Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ


[Δημοσιεύθηκε στο συλλογικό Ο Καστοριάδης και εμείς, Βαβυλωνία, Αθήνα, 2018]


Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

 

ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ,

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

         
          Πρώτη φορά που άκουσα για τον Κορνήλιο Καστοριάδη ήταν το 1970 στην περίοδο της Δικτατορίας. Αργότερα έπεσε στα χέρια μου ένα παράνομο πολυγραφημένο φυλλάδιο με τίτλο «Η εργατική τάξη και το πρόβλημα της οργάνωσης» με συγγραφέα τον Πωλ Καρντάν (Paul Cardan), ένα τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε ο Καστοριάδης κατά την περίοδο του Socialisme ou Barbarie. Το φυλλάδιο είχε εκδοθεί, ίσως πριν από την Δικτατορία, από την Ένωση Διεθνιστών Εργατών, την ομάδα του Κερκυραίου αγωνιστή Σπύρου Πρίφτη (με ψευδώνυμο Άγις Στίνας), σε μετάφραση του ίδιου του Στίνα.[1] Σε αυτό υπήρχαν έννοιες και απόψεις όπως «ο σοσιαλισμός είναι η διεύθυνση της κοινωνίας από τους εργαζομένους και είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων», «ο εκφυλισμός των εργατικών οργανώσεων και κομμάτων», «γραφειοκρατικοποίηση σημαίνει ότι η θεμελιώδης κοινωνική σχέση του σύγχρονου καπιταλισμού, η σχέση μεταξύ διευθυνόντων και εκτελεστών, έχει αναπαραχθεί στους κόλπους του ίδιου του εργατικού κινηματος» και άλλα πολλά. Οι απόψεις αυτές ήταν εντελώς διαφορετικές από τις κυρίαρχες τότε στους χώρους της κομματικής Αριστεράς και δημιουργούσαν ένα άλλο πλαίσιο και μία άλλη γλώσσα, που γέννησαν στον νέο της εποχής εκείνης απορίες και ερωτήματα, και προέτρεπαν σε άλλες αναζητήσεις και προσανατολισμούς.
            Δυστυχώς δεν υπήρχαν τότε πολλά άτομα που να ξέρουν τον Καστοριάδη και το έργο του, άλλωστε δεν είχε εκδοθεί κανένα βιβλίο του στα ελληνικά. Το πρώτο έργο του Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό εκδόθηκε το 1972 από μία παρέα ανήσυχων νέων  σε μετάφραση του Στίνα (εκδ. Πράξη). Το 1973 εκδόθηκε από τις ίδιες εκδόσεις Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, στο οποίο η Ρωσία αναφερόταν ως «γραφειοκρατικός καπιταλισμός» ενώ ο σοσιαλισμός ως «αυτονομία και οργάνωση των Συμβουλίων των εργαζομένων». Επίσης το 1974 στη Δικτατορία εκδόθηκε από τη Διεθνή Βιβλιοθήκη το βιβλίο Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα με κείμενα του Claude Lefort και του Καστοριάδη. Στη Μεταπολίτευση άρχισαν να εκδίδονται κανονικά τα βιβλία του, από τα οποία αναδυόταν ένας άλλος κόσμος της αυτονομίας, αντιγραφειοκρατικός, αντικομματικός, χωρίς αντιπροσώπους, ξένος προς τις μουχλιασμένες ιδέες της Αριστεράς. επίσης μία άλλη οντολογία, του φαντασιακού, της ελευθερίας, της δημιουργίας, αντίθετη στην κληρονομημένη καθοριστικότητα. Όταν γνώρισα από κοντά τον Σπύρο Στίνα οι γνώσεις μου εμπλουτίσθηκαν, κάποιες απορίες λύθηκαν και το ενδιαφέρον μου για τον Καστοριάδη οξύνθηκε.
Η πρώτη μου άμεση γνωριμία με τον Καστοριάδη ήταν το καλοκαίρι του 1980 στη Χίο όταν το Ιωνικό Κέντρο τον προσκάλεσε να δώσει σειρά σεμιναρίων με θέμα «Η γένεση της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα». Στην καλαίσθητη αίθουσα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Χίου, όπου γίνονταν τα σεμινάρια κάθε μέρα επί τρεις ώρες για δύο εβδομάδες, αναδυόταν μία άλλη εικόνα για τον αρχαίο κόσμο, φιλοσοφική και πολιτική, πέρα από εθνικιστικές ρητορείες και προγονόπληκτους ελληνοκεντρισμούς. Στο τέλος του σεμιναρίου γινόταν συζήτηση με διαφορετικές τοποθετήσεις, διαφωνίες και διαμάχες. Οι συζητήσεις συνεχίζονταν το βράδι στις ταβέρνες του νησιού και στη συνέχεια στις παραλίες για περισσότερη δροσιά, μιας και ήταν Αύγουστος. Αρκετές φορές παρευρισκόταν και ο Καστοριάδης συμμετέχοντας «ισότιμα» στη συζήτηση. Τα σεμινάρια αυτά έδωσαν την ευκαιρία σε πολλούς να έλθουν σε άμεση επαφή για πρώτη φορά με μία ενδιαφέρουσα και ζείδωρη προσωπικότητα, με μία σημαντική φιλοσοφική και ρηξικέλευθη πολιτική σκέψη, με έναν ζωντανό και απαστράπτοντα λόγο. Τόσο τα σεμινάρια όσο και η προσωπική γνωριμία αποτέλεσαν για μένα ένα σημαντικό πνευματικό γεγονός που με καθόρισε και συνέβαλε στον προσανατολισμό μου.
