανώσεις, αλλά και από εμπορικές εταιρείες διαφόρων ειδών, σε πιάτα, μπρελόκ, πλαστικές σακούλες, σε μπλουζάκια, φορέματα, μαγιό![22] Πρόκειται για οικειοποίηση της μορφής και όχι της ουσίας, των ιδεών και των πρακτικών του Αργεντινού Κομαντάντε.
            Όμως αν υποθέσουμε ότι to σύστημα «οικειοποιήθηκε» κάποια στοιχεία, αυτό δεν είναι παρά μια ταυτολογία και δεν σημαίνει απολύτως τίποτε από πολιτική άποψη. Άλλωστε αυτή είναι και η πορεία και η λειτουργία του συστήματος, να οικειοποιείται, να ενσωματώνει στοιχεία από τους αγώνες των εργαζομένων. Παράδειγμα, η καθιέρωση του οκταώρου που ήταν απαίτηση των εργατών και επιβλήθηκε μετά από αγώνες και κόστισε ανθρώπινες ζωές. Σήμερα όμως το οκτάωρο, όταν υπάρχει, καταστρατηγείται από την εργοδοσία. Πρέπει δηλαδή να απορρίψουμε την καθιέρωση του οκταώρου ή δεχθούμε αυτή την καταστρατήγηση; Άλλο παράδειγμα, η ίδρυση των συνδικάτων, την οποία αποδέχθηκε το σύστημα, πάλι μετά από αγώνες των εργαζομένων. Φυσικά τα συνδικάτα αργότερα εκφυλίσθηκαν και από ριζοσπαστικά που ήταν στην αρχή έχουν γίνει μοχλοί του συστήματος. Οι εργαζόμενοι όμως επινόησαν άλλους τρόπους: εργοστασιακές επιτροπές, άγριες απεργίες κ.ο.κ.            
            Η άποψη αυτή, ότι το σύστημα οικειοποιείται τους αγώνες, εκφράζει στο βάθος την αντίληψη ότι οι αγώνες είναι μάταιοι και άρα αυτό που έχει μόνο αξία είναι το κοινοβουλευτικό παιγνίδι ανάμεσα στα κόμματα και τους πολιτικάντηδες για την νομή της εξουσίας και κάποιες ψευδο-μεταρρυθμίσεις. Αυτή είναι η γραφειοκρατική και κομματική αντίληψη που υποβαθμίζει και αναιρεί την πολιτική.[23] Θα μπορούσαμε όμως να πούμε πως κάποια άτομα που συμμετείχαν στην εξέγερση και διεδραμάτισαν κάποιο ρόλο ενσωματώθηκαν στο σύστημα ή αφομοιώθηκαν, όπως οι Daniel Cohn-Bendit, Serge July, Alain Geismar, André Glucksmann, Bernard Κouchner, Henri Weber, Marc Cravets κ.ά. Δεν μπορεί όμως επ’ ουδενί να ταυτισθεί η εξέγερση με τα άτομα αυτά ούτε τότε ούτε ασφαλώς μετέπειτα.   

