Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

ΤΙ ΕΧΕΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ;


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Νοεμβρίου 2018]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας,
oikonomouyorgos.blogspot.com

ΤΙ ΕΧΕΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ;

            Με την ευκαιρία των 200 ετών από την γέννηση του Καρλ Μαρξ, ενός από τους πιο γνωστούς στοχαστές και ταυτόχρονα από τους πιο αμφιλεγόμενους, δίνεται η ευκαιρία να εκτιμηθεί ο ρόλος του στην ιστορία των ιδεών και στην πολιτική πρακτική. Έχουν περάσει άλλωστε αρκετές δεκαετίες από τότε που ο Γερμανός στοχαστής ήταν στο επίκεντρο των συζητήσεων και των εμβληματικών κινημάτων ανά τον κόσμο. Οι ιδέες του έχουν υποστεί κριτική από ποικίλες πλευρές ενώ τις τελευταίες δεκαετίες η αίγλη του έχει υποχωρήσει. Το μεγαλύτερο πλήγμα δόθηκε μετά την κατάρρευση των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων και την εμφανή αμηχανία και αδυναμία των απανταχού μαρξιστών να δώσουν μία αξιοπρεπή απάντηση.   
            Από τα αρνητικά στοιχεία του έργου του δεν μπορούμε εδώ να δούμε παρά μόνο μερικά.  Ένα μεγάλο μειονέκτημα του Μαρξ ήταν το ότι  υπερτίμησε τη θεωρία (του) και την παρουσίασε ως τη μοναδική «επιστημονική» αλήθεια για τον κόσμο - κυρίως την άποψή του ότι οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής είναι το καθοριστικό στην ιστορία. Επεξεργάσθηκε έτσι τη θεωρία τού «ιστορικού υλισμού», που εισήγαγε «νόμους» στην εξέλιξη της ιστορίας, δηλαδή ιστορική νομοτέλεια. Στη βάση αυτή ανήγαγε το προλεταριάτο στην καθοριστική τάξη της καπιταλιστικής ανατροπής για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού, με μεταβατικό στάδιο τον σοσιαλισμό. Αυτά όμως που ο Μαρξ θεώρησε ως «νόμους» της αντικειμενικής πραγματικότητας δεν ήταν παρά οι δικές του απόψεις που επέβαλε στην πραγματικότητα, με συνέπεια τη διαστρέβλωσή της και την στρεβλή εικόνα  της σε εκατομύρια άτομα ανά τον κόσμο.
            Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο του Μαρξ είναι η μηχανιστική αντίληψη για τον άνθρωπο που συνοψίζεται στη φράση του «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που ορίζει το Eίναι τους, αλλά αντίστροφα το κοινωνικό τους Eίναι καθορίζει τη συνείδησή τους». Η διάψευση αυτής της θέσης μπορεί να συναχθεί από την ανθρώπινη ιστορία. Εάν οι άνθρωποι  καθορίζονταν από το κοινωνικό τους είναι, δεν θα είχαν φθάσει σε άλλες καταστάσεις, σε άλλες θεσμίσεις, θα είχαν παραμείνει στο αρχικό στάδιο του υποτιθέμενου καθορισμού τους από την κοινωνική τους κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι το κοινωνικό είναι δεν υπάρχει αντικειμενικά, αλλά είναι ανθρώπινη δημιουργία.   