            Η δεύτερη συνάντησή μου με τον φιλόσοφο ήταν στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1980, όταν μία παρέα θελήσαμε να τον καλέσουμε να δώσει ομιλίες για τον σύγχρονο κόσμο, την πολιτική και την αυτονομία. Αφού στάθηκε αδύνατο να βρούμε κεντρικό χώρο στο Πανεπιστήμιο, διότι τότε κυριαρχούσαν το ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσωτερικού, το ΠΑΣΟΚ και άλλες «προοδευτικές δυνάμεις», βρήκαμε τελικώς το αμφιθέατρο της ΑΣΟΕΕ στη Πατησίων.  Το  αμφιθέατρο γέμισε ασφυκτικά και στις δύο ομιλίες που έγιναν σε δύο διαφορετικές ημέρες, ενώ εκατοντάδες άτομα ήταν και έξω από το αμφιθέατρο στους διαδρόμους και στις σκάλες. Οι συζητήσεις ήταν θερμές, ενίοτε έντονες, και συνεχίσθηκαν μέχρι αργά τη νύκτα στο φιλόξενο σπίτι της Γιούλης και του Κώστα Σπαντιδάκη, που είχε γεμίσει από νέους όλων των ηλικιών με έντονο ενδιαφέρον να γνωρίσουν από κοντά τον φιλόσοφο και να θέσουν ερωτήματα.
            Η τρίτη συνάντησή μου με τον Καστοριάδη  έγινε αργότερα στο Παρίσι πια όταν πήγα για μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία. Δίδασκε στη φημισμένη σχολή EHESS, Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (Σχολή Ανωτάτων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες) και άρχισα την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής μαζί του.[2] Νέοι από όλον τον κόσμο, από τις ΗΠΑ έως την Ιαπωνία και από την Περσία έως τη Φινλανδία, προσέρχονταν να ακούσουν τις αναλύσεις στη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση, την πολιτική κάθε Τετάρτη μεσημέρι στο δίωρο 11-13. Oι συζητήσεις συνεχίζονταν μετά στα παρισινά cafés ή σε αίθουσα της Σχολής, ερευνώντας και δυνατότητες για κάποια άλλη πολιτική δράση. Εκεί συγκροτήθηκε και η ομάδα για την συγκέντρωση της βιβλιογραφίας του Καστοριάδη σε όλες τις γλώσσες, με πρωτοβουλία του αμερικανού David Curtis (www.agorainternational.org).
            Ως καθηγητής στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales ο Καστοριάδης ήταν σαφής και εύληπτος ακόμη και αν πραγματευόταν τα δυσκολότερα θέματα της φιλοσοφίας ή της ψυχανάλυσης. Η διδασκαλία του στηριζόταν σε ουσιαστική ανάλυση και επιχειρηματολογία χωρίς τη χαρακτηριστική γαλλική φλυαρία και την επιτήδευση ύφους. Δεν  υπήρχε κανένας απαγορευτικός τοίχος αυθεντίας ή απόμακρου, αντιθέτως σε προέτρεπε για αντίλογο και κριτική, για ουσιαστικό διάλογο. Φυσικά από τη διδασκαλία του και τις συζητήσεις μαζί του έβγαινες εμπλουτισμένος, ανανεωμένος, με νέους ορίζοντες και έτοιμος για περαιτέρω έρευνα, μελέτη και σκέψη. Στις παρέες ήταν ζεστός, με διάθεση πάντα για κουβέντα περί παντός επιστητού, χωρίς επιτήδευση και επιστημοσύνη, με ενδιαφέρον για τις απόψεις και τα επιχειρήματα του συνομιλητή του. Ηταν διαθέσιμος να βοηθήσει με οποιονδήποτε τρόπο μπορούσε σε οποιονδήποτε τομέα.
            Ας μου επιτραπεί να παραθέσω μία προσωπική εμπειρία που δείχνει την ποιότητα του διανοητή και του δασκάλου. Η διατριβή μου είχε θέμα την πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη και τις απόψεις του για τη δημοκρατία. Η διατυπωμένη και γραπτώς άποψη του Καστοριάδη ήταν ότι ο Αριστοτέλης ήταν δημοκράτης, δηλαδή ότι υπεστήριζε την άμεση δημοκρατία. Συνεχίζοντας  όμως την έρευνά μου και τις μελέτες μου, σχημάτισα σιγά-σιγά την εικόνα ενός Αριστοτέλη όχι και τόσο φιλικού προς τη δημοκρατία, αλλά κριτικού προς αυτήν. Προσπάθησα να στηρίξω αυτή την υπόθεση εργασίας περαιτέρω, αλλά έπρεπε πρώτα να μοιραστώ τις απόψεις μου με τον Καστοριάδη, να μου πεί τη γνώμη του. Ποια είναι τα επιχειρήματα; ήταν η ερώτησή του. Ανέπτυξα τις πρώτες ενδείξεις που είχα καταγράψει. Μετά από κάποια σκέψη είπε: τα στοιχεία φαίνονται  ενδιαφέροντα, συνέχισε την έρευνα. Αυτό ήταν το πράσινο φως για την προσωπική αδέσμευτη έρευνά μου, που όχι μόνο δεν αναμασούσε τις «ιερές» απόψεις του Δασκάλου αλλά και ήταν αντίθετος με αυτές. Αυτό ήταν ένα μεγάλο μάθημα για μένα, και συνέχισα την έρευνά μου, η οποία επιβεβαίωσε την αρχική εικόνα που είχα σχηματίσει για τον Αριστοτέλη ως αρνητή της δημοκρατίας και εισηγητή μιας άλλης πολιτείας.[3]
            Ο Καστοριάδης ήταν ένα ανοικτό πνεύμα, ελεύθερο, απροκατάληπτο, με δύναμη επιχειρημάτων και τόλμη απόψεων που σε προκαλούσαν σε διάλογο. Η επαφή μαζί του στο φιλοσοφικό επίπεδο ήταν ζωογόνα και δημιουργική, ενώ η προσωπική μαθητεία ήταν ιδιαίτερα διδακτική και απελευθερωτική. Στην αρχή μου άνοιξε τον πολιτικό ορίζοντα προς τη δημοκρατία και την αυτονομία, μετά τον φιλοσοφικό προς την κριτική σκέψη και το φαντασιακό, εν συνεχεία με εξοικείωσε με τις έννοιες της φροϋδικής θεωρίας και της ψυχανάλυσης. Όλα αυτά στο έργο του Καστοριάδη διαποτίζονται από την αναζήτηση της ελευθερίας σε όλες τις μορφές. Του οφείλω την πνευματική, φιλοσοφική και πολιτική μου διαμόρφωση.



