Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2020

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΣΘΕΝΗΣ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 14 Φεβρουαρίου 2020]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ: Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΣΘΕΝΗΣ

          Aπό την αυγή ήδη του ελληνικού πολιτισμού τον 8ο αιώνα π.Χ., βασικό αίτημα ήταν η δικαιοσύνη, όπως φαίνεται στα ποιητικά κείμενα. Η αντίληψη αυτή συνεχίσθηκε στους μετέπειτα αιώνες και στα άλλα ιδρυτικά κείμενα, φιλοσοφικά, ιστορικά, νομικά, πολιτικά και εκφράσθηκε ως συγκροτητική αρχή της έννομης πολιτικής κοινωνίας στην οργάνωση των αρχαιοελληνικών πόλεων και δη της Δημοκρατίας. Συμπυκνώθηκε δε και αποτυπώθηκε με εξαίρετο τρόπο από τον Αριστοτέλη: «η γαρ δίκη πολιτικής κοινωνίας τάξις εστίν», δηλαδή δίχως την απόδοση δικαιοσύνης δεν υπάρχει οργάνωση πολιτικής κοινωνίας. Έκτοτε όλες οι φιλοσοφίες και οι έννομες πολιτείες επαναλαμβάνουν την αρχή αυτή με παραλλαγές. Η νεωτερικότητα το επιβεβαίωσε.
Έτσι μία από τις ρητές εξουσίες κάθε έννομης κοινωνίας καθιερώθηκε η δικαστική εξουσία, μαζί με την κυβερνητική, νομοθετική, εκτελεστική. Συνεπώς ένας τρόπος για να διακρίνουμε μία έννομη πολιτική κοινωνία είναι η σχέση της με την δικαιοσύνη, εάν δηλαδή η δικαστική εξουσία αποδίδει πραγματικά δικαιοσύνη. Ερευνώντας την περίπτωση της Ελλάδας τα αποτελέσματα είναι θλιβερά και απογοητευτικά.
Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες η δικαστική εξουσία φάνηκε ανίκανη να αποδώσει δικαιοσύνη. Εκτός από την αμφιλεγόμενη δικονομική πορεία και έκβαση  των μεγάλων σκανδάλων - Siemens, ΔΕΗ, Ομόλογα, Βατοπέδι, φούσκα του Χρηματιστηρίου, χρέη των κομμάτων -, η δικαστική εξουσία βαρύνεται με πολλές παραλήψεις και μεροληπτικές αποφάσεις: αθωώσεις του χρυσαυγίτη Κασιδιάρη, του  Παπακωνσταντίνου για τη λίστα Λαγκάρντ, του Ρόντου για το σκάνδαλο της ΜΚΟ αποναρκοθέτησης, των υπευθύνων της εκκλησιαστικής ΜΚΟ για υπεξαίρεση,  του τοκογλυφικού κυκλώματος στη Θεσσαλονίκη. Επίσης βαρύνεται για την μη έγκαιρη επέμβασή της στην τρομοκρατική και εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής. Ακόμη ενώ σπεύδει στην καταδίκη των κατοίκων στις Σκουριές Χαλκιδικής, εν τούτοις προβαίνει στην αποφυλάκιση του Καλαμπόκα (δολοφόνου του καθηγητή Τεμπονέρα), του Κορκονέα (δολοφόνου του Αλέξη Γρηγορόπουλου). Ακόμα η δικαστική εξουσία επικύρωσε όλες τις κυβερνητικές μνημονιακές αποφάσεις για περικοπή συντάξεων και μισθών. Διαπλέκεται επίσης  με την κυβερνητική και την εκτελεστική, όπως φαίνεται και στις μεταπηδήσεις στελεχών της σε βουλευτικές και υπουργικές θέσεις, ενώ δικαστές στρέφονται εναντίον δικαστών. Όλα αυτά και αρκετά άλλα σημαίνουν την έλλειψη δικαιοσύνης, ότι η δικαστική εξουσία νοσεί.