Το πιο μεγάλο μειονέκτημα της μαρξικής θεωρίας που αποδείχθηκε μοιραίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η απουσία της δημοκρατίας. Η απουσία αυτή φαίνεται ήδη το 1848 όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυκλοφορούν το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», στο οποίο ασκούν δριμεία κριτική στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και ευαγγελίζονται μία άλλη κοινωνία, την κομμουνιστική. Το «Μανιφέστο» ξεκινάει με την περίφημη φράση: «Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη - το φάντασμα του κομμουνισμού». Οι δύο συγγραφείς του εννοούσαν ότι η επικείμενη προλεταριακή επανάσταση θα ανέτρεπε την αστική εξουσία, θα εγκαθιστούσε την εργατική κυριαρχία και τον κομμουνισμό. Φυσικά οι δύο εμπνευσμένοι συγγραφείς του Μανιφέστου έπεσαν έξω, όπως και σε πολλές άλλες απόψεις και προφητείες τους. Εξέλαβαν την επιθυμία τους και τη φαντασίωσή τους ως πραγματικότητα.
            Το σημαντικό όμως είναι ότι στο «Μανιφέστο»  η έννοια της δημοκρατίας απουσιάζει εντελώς, δεν απασχολεί τους συντάκτες του ούτε στα υπόλοιπα έργα τους. Κάποιες γενικές θεωρητικές σκέψεις εκφράζει ο Μαρξ μόνο στην «Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου» (1843-44). Εδώ έγκειται, κατά τη γνώμη μου, ένα στοιχείο που έμελλε να παίξει βαρύνοντα αρνητικό ρόλο στα μετέπειτα χρόνια. Το στοιχείο αυτό είναι το γεγονός ότι η κριτική και η αντίσταση στον καπιταλισμό και την αστική ολιγαρχία ξεκινά και εδραιώνεται με απουσία της δημοκρατίας. Η αντίπαλη και εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, την οποία αντιπροτείνουν ο Μαρξ και ο κομμουνισμός, ήταν η αντιδημοκρατική «δικτατορία του προλεταριάτου». Όταν λέω δημοκρατία δεν εννοώ το αντιπροσωπευτικό καθεστώς που είναι καθαρά ολιγαρχικό, αλλά την άμεση δημοκρατία.
            Αυτά όλα αποδείχθηκαν ολέθρια τόσο για την σκέψη όσο και κυρίως για την πολιτική πρακτική που επιβλήθηκε σε εκατομμύρια άτομα προκαλώντας αδιέξοδα και ανθρωπιστικές ερημώσεις. Αυτά δεν σημαίνουν ασφαλώς ότι ο Μαρξ δεν έχει θετικά στοιχεία στο έργο του. Όμως τα αρνητικά καθόρισαν ένα μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Ο συγγραφέας του «Κεφαλαίου» αξίζει ασφαλώς μία θέση  στην ιστορία της σκέψης, μαζί με τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Κάντ, τον Χέγκελ. Δεν μπορεί όμως το έργο του να έχει κάποιο προνομιούχο ρόλο για την σκέψη και την πολιτική, όπως είχε παλαιότερα. 
            Ευτυχώς σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί που να πιστεύουν πια στις λανθασμένες δογματικές θέσεις του Μαρξ και να θεωρούν τη θεωρία του οδηγό για πολιτική δράση. Μόνο κάποιοι αριστεροί αμετανόητοι, μαρξιστές, μεταμαρξιστές ή νεομαρξιστές προσπαθούν να αναβιώσουν εις μάτην τις ιδέες του. Υποστηρίζουν ότι, παρά τις συνεχείς αποτυχίες της, τις μεγάλες διαψεύσεις και τις έκδηλες αδυναμίες της, η μαρξική θεωρία αποτελεί τη «μία και μοναδική θεωρία για την υπέρβαση του καπιταλισμού»,  συμπληρωμένη ή διορθωμένη από τους νέους αριστερούς διανοούμενους. Έτσι όμως παραμένουν απλώς «τεφροδόχοι της κρύας στάχτης του μαρξισμού».
                 
