Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2019

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ «ΚΟΙΝΟΤΙΣΤΕΣ»


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 24 Δεκεμβρίου 2019]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας


ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ «ΚΟΙΝΟΤΙΣΤΕΣ»


            Η αποτυχία του πολιτικού συστήματος που οδήγησε στην χρεοκοπία επιβάλλει εκ των πραγμάτων την αναζήτηση για μία άλλη πολιτική οδό, μία άλλη πολιτική κίνηση με στόχο  τον εκδημοκρατισμό του ολιγαρχικού πολιτεύματος. Όμως για να ευδοκιμήσει μία τέτοια κίνηση θα πρέπει να έχει σαφές περίγραμμα, σαφή χαρακτήρα, σαφείς στόχους και σκοπούς. Στην κατεύθυνση αυτή είναι απαραίτητο να διασαφηνισθούν έννοιες και όροι, να αποφευχθούν συγχύσεις και παρεξηγήσεις. Ένας όρος που χρησιμοποιείται τελευταίως είναι ο «κοινοτισμός» και δημιουργεί συγχύσεις όταν συνδέεται με την άμεση δημοκρατία. Κατ’ αρχάς, ο όρος «κοινότητα» είναι γενικής χρήσεως και μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε, μία συνεύρεση ατόμων, ένα χωριό, μία οικολογική ή κοινοβιακή προσπάθεια, μία οποιαδήποτε συλλογικότητα, (εβραϊκή κοινότητα, ευρωπαϊκή κοινότητα, πανεπιστημιακή κοινότητα)– με άλλα λόγια δεν έχει κάποιο πολιτικό νόημα και περιεχόμενο.
            Από την άλλη, ο όρος «κοινοτισμός» είναι βεβαρυμένος με πολλές ασάφειες και ιδεολογικές επιχωματώσεις, λόγω της χρήσης και κατάχρησης που υπέστη από ποικίλους εθνικιστές, ελληνοκεντρικούς, νεοορθόδοξους και βυζαντινόφιλους που βλέπουν παντού «κοινότητες» - στην αρχαία Ελλάδα, στην ελληνιστική εποχή,  στο Βυζάντιο, στην Τουρκοκρατία, στην μετεπαναστατική Ελλάδα. Οι αριστεροί από την πλευρά τους επικεντρώνονται στην επικράτεια του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ κατά την Κατοχή! Η αλήθεια είναι πως ό,τι και να υπήρξε στις περιπτώσεις αυτές δεν είχε καμία σχέση με την άμεση δημοκρατία, ούτε ως θεωρία ούτε ως πρόταγμα ούτε ως πολίτευμα. Το να βρίσκει κανείς  δημοκρατικές ιδέες και πρακτικές σε αυταρχικές καταστάσεις, σε ετερόνομες θεσμίσεις και γραφειοκρατικές οργανώσεις, αν δεν οφείλεται σε άγνοια, είναι λανθασμένο ιδεολόγημα.  
            Οι λανθασμένες απόψεις έχουν πηγή τους πρώτους νεοέλληνες «κοινοτιστές», τους οποίους επικαλούνται οι σύγχρονοι «κοινοτιστές». Παράδειγμα ο  Κώστας Καραβίδας, ο οποίος με ελληνοκεντρικά παραληρήματα, προβαίνει σε μεγάλες διαστρεβλώσεις, θεωρώντας τον κοινοτισμό «ως το κύριον στοιχείον του ειδικής μορφής αρχαίου ελληνικού πολιτισμού»(!), που «επεκράτησεν, ως τάσις τουλάχιστον, εις όλον τον τότε γνωστόν κόσμον»! Και συνεχίζει απτόητος ο Καραβίδας: «Τα θέατρα και τα στάδια και τα γυμναστήρια και τα ελληνιστικά ήθη και έθιμα και εν μια λέξει όλο το πλήθος των πόλεων που εστόλισαν την Ασίαν ολόκληρον μετά τον Αλέξανδρον δεν ήσαν έργα του κοινοτικού πνεύματος;»! Με άλλα λόγια ο Αλέξανδρος και οι ελληνιστικοί μονάρχες εμφορούνταν από το κοινοτικό πνεύμα! Σε αυτούς τους παραλογισμούς οδηγεί η ακαθόριστη έννοια του «κοινοτισμού» εν συνδυασμώ με τον ελληνοκεντρισμό. Γενικώς υπάρχουν πολλά παραληρήματα και ανακρίβειες στους νεοέλληνες «κοινοτιστές».