6.      Συνέπειες

            Ο Γ. Β. αποτιμώντας τον Μάη σημειώνει πως αυτός «συμπύκνωσε μια ολόκληρη εποχή, μια σύντομη αλλά καθοριστική περίοδο της σύγχρονης ανθρωπότητας. Συγχρόνως σηματοδότησε και μια καμπή της ιστορίας, γιατί ο κόσμος πριν και μετά δεν είναι ο ίδιος. Με αυτήν ακριβώς την έννοια πρέπει να εξεταστεί: ως ένα εμβληματικό γεγονός και ένα ιστορικό ορόσημο» (σ. 213).  Γιατί ο Μάης είναι εμβληματικό γεγονός και ιστορικό ορόσημο; Τι σημαντικό έφερε και γιατί ήταν καθοριστικός; Ενώ κάποιος θα περίμενε να αναφερθούν τα στοιχεία που δικαιολογούν το «εμβληματικό γεγονός και το ιστορικό ορόσημο», εν τούτοις ο Γ.Β. αναφέρει ότι ο Μάης δεν έφερε τίποτε το θετικό και το καλό. «Ο Μάης του ’68, όπως άλλωστε και το συνολικότερο κίνημα κριτικής και αμφισβήτησης της δεκαετίας του 1960, στάθηκε ανίκανος να αλλάξει την ανθρώπινη πραγματικότητα. Και όχι μόνο αυτό – ο κόσμος που τον διαδέχθηκε (και στον οποίο συνέβαλε) ήταν πιο σκοτεινός από εκείνον που υπήρχε πριν» (σ. 231). Αλλού περιγράφει αυτόν τον κόσμο «πολύ πιο ζοφερό» (σ. 236). Δεν έχει όμως τα χαρακτηριστικά αυτού του νέου κόσμου που θα επέτρεπαν να δούμε γιατί είναι πιο σκοτεινός, πιο ζοφερός. Κάποια στοιχεία δίνει μόνο μέσω του Regis Debray, ο οποίος υποστηρίζει πως η γαλλική εξέγερση συνέβαλε στην ιδεολογική πόλωση αλλά και στην ίδια την αποκατάσταση  της τάξης και της κοινωνικής ιεραρχίας – ήταν η «θερμοκοιτίδα μιας νέας αστικής κοινωνίας» (σ. 236).
            Τι ισχύει από αυτά που λέει ο Ντεμπραί; Τα στοιχεία που αναφέρει δεν είναι καινούργια, διότι και πριν υπήρχαν η ιδεολογική πόλωση, η τάξη, και κοινωνική ιεραρχία. Αυτά δεν αποτελούν χαρακτηριστικά μιας ζοφερότερης κοινωνίας. Επίσης η νέα αστική κοινωνία είχε ήδη σχηματισθεί στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στη Γερμανία πολύ πριν από την εξέγερση. Υπήρξαν αρκετά βιβλία Αμερικανών κοινωνιολόγων και άλλων συγγραφέων πριν από το 1968 που ανέλυαν τις τάσεις και τα χαρακτηριστικά της αναδυόμενης νέας αστικής κοινωνίας.[24] Ο καπιταλισμός ήδη από τη γέννησή του έχει προβεί σε πολλές αλλαγές στον τρόπο παραγωγής, διανομής και γενικής οργάνωσης, δημιουργώντας, κατά συνέπεια, σε κάθε περίοδο μια νέα αστική κοινωνία.  Όσον αφορά τη Γαλλία, αυτή μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 ήταν μία αγροτική κοινωνία. Μετά άρχισε να αλλάζει και να προχωρά γρήγορα στην εκβιομηχάνιση και να εντάσσεται στο αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό σύστημα. Είχε αρχίσει ήδη να αναπτύσσεται μία νέα αστική κοινωνία, δεν περίμενε τον Μάη. Εν πάση περιπτώσει αυτό που λέει ο Ντεμπραί ότι η εξέγερση ήταν η «θερμοκοιτίδα της νέας αστικής κοινωνίας» είναι υπερβολικό. Ο Μάης ήταν «θερμοκοιτίδα» για άλλες σημασίες αντιιεραρχικές, αντιγραφειοκρατικές, δημοκρατικές και ελευθεριακές, ακόμα και για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που έγιναν στην μετα-ντεγκωλική εποχή. Συνεπώς τα στοιχεία αυτά του Ντεμπραί δεν δικαιολογούν τον ισχυρισμό του Γ.Β. για «κόσμο πιο ζοφερό» μετά τον Μάη.[25]
            Ένα άλλο στοιχείο που παραθέτει ο Γ.Β. για να στηρίξει τον ισχυρισμό του για ζοφερότερο κόσμο μετά τον Μάη, είναι «η παρεκτροπή ενός από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του: του ουτοπισμού» (σ. 236). Ενώ μέχρις εδώ μιλάει μόνο για ουτοπία, εισάγει ξαφνικά τον όρο «ουτοπισμός», τον οποίο διακρίνει από τον όρο «ουτοπία», και υποστηρίζει  με περίτεχνους συλλογισμούς που δεν πείθουν ότι ο «ουτοπισμός» εγκυμονεί κινδύνους εκτροπής για το μέλλον, χωρίς να προσδιορίζει έστω και γενικώς τους υποτιθέμενους «κινδύνους». Άλλωστε ο Γ.Β. δίνει στον όρο «ουτοπισμός» θεωρητικό πλαίσιο, ενώ ο Μάης δεν ήταν μία συγκεκριμένη θεωρία, αλλά κυρίως πράξη και δράση.   