           
           

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΘΗΝΑ Ή ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ;


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 28 Σεπτεμβρίου 2018]


            Γιώργος Ν. Οικονόμου
            Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας
            Oikonomouyorgos.blogspot.com


ΑΘΗΝΑ Ή ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ;

            Ένα από τα αρνητικά του εθνικισμού, εκτός εννοείται της μισαλλοδοξίας, της βίας, του φανατισμού και του εμφυλιοπολεμικού διαχωρισμού σε πατριώτες και προδότες, είναι η συγκάλυψη των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων, που διατρέχουν την κοινωνία. Εξαλείφονται οι ανισότητες από τη στιγμή που προτεραιότητα δίνεται στην ιδεολογική έννοια «έθνος», η οποία υποτίθεται ότι περιλαμβάνει όλους τους κατοίκους μιας χώρας, ότι όλοι ανήκουν σε ένα ενιαίο όλον χωρίς διαφορές. Αποτέλεσμα είναι η επί είκοσι πέντε έτη οπισθοχώρηση των κοινωνικών, πολιτικών δημοκρατικών αξιών που θα έπρεπε να αποτελούν στοιχεία κινητοποίησης και διεκδίκησης.
            Η τελευταία όξυνση του μακεδονικού από τους νεοέλληνες εθνικιστές έδειξε την αλήθεια αυτή σε όλο της το μέγεθος. Έδειξε, επί πλέον, την έλλειψη ιστορικών γνώσεων, ιστορικής συνείδησης και πολιτικού ρεαλισμού. Αυτά φάνηκαν λ.χ. στο γεγονός πως κάποιοι πανεπιστημιακοί παρουσίασαν τον Αριστοτέλη ως «μακεδόνα φιλόσοφο», αγνοώντας ή συγκαλύπτοντας το γεγονός ότι δεν υπάρχει ουδείς «μακεδόνας φιλόσοφος» ούτε «μακεδονική φιλοσοφία».  ούτε καν μία μακεδονική σχολή φιλοσοφίας ή ρητορικής.
            Πράγματι, ο Αριστοτέλης ήλθε στην Αθήνα όταν ήταν δεκαοκτώ ετών και μαθήτευσε επί δεκαοκτώ έτη στην φιλοσοφική σχολή του μεγάλου Αθηναίου φιλοσόφου Πλάτωνα. Άλλωστε την Αθήνα επέλεξε αργότερα, αν και μέτοικος, για να ανοίξει τη δική του φιλοσοφική σχολή μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Αριστοτέλης έγινε φιλόσοφος χάρις στη δημοκρατική και φιλοσοφική Αθήνα. Εάν είχε παραμείνει στη Μακεδονία, θα ήταν ένας απλός αξιωματούχος ή γιατρός της βασιλικής αυλής, όπως ο πατέρας του, και θα τον ήξεραν μόνο οι συμμετέχοντες στις αυλικές τελετές και στα βασιλικά δείπνα. Δεν υπήρχαν άλλες δυνατότητες και επιλογές στη στρατοκρατική μοναρχική Μακεδονία: ή στρατιώτης ή αυλικός ακόλουθος. Ο Αριστοτέλης επομένως είναι Αθηναίος φιλόσοφος μακεδονικής καταγωγής, όπως ο Καστοριάδης και ο Αξελός είναι Γάλλοι φιλόσοφοι ελληνικής καταγωγής.
            Εδώ ακριβώς έγκειται ένα μεγάλο πρόβλημα της ΝΔ, του ΚΙΝΑΛ και ενός μέρους της κοινωνίας: η έλλειψη ιστορικής, φιλοσοφικής και δημοκρατικής κουλτούρας. Η δημοκρατική Αθήνα με τις εκπληκτικές δημιουργίες της αποτέλεσε την κύρια βάση του δυτικού πολιτισμού, αυτού που ονομάσθηκε «ελληνοδυτικός πολιτισμός». Στην Αθήνα η βία είχε υποταχθεί στην έννομη συμβίωση, στη συλλογική συμμετοχή στα κοινά,  στον διάλογο και τη συναίνεση, στους πολίτες και την πολιτική. Άρα ο κόσμος αυτός ήταν αντίθετος με τη μοναρχική και δεσποτική διακυβέρνηση. Tη διαφορά της πολιτικής από την βασιλική εξουσία τονίζει και ο Αριστοτέλης, εκφράζοντας την πρώτη ως εξής: «η δε πολιτική ελευθέρων και ίσων αρχή».