Τελευταίο κραυγαλέο δείγμα της νόσου είναι η απαράδεκτη εισαγγελική πρόταση στην δίκη της ναζιστικής οργάνωσης, η οποία δικάζεται για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, για τις δολοφονικές επιθέσεις στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και στους Αιγύπτιους αλιεργάτες. Μετά από πέντε έτη ακροαματικής διαδικασίας η εισαγγελέας Αδαμαντία Οικονόμου πρότεινε μόνο την καταδίκη του φυσικού δράστη Ρουπακιά και την απαλλαγή  όλης της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής υιοθετώντας την υπερασπιστική γραμμή της τελευταίας! Όμως ο εγκληματικός χαρακτήρας της  αποδείχθηκε από τα πολλά τεκμηριωμένα στοιχεία που προσκομίσθηκαν στη δίκη – δηλώσεις, ομιλίες, πράξεις βίας  και καταστατικό της ναζιστικής οργάνωσης, φωτογραφίες, video, κινητά. Επί πλέον νομικοί, συνταγματολόγοι, πολιτική αγωγή και δημοσιογράφοι απέδειξαν την λανθασμένη λογική της κ. Οικονόμου.
Η αστήρικτη αθωωτική πρότασή της προσβάλλει όχι μόνο τις έννοιες της ελευθερίας και της δημοκρατίας, αλλά επίσης το κοινό περί δικαίου αίσθημα και την έννοια του δικαίου καθαυτή, αφού αρνείται τα αδιάσειστα ντοκουμέντα, την άνομη, αντικοινοβουλευτική, αντιδημοκρατική, ζωώδη δραστηριότητα της ναζιστικής οργάνωσης. Αρνείται η Αδαμαντία Οικονόμου να δει τον αντισημιτισμό, τον ρατσισμό, την μισαλλοδοξία, το μίσος της κατά των ξένων και κατά παντός διαφωνούντος. Αρνείται να δεί ότι η Χρυσή Αυγή κατέλυσε κάθε έννοια έννομης τάξεως, κάθε έννοια ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σωματικής ακεραιότητας, με την τρομοκρατία, τον τραμπουκισμό, τον εκφοβισμό. Αρνείται να δει ότι όλα αυτά μαζί με την ναζιστική ιδεολογία όπλισαν το χέρι του δολοφόνου και παρακίνησαν για τις άλλες εγκληματικές πράξεις. Η πρόταση της Αδαμαντίας Οικονόμου αποτελεί κίνητρο για περαιτέρω τρομοκρατική και εγκληματική δράση. Πράγματι, μετά την αθωωτική εισαγγελική πρόταση, η Χρυσή Αυγή στο ημερολόγιό της για το 2020 έχει μότο την γνωστή φράση του αρχιναζιστή Γκαίμπελς: «Θα ξαναγυρίσουμε και θα τρέμει η γη». Θα ήταν άραγε υπερβολή να γίνει λόγος για επώαση του αυγού του φιδιού;
Ο Αριστοτέλης γράφει: «Ο άνθρωπος που δεν υπόκειται σε νόμους και δικαιοσύνη είναι το χείριστο των ζώων». Αυτό θα συμβεί εάν δεν αποδοθεί δικαιοσύνη, εάν αθωωθεί η ναζιστική ηγεσία  και θα δρα πια και με δικαστική άδεια!  Θα μπορέσει άραγε το δικαστήριο να υπερβεί την απαράδεκτη πρόταση της εισαγγελέως και να στείλει την ηγεσία τής εγκληματικής οργάνωσης στο μόνο μέρος που της αξίζει να βρίσκεται; Θα καταστεί ικανό να σώσει το απωλεσθέν κύρος της δικαστικής εξουσίας ή θα ανοίξει τον ασκό των τεράτων;