            Εάν ακολουθούσαμε τη λογική του Γ.Β. θα μπορούσαμε να δούμε ένα πιο σκοτεινό κλίμα σε άλλες ιστορικές στιγμές, όπως λ.χ. μετά τη γαλλική επανάσταση, στην μετέπειτα περίοδο που είναι γνωστή ως «Τρομοκρατία 1793-1794» με τα χιλιάδες θύματα από την διακυβέρνηση των Ιακωβίνων και εν συνεχεία μετά το 1794 τις εκτελέσεις των Ιακωβίνων από τους Θερμιδωριανούς. Αυτό σημαίνει μήπως ότι η επανάσταση απέτυχε, ηττήθηκε, ήταν ουτοπιστική; Όχι βεβαίως, διότι είναι η εμβληματική επανάσταση που έδωσε τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες, το τέλος της μοναρχικής απολυταρχίας, της εκκλησιαστικής και της θρησκευτικής δεσποτείας.
            Από την άλλη, ζοφερότερο κλίμα επικράτησε την περίοδο μετά την καταστολή της παρισινής κομμούνας το 1871 και τις μαζικές σφαγές, εκτοπίσεις, φυλακίσεις από τον Θιέρσο (Tiers) και τα στρατεύματά του. Ομοίως στην περίοδο μετά τον Οκτώβριο του 1917 στη Ρωσία με τον εξοντωτικό εμφύλιο πόλεμο και τις εκκαθαρίσεις των αντιφρονούντων επί Λένιν που συνεχίσθηκαν με ακραία βαρβαρότητα στον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις όντως υπήρξε μία πιο σκοτεινή περίοδος. Στη Γαλλία μετά τον Μάη του ’68 δεν έχουμε παρόμοιες καταστάσεις, παρά την γκωλική καταστολή.
            Από τις αφηγήσεις τέτοιου είδους και μάλιστα από καταδικαστικές   ετυμηγορίες λείπουν τα πιο ουσιαστικά στοιχεία: τα συναισθήματα, τα πάθη, τα όνειρα, οι καταπιέσεις, οι επιθυμίες, οι αγωνίες, οι φόβοι, η θέληση για αξιοπρέπεια, τα «φτάνει επιτέλους», ο θυμός, η αναζήτηση νοήματος, η ανα-νοηματοδότηση του βίου, που αποτελούν τη βάση και τον αποχρώντα λόγο για τις εξεγέρσεις, την ουσία τους. Δίχως όμως αυτά δεν θα υπήρχαν οι εξεγέρσεις. αυτά δυστυχώς δεν καταγράφονται  και δεν μπορούν να μετρηθούν αντικειμενικά, είναι δύσκολα ανιχνεύσιμα από τους μετέπειτα ιστορικούς. Γι αυτό τα κείμενα των Λεφόρ, Μορέν, Καστοριάδη και Certeau, που ανέφερα πριν,  είναι μοναδικά – μεταφέρουν με τον τρόπο τους αυτές τις μοναδικές και ανεπανάληπτες στιγμές. Οι εξεγέρσεις δεν γίνονται μόνο από ιδέες, συνθήματα, λογικές κατασκευές και προγράμματα, αλλά από κάτι που τα υπερβαίνει, από κάτι που έχει να κάνει με το νόημα της ζωής. 
            Μπορεί να μην ευοδώθηκαν τα προτάγματα του Μάη, αλλά ο κόσμος μετά από αυτόν έγινε, όχι χειρότερος, αλλά ανοικτός σε άλλες προοπτικές, δημιουργήθηκαν πολλά κινήματα και πραγματοποιήθηκαν αρκετές αλλαγές στο σύστημα και την κοινωνία, τις οποίες ανέφερα εν συντομία σέ άλλο κείμενό μου.[26] Ο κόσμος έγινε θετικά διαφορετικός μετά τον Μάη. Αντίθετα λοιπόν με αυτά που γράφει ο Γ.Β., ο Μάης με τις επιδράσεις και τη δυναμική του στην μετέπειτα εποχή συνετέλεσε στο να αλλάξουν κάποια πράγματα προς το καλύτερο. O Immanuel Wallerstein σημείωνε το 1989 τα εξής: «Έχουν γίνει μονάχα δύο παγκόσμιες επαναστάσεις. Η μία το 1848, η δεύτερη το 1968. Και οι δύο απέτυχαν. Και οι δύο μετασχημάτισαν τον κόσμο».[27] 
            Όσον αφορά τις άλλες χώρες και τα κινήματα που υπήρξαν σε αυτές, έγιναν και εκεί αλλαγές. Στις ΗΠΑ λ.χ. δρομολογήθηκε η κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων, η εξαφάνιση της Ku Klux Klan, αλλαγές στα Πανεπιστήμια, στις σχέσεις των δύο φύλων, στην ευαισθητοποίηση του κόσμου για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, μέχρι την τελική ήττα των Αμερικανών το 1975.
            - Συνεχίζοντας ο Γ.Β. την επίθεση για πλήρη αποδόμηση και «απομυθοποίηση» του Μάη, αναφέρει και άλλες προβληματικές απόψεις. Μία πρώτη είναι ότι η εξέγερση επέφερε τον «ριζικό κλονισμό όχι απλώς ορισμένων αρχών και αξιών αλλά αυτής καθαυτής της ιδέας ότι πρέπει να υπάρχουν αρχές και αξίες» (σ. 243). Ίσως κάποια μικρή μειονότητα να λειτούργησε μηδενιστικά. Όμως η γενική απόφανση του Γ.Β. δεν είναι σωστή, διότι η εξέγερση ανέδειξε ένα πλήθος αξιών και αρχών: τις αξίες της ζωής, της χαράς, της γιορτής, της επικοινωνίας, του λόγου και του διαλόγου, τις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας, της κοινοτικής συνύπαρξης, της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, της δημοκρατίας, των εργατικών συμβουλίων, την αξία του αγώνα  για έναν καλύτερο κόσμο χωρίς αλλοτρίωση, ιεραρχίες και γραφειοκρατίες.