            Όπως επισημαίνει η φιλόσοφος Hannah Arendt, το να ζει κανείς στην «πόλιν», το να είναι πολιτικό ον, να είναι πολίτης, σήμαινε ότι το κάθε τι αποφασιζόταν δια των λόγων και της πειθούς και όχι με τον καταναγκασμό και τη βία. Κατά την δημοκρατική αντίληψη, το να αναγκάζεις τους ανθρώπους δια της βίας, το να προστάζεις αντί να πείθεις ήσαν προπολιτικοί τρόποι συμπεριφοράς, οι οποίοι χαρακτήριζαν τον εκτός της «πόλεως» βίο – δηλαδή τον βίο στις μοναρχίες που στηριζόταν στη βία του μονάρχη και την υποταγή των υπηκόων, όπως συνέβαινε στη μακεδονική μοναρχία. Η Μακεδονία δεν είχε πολίτες, αλλά υπηκόους, δεν ανήκε στον κόσμο της «πόλεως», αλλά στον προπολιτικό κόσμο της βίας, του αυταρχισμού, της αυθαιρεσίας και της ανελευθερίας. Γι’ αυτό με την κυριαρχία των Μακεδόνων του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου επικράτησε μέγα πολιτικό σκότος στην ανθρωπότητα, γενικευμένη ετερονομία. 
            Αυτοί που  είναι εναντίον της σύνθετης ονομασίας εμπνέονται μάλλον από την ανελεύθερη, αντιδημοκρατική, μοναρχική στρατοκρατική Μακεδονία: ακροδεξιοί, χουντικοί, φιλοβασιλικοί, φασίστες, ναζιστές, θρησκειοκάπηλοι, πολιτικάντηδες καιροσκόποι, κομματικοί ψηφοθήρες, απόστρατοι, έφεδροι, παρεκκλησιαστικές οργανώσεις, μοναχοί, ηγούμενοι και παπάδες, φιλοναζιστές και βυζαντινολάτρες μητροπολίτες. Φυσικά υπάρχουν και οι παρασυρμένοι από συναισθηματισμό ή από ιστορική και πολιτική άγνοια, που δεν μπορούν να καταταγούν στις πιο πάνω  αντιδημοκρατικές φυλές.
            Η αναβίωση του Μακεδονικού έδειξε την ανασφάλεια ενός μέρους της νεοελληνικής κοινωνίας, τα συμπλέγματά του και την έλλειψη σοβαρής σύγχρονης ταυτότητας. Η ταυτότητα δεν αποκτάται με μακεδονικές ιαχές, βυζαντινά λάβαρα και πλαστικές σημαίες, αλλά με περίσκεψη, παιδεία και δημοκρατική αναγέννηση. Ούτε με την μισαλλοδοξία, αλλά με την αναγνώριση του διαφορετικού, του Άλλου. Για να συγκροτηθεί μια ταυτότητα πρέπει να περάσει μέσα από τον Άλλο. Ο Άλλος δεν είναι άρνηση της ιστορίας, είναι συστατικό στοιχείο του κόσμου και της ταυτότητάς μας. Αυτό πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες και γι’ αυτό μεγαλούργησαν.   
            Η εθνικιστική μιζέρια ανέδειξε με δραματικό τρόπο την ανάγκη διάδοσης της δημοκρατικής κουλτούρας και της επανεκπαίδευσης στις αξίες της δημοκρατίας. Την ανάγκη για ένα γενικευμένο Διαφωτισμό που δεν γνώρισε ποτέ η νεοελληνική κοινωνία, για τη συγκρότηση μιας νέας ταυτότητας. Ευτυχώς δεν είμαστε Μακεδόνες, δυστυχώς δεν είμαστε Αθηναίοι. Όμως ένα σημαντικό μέρος της νεοελληνικής κοινωνίας προσπαθεί να βρεί την ταυτότητά του σε δημοκρατικές αξίες, τις οποίες εμποδίζουν οι ανερμάτιστοι εθνικιστές, υπό την αιγίδα ΝΔ, ΚΙΝ.ΑΛ, ΑΝΕΛ, ΧΑ, συντελώντας έτσι στην οικονομική χρεοκοπία, στην πολιτική παρακμή, την πολιτισμική υστέρηση και την ιστορική άγνοια.