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2020

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ "ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ"


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 23 Ιανουαρίου 2020]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

 

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΩΝ

«ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ»


         Η υπουργός Παιδείας ανήγγειλε για την 30η Ιανουαρίου εκδηλώσεις στα σχολεία για τους «τρεις Ιεράρχες» που θεωρούνται προστάτες της παιδείας. Για μια ακόμη φορά η υπουργός φαίνεται αδιάβαστη, διότι η αλήθεια είναι διαφορετική, όπως φαίνεται στη συνέχεια.[1]
Η εδραίωση του Βυζαντίου στηρίχθηκε στην δίωξη  του κλασικού ελληνικού πολιτισμού με τη συνεργασία αυτοκρατόρων και Πατριαρχείων. Καταστατική αρχή του ήταν η εξαφάνιση οτιδήποτε ελληνικού και ο καταναγκαστικός εκχριστιανισμός με κάθε μέσον. Μετά την καθεστωτική του επικύρωση, ο Χριστιανισμός επιδίωξε να είναι και η μοναδική θρησκεία, ακυρώνοντας οιαδήποτε έννοια ανεξιθρησκίας. Τα γεγονότα βίας, λεηλασίας, τρομοκρατίας, καταστροφών, φόνων, καύσεως των βιβλίων είναι γνωστά και δεν είναι μεμονωμένα, αλλά μαζικά. Είναι ο βυζαντινός μεσαίωνας.  
            Σε αυτό το «θεάρεστο» έργο, συνέβαλαν τα μάλα οι βυζαντινοί θεολόγοι, οι οποίοι δεν ήταν διδάσκαλοι της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας και γραμματείας, αλλά της χριστιανικής ηθικής και πίστεως, της εξ αποκαλύψεως μοναδικής αλήθειας. Οι τελευταίοι διδάσκαλοι της αρχαιοελληνικής παιδείας ήταν οι εθνικοί φιλόσοφοι Πλωτίνος, Πορφύριος, Λιβάνιος, Πρόκλος, Δαμάσκιος.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα εναντίωσης στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό αποτελεί η γνωστή θεολογική τριάδα (Ιωάννης, Γρηγόριος, Βασίλειος).
Ο Ιωάννης χαρακτηρίζει τις εορτές των εθνικών «σατανικάς και πομπάς δαιμόνων» και επικρίνει την ελληνική φιλοσοφία επειδή προβάλλει ιδέες αντίθετες προς το χριστιανικό δόγμα. Ένθερμος υποστηρικτής της «θεοπνευστίας» των χριστιανικών κειμένων και της εξ αποκαλύψεως αλήθειας, υβρίζει την πλατωνική πολιτεία ως «καταγέλαστον», καθώς και τον παλαιό του δάσκαλο Λιβάνιο, επειδή κατήγγειλε τον εμπρησμό του Ναού του Απόλλωνος στην Αντιόχεια  ως έργο των Χριστιανών. Οι ύβρεις του είναι δηλωτικές της «χρυσοστομίας» του: «Ω μιαρέ...ώ ληρόσοφε...άθλιε και ταλαίπωρε...». Υποστηρίζει ότι τον Ναό έκαψε ο ίδιος ο θεός των Χριστιανών και καταλήγει: «Πράγματι οι Έλληνες είναι πάντα παιδιά, δεν υπάρχει ώριμος Έλλην». Ο Ιωάννης ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διέταξε την καταστροφή του Ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο.