7.      Η τρομοκρατία

             Μία άλλη προβληματική άποψη του Γ.Β. είναι ότι ο Μάης άφησε «σημαντική παρακαταθήκη την τρομοκρατία» (σ. 239). Η «εξήγηση» του Γ.Β είναι πολύ ευάλωτη, διότι κυμαίνεται από γενικολογίες και ταυτολογίες δίχως κάποια στοιχεία και επιχειρήματα («η τρομοκρατία γεννήθηκε μέσα από την ήττα του κινήματος του ‘60»), μέχρι ασημασιολόγητες περιπτωσιολογίες (αναφέρει την υπόθεση της RAF στη Γερμανία και γενικώς σκέψεις για την τρομοκρατία). Θα πρέπει να ξεκαθαρισθεί πως στη Γαλλία, σε αντίθεση με άλλες χώρες, δεν υπήρξε τρομοκρατία. Αυτό είναι ένα ιστορικό δεδομένο, όπως τονίζουν άλλωστε άτομα που ξέρουν από μέσα, εξ ιδίων βιωμάτων την κατάσταση.[28] Η τρομοκρατία, ιδίως στη Γερμανία και την Ιταλία, και αργότερα στην Ελλάδα, ξεκίνησε στη δεκαετία 1970 από λίγα άτομα της άκρας Αριστεράς, κυρίως του μαρξισμού-λενινισμού, με παράνομη δραστηριότητα, αυστηρή πειθαρχία και ιεραρχία, μυστικότητα και ένοπλες επιθέσεις, απαγωγές, φόνους κ.λπ. Δεν είχε δηλαδή καμία απολύτως σχέση με το πνεύμα, τις αρχές, τις διαδικασίες, με την συλλογική έκφραση και την δημόσια παρουσία, με την όλη σύλληψη του Μάη, ο οποίος καθόλου δεν συνδέεται  ιδεολογικά με την τρομοκρατία, όπως λανθασμένα γράφει ο Γ.Β. Ο Μάης σαφέστατα δεν εμπνεύσθηκε από τον μισανθρωπικό μηδενισμό του Σεργκέι Νετσάγιεφ και ούτε δημιούργησε κάποιον «Σεργκέι Νετσάγιεφ».
            Ο Μάης ήταν ένα ανοικτό μαζικό κίνημα που επιδίωκε ακριβώς την μαζικοποίηση, τη συμμετοχή της κοινωνίας και των εργαζομένων, της εργατικής τάξης, δίχως βία και τρομοκρατία, με διάλογο, συζητήσεις, συνελεύσεις, δίχως συγκεκριμένη στρατηγική και ιδεολογία, με ανοικτές δημοκρατικές διαδικασίες και δράσεις, κατά της ιεραρχίας και της (στρατιωτικής) πειθαρχίας, υπέρ της ζωής, της χαράς και της γιορτής. Ουδέποτε ο Μάης διεκήρυξε τη βία και την τρομοκρατία γι’ αυτό και απέκτησε κύρος και μαζικότητα. Το αντίθετο ακριβώς από τις κλειστές παράνομες, άκρως ιδεολογικές και στρατικοποιημένες τρομοκρατικές οργανώσεις, τις εγκλωβισμένες στο «ηθικό» και «πολιτικό» χρέος, στη συνωμοσία, στη μυστικότητα, στην πίστη σε μοναδική αλήθεια, δηλαδή στη δική τους ιδεολογία,  στην αυστηρή ιεραρχική δομή, με αργηγό και καθοδηγητικό επιτελείο, δίχως άνοιγμα στην κοινωνία, στις ελεύθερες σχέσεις, στη χαρά και στη γιορτή.
            Η βία και η ένοπλη παράνομη δράση ή το «αντάρτικο πόλεων» ή η τρομοκρατία προήλθε από ακροαριστερές ιδεολογίες και πρακτικές (Μάο, Γκεβάρα, Κάστρο, Τουπαμάρος, Μαριγκέλα) οι οποίες αποτελούσαν μία πτυχή της μαρξιστικής και κομμουνιστικής παρακαταθήκης, όπως αυτή ανιχνεύεται τουλάχιστον σε κάποια κείμενα των «ιδρυτών πατέρων», για την επανάσταση και την βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Επίσης από κείμενα και πρακτικές της διεθνούς τρομοκρατίας, Κάρλος (Τσακάλι), παλαιστινιακές οργανώσεις στη δεκαετία του 1970 (Ζωρζ Χαμπάς, Αμπού Νιντάλ), αλλά και παλαιότερες εκδοχές της, του ιρλανδικού IRA και της βασκικής ΕΤΑ. Η τρομοκρατία αυτή δεν συνδέεται με κανένα μαζικό πολιτικό κίνημα που να έχει τον χαρακτήρα του γαλλικού Μάη. Ένοπλες ομάδες υπήρχαν βεβαίως και σε άλλες χώρες, Βραζιλία, Αργεντινή, υπό καθεστώς όμως δικτατορίας.
                   Μία άλλη πτυχή του ζητήματος είναι οι ίδιες οι ΗΠΑ τη δεκαετία του ’60. Υπήρχαν κινητοποιήσεις και καταλήψεις στα Πανεπιστήμια για φοιτητικά ζητήματα, κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, κατά του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων. Οι τελευταίες εκτός από τη θεσμική και νομική μορφή τους εκφράζονταν και από τις τρομοκρατικές και δολοφονικές ενέργειες της Ku Klux Klan. Ως απάντηση στον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις υπήρχαν οι στρατιωτικού χαρακτήρα «Μαύροι Πάνθηρες», με ένοπλες δράσεις και ο δυναμικός Μάλκομ Χ, δίχως να υπάρχει σχέση αιτίου αιτιατού με μαζικά πολιτικά κινήματα. Εκ παραλλήλου υπήρχαν ο μετριοπαθής Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και η κομμουνίστρια Άντζελα Νταίιβις. Υπήρχε δηλαδή μία ποικιλία δράσεων, ομάδων, κινήσεων, διεκδικήσεων που είχαν βεβαίως παρόμοιους στόχους με διαφορετικές μορφές, αλλά δεν μπορούν να τεθούν στη σχέση αιτίου αιτιατού. Η τρομοκρατία λοιπόν δεν προήλθε από τα κινήματα αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας της δεκαετίας του ’60, δεν υπάρχει εδώ σχέση αιτίου και αιτιατού. Δεν είναι αποτέλεσμα του Μάη, δεν είναι η παρακαταθήκη του Μάη.
            Αυτό που έφερε ο Μάης, ως παρακαταθήκη, είναι ο αγώνας προς ένα καλύτερο κόσμο, χωρίς βία και τρομοκρατία, με τη συναίνεση και τη συμμετοχή της κοινωνίας, ως έργο της ίδιας της κοινωνίας και όχι ως βίαιη δράση μιας ομάδας χωριστής από την κοινωνία, δίχως την κοινωνία και ερήμην της κοινωνίας. Ο Μάης άνοιξε ένα ρήγμα στα ισχυρά τείχη των παραδοσιακών εξουσιών, από το οποίο εισήλθαν νέες δημοκρατικές ιδέες και αντιλήψεις, νέα ήθη και προτάγματα ελευθερίας, ισότητας.  επέτρεψε δε να φανεί ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας, σχέσεων και λόγου, μία άλλη κουλτούρα και άλλες σημασίες. Κυρίως επέτρεψε να αναδυθεί ένας άλλος τρόπος να σκεφθούμε και να πράξουμε την πολιτική, στον αντίποδα της παραδοσιακής πολιτικής. Η τελευταία ήταν και είναι υποχείρια από τη μια, του κράτους, των κομμάτων, των εκλογών και του κοινοβουλίου, και από την άλλη, της μαρξικής ιδεολογίας, της λενινιστικής στρατηγικής και της αριστερής γραφειοκρατικής αλλοτρίωσης. Μέσα από το ρήγμα αυτό φάνηκε ένας άλλος τρόπος να αντιμετωπισθεί η πολιτική, έξω από όλα τα παραπάνω, ως υπόθεση της κοινωνικής συμμετοχής, ως προσωπική ψυχοσωματική επένδυση, ως κάτι που δεν διαχωρίζεται από την κοινωνία και τη ζωή, αλλά είναι μέρος της κοινωνίας και της ζωής, είναι ένας άλλος τρόπος του υπάρχειν μέσα στη ζωή και την κοινωνία.[29]