[1] Το κείμενο αυτό είχε δημοσιευθεί το 1959 στο περιοδικό Socialisme ou Barbarie με τίτλο «Προλεταριάτο και οργάνωση». 
[2] Στη Σχολή αυτή δίδασκαν γνωστά ονόματα όπως οι Claude Lefort, Pierre Bourdieu, Pierre Vidal-Naquet, Νicole Loraux, Jacques Derrida, Milan Κundera, Alain Touraine, Francois Furet, Marc Ferro, Marcel Gauchet, Maurice Godellier, Jacques Julliard, Jacques le Goff, Serge Moscovici, Pierre Nora, Pierre Rosanvallon, Vincent Descombes, των οποίων μπορούσες να παρακολουθήσεις τα σεμινάρια.
[3] Τα αποτελέσματα των ερευνών μου δημοσιεύθηκαν διαδοχικώς σε ένα κείμενο: «Αριστοτέλης και δημοκρατία κατά τον Κορνήλιο Καστοριάδη», στο Ψυχή, Λόγος, Πόλις. Αφιέρωμα στον Κορνήλιο Καστοριάδη, Ύψιλον, Αθήνα, 2007. Και σε δύο βιβλία: Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, Αθήνα, 2007. Και, Η αριστοτελική πολιτεία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2008.    