            Πάντως, η αθηναϊκή άμεση δημοκρατία δεν ήταν «κοινοτισμός», δεν ανήκει σε καμία κοινοτιστική ιδεολογία, όπως πιστεύουν και γράφουν οι «κοινοτιστές». Όλες οι γραμματειακές πηγές, τα πολιτικά και φιλοσοφικά κείμενα κάνουν λόγο για πόλιν, πολίτευμα και πολιτεία, ποτέ για κοινότητα με την ιδεολογική έννοια των «κοινοτιστών». Ήταν ένα πολίτευμα με βασικές αρχές, θεσμούς, αξίες και διακυβέρνηση από τον ίδιο των δήμο, και διαφοροποιούνταν απολύτως από τα άλλα πολιτεύματα της ολιγαρχίας, της αριστοκρατίας, της βασιλείας και της τυραννίδος. Η διοικητική οργάνωσή της ήταν βασισμένη στους δήμους, από τους οποίους προέρχονταν με κλήρωση  τα πρόσωπα της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας, ενώ η εκκλησία του δήμου αποτελούμενη από όλους τους πολίτες ασκούσε την κυβερνητική και την νομοθετική εξουσία. Μπορεί οι «κοινοτιστές» να εντάσσουν την αθηναϊκή δημοκρατία στον «κοινοτισμό», για να στηρίξουν και να επιβάλλουν το ιδεολόγημά τους, όμως αυτό είναι μεγάλη παρεξήγηση και αποτελεί βιασμό των εννοιών.
            Γενικώς δεν υπήρξε «αρχαιοελληνικός κοινοτισμός». Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν «κοινότητες» ή «κοινοτισμό», δεν είχαν κοινοκτημοσύνη, αυτοδιαχείριση και συνεταιρισμούς. Είχαν πόλεις και πολιτείες δημοκρατικές, ολιγαρχικές, αριστοκρατικές, τυραννίδες και στη Μακεδονία μοναρχία. Στις πόλεις υπήρχαν ανταγωνισμοί, κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, άγριες διαμάχες για την εξουσία και κυριαρχούσαν οι ολίγοι πλούσιοι, οι ευγενείς γαιοκτήμονες ή ο μονάρχης. Εξαίρεση αποτελούσαν οι ελάχιστες δημοκρατικές πόλεις, στις οποίες κυρίαρχος ήταν ο δήμος, ενώ οι κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις δεν εξέλιπαν βεβαίως, αλλά επιλύονταν από όλους τους πολίτες με διαβούλευση στην εκκλησία του δήμου. 
            Σήμερα με τον όρο «κοινοτισμός» ή «κοινότητες» εννοούν ότι κάποια κοινωνικά εγχειρήματα, αγροτικά ή αστικά, επιτρέπουν την από κοινού διαχείριση ορισμένων προϊόντων στην παραγωγή ή στην εμπορία τους, που ήταν παραπλήσια με τον συνεταιρισμό και την αυτοδιαχείριση. Είναι ενώσεις παραγωγικές ή απλώς οικονομικές για επιβίωση και επίλυση καθημερινών κοινωνικών προβλημάτων. Περιπτώσεις τέτοιων εγχειρημάτων συναντώνται μεταξύ άλλων στις αγροτικές περιοχές της Ρωσίας (Μιρ) και των Βαλκανίων (Ζάντρουγκα) μέχρι τον 19ο αιώνα, στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας, στα Ζαγοροχώρια (18ος -19ος), σε θρησκευτικά τάγματα, σε μοναστήρια,  σε πρωτοχριστιανικά κοινόβια ή στα σύγχρονα κοινόβια των δεκαετιών ΄60 και ‘70. Ήταν δηλαδή συνεταιριστικές ενώσεις, τοπικές αυτοδιαχειριστικές πρακτικές ή θρησκευτικές συνομαδώσεις. Δεν ήταν πολιτικά εγχειρήματα με δημοκρατικά προτάγματα. δεν είχαν θέσει ποτέ προτάσεις για την αλλαγή των θεσμών, για τον δημοκρατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Άρα, η σύνδεσή τους με την άμεση δημοκρατία ούτε ιστορικά ούτε θεωρητικά στέκει.
            Οι ανιστόρητες και λανθασμένες απόψεις των «κοινοτιστών» θολώνουν το όραμα για την άμεση δημοκρατία – την δημοκρατία ως πολιτικό πρόταγμα και πολίτευμα που έχει αναλύσει εξαιρετικά ο Καστοριάδης.
           