***

            Από τα παραπάνω έγινε εμφανές ότι τα στοιχεία κριτικής που προσκομίζει ο Γ.Β. είναι προβληματικά και αστήρικτα. Κανένα  στοιχείο από την κριτική του δεν προσκομίζει πειστική επιχειρηματολογία. στην ουσία πρόκειται για ιδεολογική πολεμική, στηριγμένη επιλεκτικά σε κάποια συνθήματα και κείμενα, ερμηνευμένα οριακά, παρακάμπτοντας ή αγνοώντας άλλα, παραμελώντας άλλες πτυχές της εξέγερσης.
             Ο Μάης λοιπόν για τον Γ. Β. απέτυχε, δεν έφερε τίποτε θετικό, αλλά μόνο αρνητικά, σκοτεινά και ζοφερά στοιχεία, ουτοπισμό, τρομοκρατία, απόλυτο σχετικισμό αξιών και αρχών, μεταμοντέρνο μηδενισμό, ατομικιστικό ηδονισμό, λάιφ στάιλ, διάλυση του συλλογικού, σε σημείο που ο Γ.Β. καταλήγει το κείμενό του ως εξής: «Άλλωστε, τι μπορεί να σημαίνει σήμερα το όνειρο του Μάη του ’68, πέρα από μια καλή ζωή με όλα τα κομφόρ, σε μια  συνοικία που, κατά προτίμηση, δεν κατοικούν μετανάστες;» (σ. 245).  Είναι εμφανές ότι η αντιμετώπιση αυτή είναι εντελώς απαξιωτική και διαστρεβλωτική, εκπέμπει αδιέξοδα, μηδενισμό, γεννά την απογοήτευση,  την απαισιοδοξία και τον προσωπικό εγκλεισμό στην ιδιωτική σφαίρα. Η εντελώς αρνητική και απαισιόδοξη, σχεδόν μηδενιστική, εικόνα που εκπορεύεται από το κείμενο του Γ.Β. τον κατατάσσει στους αντιπάλους του Μάη, και απ’ ό,τι φαίνεται αντλεί από συγγραφείς που ανήκουν στην κατηγορία που πολύ εύστοχα ονομάσθηκε «σκέψη αντι-68» (pensée anti-68).[30]
             Εδώ ακριβώς βρίσκεται μία βασική έλλειψη στο άρθρο του Γ.Β., διότι χρησιμοποιεί μόνο τη βιβλιογραφία της μίας πλευράς, της αρνητικής απέναντι στην εξέγερση, ενώ η άλλη πλευρά απουσιάζει. Ο Γ.Β. χρησιμοποιεί λ.χ. τον Certeau μόνο για ένα συγκεκριμένο σκοπό και δεν εκμεταλλεύεται το υπόλοιπο υλικό του βιβλίου του ή αναφέρει τις απόψεις της Άρεντ χωρίς τα θετικά σημεία και χωρίς τα χρονικά συμφραζόμενα.[31] Εκτός από τους  Kristeva, Mannoni, Aron, Debray, Piconne, τους οποίους χρησιμοποιεί επιλεκτικά, υπάρχουν άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς που ανέλυσαν τα γεγονότα. Στο πλαίσιο αυτό θεωρώ πως το βιβλίο των Μορέν, Λεφόρ, Καστοριάδη είναι ένα βασικό και απαραίτητο βοήθημα για κάποιον που ενδιαφέρεται να γνωρίσει τον Μάη του ’68.[32] Τους λόγους εξηγώ σε άλλο κείμενό μου.[33] Η απουσία του από το άρθρο του Γ.Β. είναι σημαίνουσα, διότι οι τρεις σπουδαίοι στοχαστές, βασισμένοι στη συμμετοχή τους και στα άμεσα βιώματά τους κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, αλλά και με τις κριτικές απόψεις τους, βρίσκονται στον αντίποδα αυτών που θέλει να υποστηρίξει ο Γ.Βλάχος. Οι τρεις στοχαστές ούτε εξιδανικεύουν και θριαμβολογούν ούτε απαξιώνουν και μηδενίζουν. Αναλύουν και ασκούν εποικοδομητική κριτική, μεταφέροντας ταυτοχρόνως και την ατμόσφαιρα τη στιγμή της εξέγερσης.