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 24 Μαΐου 2018]

            Γιώργος Ν. Οικονόμου
            Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

           
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣ


            Από τα πιο ολέθρια σφάλματα του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα ήταν η συμμαχία με την λαϊκιστική, εθνικιστική, θρησκευτική, συνωμοσιολογική Δεξιά του Π. Καμμένου (ΑΝΕΛ), συμμαχία που συνετέλεσε στη νομιμοποίηση αυτού του ρεύματος. Η νομιμοποίηση αυτή είχε ξεκινήσει με την κυβέρνηση συνεργασίας ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που έδωσε υπουργικές θέσεις σε γνωστά στελέχη του ακροδεξιού ΛΑΟΣ (Γεωργιάδη και Βορίδη). Εν συνεχεία το ρεύμα αυτό νομιμοποιήθηκε από τον πρώην πρόεδρο της ΝΔ και πρωθυπουργό Α. Σαμαρά, ο οποίος, απέχοντας ελάχιστα από αυτό, έδωσε επίσης ανώτατες θέσεις στα ίδια στελέχη και στον Μπαλτάκο. Τέλος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ανίκανος και εγκλωβισμένος, επισφράγησε την «αναγκαιότητα» του ρεύματος αυτού ενσωματώνοντας στελέχη του στη ΝΔ και χρίζοντας τον Γεωργιάδη αντιπρόεδρο της ΝΔ!
            Από την άλλη, η εθνικιστική ρητορεία του σταλινικού ΚΚΕ που συνεργάζεται χρόνια τώρα με την Γαρυφαλλιά Κανέλλη  και ευκαιριακώς με άλλα λουλούδια του εθνικιστικού-θρησκευτικού μπαξέ (όπως λ.χ. τον Ζουράρι ο οποίος τώρα συνεργάζεται με τους ΑΝΕΛ), καθώς και η συμμετοχή στα εθνικιστικά συλλαλητήρια της ΛΑΕ, της ΚΟΕ και της Ζωής Κωνσταντοπούλου θολώνουν ακόμη περισσότερο το τοπίο. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν συνέχισε και επιβεβαίωσε τις προηγούμενες νομιμοποιήσεις του εθνικιστικού-θρησκευτικού ρεύματος, βάζοντας το κερασάκι στην τούρτα. Επιβεβαίωσε την διαπίστωση των τελευταίων χρόνων για κρίση της αντιπροσώπευσης,  των κομμάτων, των ιδεολογιών και για ρευστοποίηση των συνόρων μεταξύ Αριστεράς, Κέντρου και Δεξιάς. Άρα, το μέλλον προδιαγράφεται σαφώς: η ακροδεξιά θα είναι μόνιμη κυβερνητική συνιστώσα, μειοψηφική σήμερα και πλειοψηφική αύριο, αφού από το 2010 διαδραματίζει σημαντικό ρόλο τόσο στον δημόσιο λόγο όσο και στις κομματικές και κυβερνητικές επιλογές.
            Η νομιμοποίηση του εθνικιστικού ρεύματος ξεκίνησε από τη δεκαετία 1990 όταν όλα σχεδόν τα κόμματα συνεισέφεραν στην εθνικιστική υστερία με το Μακεδονικό, αργότερα στον εθνικιστικο-θρησκευτικό παροξυσμό υπέρ των σέρβων σφαγιαστών των βαλκανίων Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς, Μλάντιτς και στα συλλαλητήρια για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Οι παλαιότερες καταβολές του ανάγονται στο ιδεολόγημα της «εθνικοφροσύνης» του εμφυλίου, του μισαλλόδοξου μετεμφυλιακού καθεστώτος, των ανακτόρων και των δύο δικτατοριών.
            Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα είναι εξαιρετικώς δύσκολη έως κρίσιμη σε όλους τους τομείς. Η βία εισβάλλει όλο και πιο πολύ στον δημόσιο βίο με κύριους υπευθύνους τις κυβερνήσεις, το κοινοβούλιο, την δικαστική εξουσία, και οπωσδήποτε την αντιπολίτευση, την Εκκλησία και όλους εν γένει τους θεσμικούς παράγοντες που υποτίθεται ότι συντελούν στην διαμόρφωση και την διατήρηση του κράτους δικαίου, της κοινωνικής ασφάλειας και ειρήνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι άθλιες κομματικές ύβρεις εντός και εκτός κοινοβουλίου και η ανικανότητα για κάθαρση στα ποικίλα σκάνδαλα. Επίσης η ακροδεξιά και ναζιστική τρομοκρατία: πυρπόληση του κοινωνικού χώρου Libertatia. επιθέσεις σε άλλους αντίστοιχους χώρους. κυρίως όμως η δολοφονική επίθεση στη Φαβέλα του Πειραιά εναντίον της δικηγόρου της οικογένειας του Παύλου Φύσσα από φιλοναζιστικά τάγματα.