            Ο Γρηγόριος επιτίθεται λάβρος κατά της ελληνικής φιλοσοφίας, χαρακτηρίζοντάς την  άχρηστη και νόθα. Συσχετίζει τους αιρετικούς με τον ελληνικό λόγο και τους στηλιτεύει, διότι αποτελούν ένα «καινόν ασεβείας εργαστήριον». Επιτιθέμενος κατά του Ιουλιανού, που επανέφερε την αρχαιοελληνική παιδεία, ο Γρηγόριος δεν παραθέτει επιχειρήματα, αλλά λιβελλογραφεί και υβρίζει: «Ευηθέστατε και ασεβέστατε και απαιδευτότατε τά μεγάλα». Καταφέρεται επίσης κατά των Ομήρου, Ηρακλείτου,  Αναξαγόρα, Επικτήτου, Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη. Τέλος, στο δίλημμα που ο ίδιος θέτει: ποια είναι προτιμώτερη, η αρχαιοελληνική παιδεία («έξω») ή η χριστιανική («ημετέρα»), η εκλογή του είναι σαφώς η δεύτερη.      
Ο «ουρανοφάντωρ» Βασίλειος θεωρεί την πολιτική δευτερεύουσα και σχετικής αξίας, καθότι γήινη και αφορώσα το σώμα, ενώ ανώτερη είναι η θεία εξουσία που αφορά την ψυχή στη «μέλλουσα ζωή». Συνεπώς είναι εντελώς αντίθετος τόσο στην αρχαιοελληνική αντίληψη, που θεωρεί την πολιτική ως πρώτιστη και ουσιαστική ιδιότητα του ανθρώπου (ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῶον, γράφει ο Αριστοτέλης), όσο και στην πρακτική της αρχαιοελληνικής πόλεως, που χαρακτηρίζεται από τη συμμετοχή στην πολιτική. Αρνείται την συμμετοχή των πολλών, καθώς και την κλήρωση για την ανάδειξη στην εξουσία, συνεπώς απορρίπτει διαρρήδην  τη δημοκρατία, που έχει ως βασική αρχή τη συμμετοχή όλων στην εξουσία και στις αποφάσεις. Κατά τον Βασίλειο, πηγή της εξουσίας δεν είναι ο δήμος, αλλά ο θεός, και ο μόνος ικανός να την ασκήσει είναι ο ελέω θεού βασιλεύς. Υποστηρίζοντας το δόγμα «ένας θεός, ένας βασιλεύς, μία οικουμένη» αντιστρατεύεται την αρχαιοελληνική αντίληψη, κατά την οποία πηγή της εξουσίας είναι ο δήμος και όχι ο μονάρχης ή ο θεός. 
Το ποικιλοτρόπως προβαλλόμενο κείμενο «Ομιλία προς τους νέους» αναδεικνύει ακριβώς το αδύνατον της ειρηνικής συνύπαρξης ελληνικού πολιτισμού και χριστιανισμού. Το κείμενο αυτό είναι υπεράσπιση των χριστιανικών ιδεωδών και της εξ αποκαλύψεως αλήθειας. Καταφέρεται κατά των Ολυμπίων θεών και της ηθικής τους. Καταδικάζει την επιθυμία και τις ηδονές του σώματος, που τις θεωρεί όχι μόνο αμάρτημα αλλά και έγκλημα. Απαξιώνει τον πραγματικό κόσμο προς όφελος της «άλλης ζωής», της «αιωνίου». Η μόνη αποδεκτή αρετή είναι η πίστη, που προτείνεται ως ανώτερη της έρευνας και της έλλογης γνώσης. Προκρίνονται έτσι όλες οι αξίες και σημασίες που είναι εντελώς αντίθετες με την αρχαιοελληνική πρακτική, ηθική και γνωσιοθεωρία. Οι αναφορές του, άλλωστε, στους Έλληνες συγγραφείς είναι επιφανειακές και επιλεκτικές, εξυπηρετούν τα ηθικολογικά του πρότυπα.
Είναι εμφανές πως οι «τρεις Ιεράρχες» δεν υπερασπίζονται την αρχαιοελληνική παιδεία, την ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά το χριστιανικό δόγμα της μισαλλοδοξίας και της ετερονομίας. Η παιδεία ως έννοια και κοσμική πρακτική δημιουργήθηκε στην αρχαία Ελλάδα και δή στην Αθήνα. Επιφανείς αντιπρόσωποι είναι οι μεγάλοι φιλόσοφοι Δημόκριτος, Πρωταγόρας, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης. Αυτοί θα έπρεπε να εμπνέουν μία πολιτική κοινωνία και όχι θεολογικές μετριότητες του βυζαντινού μεσαίωνα. Οι «τρεις Ιεράρχες» είναι τεχνητή κατασκευή των  νεοελλήνων χριστιανών για ιδεολογική χρήση, την οποία η Δεξιά επιβάλλει αυταρχικώς σε μαθητές και εκπαιδευτικούς.




[1] Από το βιβλίο μου «Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο», εκδ. Εξάρχεια.