            Ο Lefort λ.χ. είκοσι έτη μετά την εξέγερση σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούσε κανείς τότε να δώσει νόημα στα γεγονότα χωρίς να απαρνηθεί τη σκοπιά του παρατηρητή. Προσθέτω ότι όσοι, είκοσι χρόνια αργότερα, καταγίνονται να περιορίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την εμβέλεια του Μάη, καταδικάζοντάς τον ακόμα και στην ασημαντότητα, χωρίς να επιχειρούν, όπως θα έκανε κάθε καλός ιστορικός, να κάνουν το παρελθόν παρόν, στερούνται το πρώτο κίνητρο της κατανόησης».[34]    
            Η ιστορία των ιδεών είναι ένα έργο που μπορεί λίγο-πολύ να ελεγχθεί από τον ενδιαφερόμενο, διότι υπάρχουν τα γραπτά και οι ιδέες των στοχαστών, των ομάδων ή των κινήσεων. Το πολύ να υπάρξουν διαφορετικές ερμηνείες από καλόπιστους κριτικούς, η ύλη όμως υπάρχει, είναι εδώ. Η ιστορία όμως των κινημάτων είναι σύνθετο και δύσκολο έργο, διότι περιλαμβάνει τα συλλογικά γεγονότα που είναι ήδη παρελθόν και έχουν «καταγραφεί» με τον τρόπο τους σε διάφορες ετερόκλητες, ασύμμετρες, ενίοτε δε αντιφατικές πηγές, άλλες υπέρ και άλλες κατά. Άλλωστε και για τους ίδιους τους συμμετέχοντες μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια, πόσο μάλλον μετά από πενήντα χρόνια, τα ίδια τα συντελεσθέντα γεγονότα δεν υπάρχουν, δεν είναι εδώ. Δεν υπάρχει η πρωτογενής ύλη, αλλά οι αναμνήσεις και τα «αποτυπώματά» της, αφηγήσεις δηλαδή που είναι πια ερμηνείες, συνειδητές ή ανεπίγνωστες, υπό το πρίσμα της μετέπειτα εξέλιξης των ατόμων και της τωρινής κατάστασής τους. Γι’ αυτό απαιτείται μεγάλη προσοχή, αμεροληψία και αντικειμενικότητα όσον το δυνατόν, καθώς επίσης επίπονο κοσκίνισμα των πληροφοριών και των αναγνώσεων.
            Όσοι έχουν συμμετάσχει σε ένα αυτοκαθοριζόμενο μαζικό κοινωνικό-πολιτικό κίνημα, όσοι έχουν βιώσει μία σημαντική μαζική εξέγερση για αλλαγές, που έχουν διακινδυνεύσει τη βολή τους, τη θέση τους, την ησυχία τους και τη θεωρητική τους ασφάλεια, μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει ανθρώπινη περιπέτεια για αξιοπρέπεια και ελευθερία και τι σημαίνει ιστορία - πως οι πρώτες κερδίζονται και πως η τελευταία προχωρεί. Χρειάζεται λοιπόν από τους μετέπειτα ουσιαστική εμβάθυνση σε αυτές τις εξεγέρσεις, ευαισθησία και σεβασμός στον αγώνα των ανθρώπων, με κριτική αποτίμηση βεβαίως, και όχι εύκολοι και εκ του ασφαλούς, από τα ύψη του θεωρητικού θώκου και με την βεβαιότητα της χρονικής απόστασης, επιτιμητικοί και απορριπτικοί χαρακτηρισμοί, όπως ήταν «ουτοπιστές», «ηττήθηκαν», «απέτυχαν» κ.ο.κ. Η ιστορία δύσκολα  γίνεται, εύκολα παρερμηνεύεται.
           
           
           
           
















[1] Για κάποια ονόματα βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Μάης 1968, Το ρήγμα. Καστοριάδης, Lefort, Morin», Kaboom, τχ. 4, 2018, σ. 250-251. O Gilles Deleuze (Deux régimes de fous, Minuit, Paris, 2003, 131) ήδη από το 1977 είχε αντιληφθεί το μίσος και την ανερχόμενη μνησικακία για τον Μάη του ’68 από τους «νέους φιλοσόφους», τα οποία θεώρησε ως την αδιαμφισβήτητη ένδειξη για το «συνηθισμένο κατώφλι της μαλακίας». Βλ. επίσης Kristin Ross, May ’68 and its Afterlives, Chicago-London 2002.

[2] Γ. Σ. Βλάχος, «Πενήντα χρόνια μετά: Για την ακμή και την παρακμή του επαναστατικού  ουτοπισμού», Kaboom, τ. 4, 2018.