            Υπάρχει επίσης συνεχής βία στα ποδοσφαιρικά γήπεδα με τελευταίο παράδειγμα την εισβολή στο γήπεδο του οπλισμένου ιδιοκτήτη του ΠΑΟΚ. Καταλήψεις και βανδαλισμοί σε δημόσια κτίρια και εμπορικά καταστήματα. Θρησκευτική  και φασιστική βία εναντίον θεατρικών παραστάσεων, εκθέσεων ζωραφικής και έργων γλυπτικής. Καθεστώς δικαστικής και αστυνομικής ασυλίας στους παρανομούντες. Ρατσιστικές και φιλοναζιστικές απόψεις μητροπολιτών που στρέφονται κατά μειονοτήτων και οι οποίοι αθωώνονται από το δικαστήριο. Τελευταίο δείγμα: η προκλητική αθώωση του μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβροσίου για το ρατσιστικό, φασιστικό, ομόφοβο και μισαλλόδοξο κήρυγμά του. Τα γεγονότα αυτά δείχνουν ότι έχει διαταραχθεί η εγγύηση των ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς και η απόδοση δικαιοσύνης.
            Αυτά συμβαίνουν σε μία άσχημη διεθνή συγκυρία, με μία κοινωνία διχασμένη, χωρίς συνεκτικό ιστό, παθητική και ανεκτική στη βία και την τρομοκρατία των μνημονίων, των απολύσεων, της ανεργίας, της διαρκούς περικοπής μισθών και συντάξεων, της φτωχοποίησης και επιρρεπή σε κάθε είδους εκφυλιστικά φαινόμενα, όπως η είσοδος στη Βουλή του Καμμένου, του Λεβέντη και των τραμπούκων νεοναζιστών. Ταυτοχρόνως ένα μέρος της γοητεύεται από αγύρτες τύπου Αρτέμη Σώρα των 600 δισ. (!) και ένα άλλο από τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τη συνωμοσιολογία των εθνικιστικών συλλαλητηρίων. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποτελείται από παραιτημένα, φοβισμένα, απογοητευμένα άτομα, λεηλατημένα από την επέλαση του καταναλωτισμού και του θεάματος, του εθνικισμού και της θρησκείας, βυθισμένα στον ατομικισμό  και την ιδιώτευση, πρόσφορα σε ακροδεξιά κηρύγματα.
            Μετά την εφησυχαστική και παραπλανητικά «ομαλή» περίοδο της Μεταπολίτευσης, η χώρα έχει εισέλθει σε μία περίοδο έντονης ανασφάλειας, φοβίας και κατάθλιψης, σε μία κατάσταση που προοιωνίζεται μία νέα βαρβαρότητα, η οποία ενδημούσε στη χώρα μέχρι το 1974. Η Ελλάς είναι υποψήφια σε μία ακροδεξιά στροφή η οποία θα επιφέρει ανυπολόγιστες καταστροφές, διότι υπάρχει μεγάλο έλλειμμα παιδείας, αγωγής, κουλτούρας και δημοκρατικής παράδοσης. Τα φαντάσματα του παρελθόντος επανέρχονται και απειλούν την ομαλότητα με εκτροπή προς την παλαιόθεν οικεία βαρβαρότητα. Από τη στιγμή όμως που οι αρμόδιοι θεσμικοί παράγοντες και σύμπασα η Αριστερά όχι μόνο δεν αποτελούν εμπόδιο σε αυτή τη στροφή αλλά την ευνοούν, τότε η μόνη ανάσχεσή της είναι ο διαφωτισμός, η αυτοάμυνα, η κοινωνική επαγρύπνηση και κινητοποίηση. Οι καιροί ου μενετοί.     


Σημείωση
Το κείμενο είναι γραμμένο δύο μήνες πριν από τη δολοφονική επίθεση στον δήμαρχο Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη που έγινεστις 20 Μαΐου 2018.