[3] Lefebvre, Μηδενισμός και αμφισβήτηση, μτφρ., Ύψιλον, Αθήνα, 1990, σ. 52. 

[4] Για μια κριτική της λεγόμενης Νεάς Αριστεράς βλ. Μαρκούζε, Το τέλος της ουτοπίας, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, Ύψιλον, Αθήνα 1985, σ. 122.

[5] Μαρκούζε, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος (1964).

[6] Βλ. τις σχετικές απόψεις του στο Πανοπτικόν, τχ. 16, σ. 8, 14.

[7] Η. Lefebvre, Μηδενισμός και αμφισβήτηση, Ύψιλον, Αθήνα 1990, σ. 22

[8] Βλ. τις απόψεις του Μαρκούζε στο Πανοπτικόν, τχ. 16, σ. 6 κ.ε.

[9] Βλ. Καστοριάδης, «Τα κινήματα της δεκαετίας του εξήντα», Η γαλλική κοινωνία, Ύψιλον, Αθήνα 1986, σ. 40.

[10] Paul Veyne, Foucault. Sa pensée, sa personne, Albin Michel, Paris, 2008.

[11] Όσοι έχουν γαλουχηθεί με την πλούσια ποιητική παράδοση της Ελλάδας,  η οποία έχει και δύο Νόμπελ ποίησης, είναι πιο ανεκτικοί σε τέτοιου είδους συνθήματα. Ας θυμηθούμε  τον Γιώργο Σαραντάρη: «Η ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ». Αρκετές χιλιάδες στη Γαλλία τον Μάιο 1968 ήταν σε κατάσταση ποιητικής εγρήγορσης, η οποία είχε ως αποτέλεσμα οι κυβερνώντες και οι ιθύνουσες ελίτ να χάσουν τον ύπνο τους. 

[12] Από όσο ξέρω, μόνο ένας εμπρησμός σημειώθηκε, αυτός του Χρηματιστηρίου από κάποιους διαδηλωτές στις 24 Μαΐου, ως απάντηση στο διάγγελμα του Ντε Γκωλ  την ίδια μέρα, με το οποίο πρότεινε δημοψήφισμα με θέμα τη συμμετοχή των ατόμων στην πολιτική και την οικονομία. Η πρόταση του στρατηγού δεν ευδοκίμησε.

[13] Βλ. Καστοριάδης, «Η προδρομική επανάσταση», Η γαλλική κοινωνία, σ. 162 κ.ε. 

[14] Βλ. μεταξύ άλλων Kristin Ross, May ’68 and its Afterlives, The University Chigago Press, Chicago and London, 2002, σ. 76 κ.ε.

[15] Michel de Certeau, La prise de parole: pour une nouvelle culture, Deslee de Brouwer, Paris, 1968  

[16] Μορέν, Λεφόρ, Καστοριάδης, Μάης του ’68: Η ρωγμή, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Ύψιλον, Αθήνα, 2018, σ. 13 κ.ε., 222.  

[17]  Άρεντ, Σκέψεις για την πολιτική και την επανάσταση, Έρασμος, Αθήνα, σ. 10.

[18] Να σημειωθεί πως  ο Karl Mannheim στο έργο του Ιδεολογία και ουτοπία (1929), ορίζει την ουτοπία και ως αυτό που δεν έχει υπάρξει ακόμα, που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί. Το ίδιο και ο Μαρκούζε, που ασκεί κριτική στον Μανχάιμ. Αλλά εδώ εισερχόμαστε στα πεδία της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας. Αρκετοί πάντως χρησιμοποιούν τον όρο με αυτήν την έννοια, κακώς κατά τη γνώμη μου, διότι δημιουργούνται συγχύσεις. Θα μπορούσε κάλλιστα στην περίπτωση αυτή να χρησιμοποιείται οι όροι «όραμα», «πρόταση» ή «πρόταγμα».

[19] Ο Α. Krivine το 1973 συμμετείχε στην ίδρυση της Κομμουνιστικής Λίγκας, η οποία θα διαλυθεί από την κυβέρνηση και αυτός θα ξαναπάει φυλακή.

[20] Η απαγόρευση εισόδου του στη Γαλλία τέλειωσε το 1978.

[21] Maurice Blanchot, Για τον Μάη του ’68, Ελευθεριακή κουλτούρα, Αθήνα 2018, σ. 6. Το βιβλίο περιέχει μόνο προκηρύξεις και διακηρύξεις που αποδίδονται στον Μπλανσό.

[22] Αυτά δεν είναι υπερβολικά και φανταστικά. Βλ. λ.χ. το Τop model Ζιζέλ που επιδεικνύει το μπικίνι της εταιρείας Cia.Maritima, με σχεδιασμένη πάνω του την μορφή του Αργεντινού γκεριλέρο (ΒΗΜΑgazino, 19/8/2018, σ. 20).

[23] Βλ. Καστοριάδης, Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφρ., Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 194.

[24] Ενδεικτικώς, J. Burnham, C. Wright Mills, D.Bell, J.-K. Galbraith, D. Riesman, T. Parsons, R. Merton, A.W. Gouldner, K. Polanyi, L. Mumford, P. Goodman, H. Marcuse, P. Baran, P. Sweezy, επίσης Άγγλοι όπως η  J. Robinson, Γερμανοί όπως ο G. Simmel και Γάλλοι όπως οι Α. Τouraine, J. Baudrillard, Ε. Morin, C. Castoriadis, G. Debord.

[25] Να σημειωθεί ότι ο Regis Debray δεν έζησε από κοντά την εξέγερση του ’68, διότι την περίοδο αυτή ήταν φυλακισμένος στη Βολιβία, ως συναγωνιστής του Τσε Γκεβάρα. Απελευθερώθηκε το 1970, κατέφυγε στη Χιλή όπου ασχολήθηκε με την κατάσταση στην Λατινική Αμερική. Μετά την αποτυχία της ουτοπίας του στα βουνά της Βολιβίας, όταν επανήλθε στο Παρίσι μετά από λίγα χρόνια (1973) έγινε ρεαλιστής σύμβουλος του προέδρου της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν (1981-1995) με τον οποίο επιβλήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός στη Γαλλία, και όχι ασφαλώς ο σοσιαλισμός. Ο Ντεμπραί λοιπόν συνέβαλε στην εδραίωση της «νέας αστικής κοινωνίας» και όχι βεβαίως ο Μάης.  

[26] Γ.Ν.Οικονόμου, «Μάης 1968, Το Ρήγμα. Καστοριάδης, Lefort, Morin», Kaboom, τχ. 4, 2018, σ. 260-262.

[27] Φυσικά εδώ είναι προβληματική η έκφραση ότι ο «Μάης απέτυχε» ενώ μετασχημάτισε τον κόσμο. Οι αποτυχίες δεν μετασχηματίζουν θετικώς τον κόσμο, αλλά οι «επιτυχίες». Το πραξικόπημα των μπολσεβίκων και του Λένιν τον Οκτώβριο 1917 «επέτυχε» να καταλάβει την εξουσία, μετασχημάτισε μεν τον κόσμο αλλά αρνητικά: απουσία ελευθερίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σταλινισμός και ολοκληρωτισμός. Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για ουσιαστική αποτυχία. Η κομμούνα του Παρισιού το 1871 απέτυχε και δεν μετασχημάτισε τον κόσμο ή μάλλον τον μετασχημάτισε αρνητικώς.   

[28] Βλ. Ντάνυ Κον-Μπεντίτ, Την αγαπήσαμε τόσο την επανάσταση, Εφημερίδα των Συντακτών, 2018, σ. 61, 79. Πολύ αργότερα στη δεκετία του 1970 εμφανίσθηκε μία παράνομη ομάδα (Action directe) βραχείας διάρκειας και μικρής επιχειρησιακής πρακτικής, της οποίας τα μέλη δεν είχαν σχέση με τον Μάη του ’68. 

[29] Βλ. και Γ.Ν. Οικονόμου, «Μάης 1968. Το ρήγμα. Καστοριάδης, Lefort, Morin», Kaboom, τχ. 4, σ. 260-261, όπου και αναφορές για τα ρήγματα και τις ρωγμές που δημιουργήθηκαν λόγω της εξέγερσης στις παραδοσιακές αντιλήψεις και σχέσεις της συντηρητικής κλειστής γαλλικής κοινωνίας.

[30] Serge Audier, La pensée anti-68, La Découverte, Paris, 2008.

[31] O Γ.Β. χρησιμοποιεί τις κριτικές της Άρεντ για τα κινήματα του ’60,  αλλά δεν αναφέρει ούτε ένα θετικό από αυτά που λέει η Άρεντ, λ.χ. «θα κατέτασσα το φοιτητικό κίνημα στα πολύ θετικά γεγονότα» (Άρεντ, Σκέψεις για την πολιτική και την επανάσταση, σ. 12).   Επίσης παραθέτει ένα χωρίο της Άρεντ, με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι μιλάει για το 1968, ενώ αυτή αναφέρεται στο 1970 (σ. 235). Ο Γ.Β. γράφει ότι «από το κίνημα έλλειπε η βασική προϋπόθεση για μια επανάσταση, μια ομάδα πραγματικών επαναστατών» (σ. 235). Όμως «επαναστάτες φοιτητές» το 1968 υπήρχαν στη Γαλλία (και στη Γερμανία, στην Ιταλία, στις ΗΠΑ). Για το ζήτημα αυτό βλ. το βιβλίο της επόμενης υποσημείωσης. Το ερώτημα πάντως είναι τι εννοεί ο Γ.Β. και η Άρεντ, την οποία επικαλείται, με τον όρο «πραγματικοί επαναστάτες φοιτητές», διότι οι λίγες γενικές και αόριστες νύξεις που έχει δεν αρκούν για να ανοίξουν μία δημιουργική συζήτηση. Εν πάση περιπτώσει η βασική προϋπόθεση για την «επανάσταση» δεν είναι μόνο η ύπαρξη μιας «ομάδας επαναστατών», αλλά πολλά άλλα πράγματα που δεν είναι του παρόντος να αναπτύξουμε.      

[32] Μορέν, Λεφόρ, Καστοριάδης, Μάης του ’68: Η ρωγμή, Ύψιλον Αθήνα 2018. 

[33] Γ. Ν. Οικονόμου, «Μάης 1968, Το ρήγμα. Καστοριάδης, Lefort, Morin», Kaboom, τχ. 4, 2018, σ. 249-251.


[34] Μορέν, Λεφόρ, Καστοριάδης, Μάης του ’68: Η ρωγμή, σ. 214.