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2019

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ ΔΗΜΟΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 15 Νοεμβρίου 2019]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΟΣ ΔΗΜΟΤΙΣΜΟΣ
ΚΑΙ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Μurray Bookchin
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
Επιλεγμένα κείμενα
μτφρ. Θ. Καρυώτης, Γ. Στεφανίδης
Οι εκδόσεις των συναδέλφων, Αθήνα, 2017.

            Το βιβλίο αυτό  αποτελείται από επιλεγμένα κείμενα του Μάρεϊ Μπούκτσιν, που καλύπτουν μία μεγάλη γκάμα των θεμάτων με τα οποία αυτός ασχολήθηκε: διαλεκτικός νατουραλισμός, κοινωνική οικολογία, αναρχισμός... Πρέπει κατ’ αρχάς να δοθεί ένα ανακουφιστικό «εύγε» στους μεταφραστές που χρησιμοποίησαν τον  όρο «ελευθεριακός δημοτισμός» για να μεταφράσουν τον βασικό όρο του Μπούκτσιν  libertarian municipalism. Ευτυχώς επεκράτησε το αυτονόητο και ακολουθήθηκε η κυριολεκτική μετάφραση, διότι τα περισσότερα έργα του Μπούκτσιν στην ελληνική τους μετάφραση ατύχησαν, αφού ο όρος αυτός αποδόθηκε ως «ελευθεριακός κοινοτισμός». Το κακό ξεκίνησε στη δεκαετία 1990 με το περιοδικό Κοινωνία και Φύση, συνεχίσθηκε σε άλλα περιοδικά και βιβλία και συνεχίζεται δυστυχώς ακόμη και σήμερα από κάποιους. Η μετάφραση ενός όρου δεν είναι θέμα γούστου και ιδεολογίας, είναι πρωτίστως ηθικό ζήτημα σεβασμού στην ορολογία του μεταφραζόμενου συγγραφέα.
            Άλλωστε ο ίδιος ο ίδιος ο Μπούκτσιν διαφοροποιείται ρητώς από τα κοινοτιστικά (communitarian) εγχειρήματα, διότι αυτά ασχολούνται με ζητήματα κοινωνικά, οικονομικά, παραγωγής, ενώ η δική του πρόταση είναι πολιτική και ασχολείται με το πρόβλημα της εξουσίας. Βασικό στοιχείο της προσέγγισής του είναι ο δήμος (municipality), o δε «ελευθεριακός δημοτισμός» αποσκοπεί στην εκπλήρωση των ιστορικών δυνατοτήτων του δήμου ως στίβου ανάπτυξης του διαλόγου και της πράξης.  Όπως τονίζει: «Το να αγνοούμε την ελάχιστη πολιτειακή μονάδα της πολιτικής και της δημοκρατίας θα ήταν σαν να παίζουμε σκάκι δίχως σκακιέρα». Άρα,  δεν είναι μόνο λανθασμένη και αυθαίρετη η απόδοση του όρου municipalism με «κοινοτισμό», αλλοιώνει επίσης το νόημα της σκέψης του Μπούκτσιν.  
            Επί πλέον, ο όρος «κοινοτισμός» αποδίδει τον όρο communitarianism, που χρησιμοποιήθηκε  κατά την συζήτηση στις ΗΠΑ από τη δεκαετία 1980 για να εκφράσει γενικώς την κριτική που ασκήθηκε από κάποιους διανοουμένους (communitarians) στις φιλελεύθερες απόψεις του John Rawls και άλλων διανοουμένων (liberals) για την πολιτική και την δικαιοσύνη. Στην ελληνική βιβλιογραφία οι όροι αυτοί αποδόθηκαν με τα φυσιολογικά τους αντίστοιχα (κοινοτιστές, φιλελεύθεροι), άρα υπάρχει ένας επί πλέον λόγος που θα πρέπει να αποκατασταθεί η ορολογία του Μπούκτσιν ως «ελευθεριακός δημοτισμός». Ένα λάθος δεν πρέπει να διαιωνίζεται, καλό είναι κάποτε να σταματήσει.[1]
             Υπάρχουν επίσης και άλλα μεταφραστικά προβλήματα σε άλλα μεταφρασμένα  βιβλία του Αμερικανού στοχαστή. Παράδειγμα, ο όρος localism που αποδίδεται με τον όρο του Latouche «τοπικοποίηση» (localisation). Δημιουργείται έτσι σύγχυση, διότι ο Λατούς χρησιμοποιεί τον όρο αποκλειστικά για οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες, ενώ ο Μπούκτσιν χρησιμοποιεί τον localism με πολιτική έννοια. Εννοεί τη συμμετοχή των δημοτιστών στις δημοτικές εκλογές για να επιτύχουν  τοπικές συνελεύσεις και τοπικά συμβούλια, τα οποία στη συνέχεια θα συγκροτήσουν τις συνομοσπονδίες. Στο σημείο αυτό δίνει έμφαση και ο Δημ. Ρουσσόπουλος στον πρόλογο του εν λόγω βιβλίου.
            Επιμένω στα ζητήματα της ορολογίας, διότι το έργο και η πορεία του ίδιου του Μπούκτσιν έχουν κάποιες ασυνέχειες και τομές, οφειλόμενες σε κάποιους όρους που φαίνεται να επικαλύπτει ο ένας τον άλλον, επίσης σε αλλαγές στην ορολογία και σε διαφοροποιήσεις στις απόψεις – άρα οι άστοχες μεταφραστικές επιλογές δυσκολεύουν περισσότερο την κατανόηση της σκέψης του. Ενώ λ.χ. αρχικώς ο Μπούκτσιν χρησιμοποιεί τον όρο «συνομοσπονδιακός δημοτισμός», στη συνέχεια επιλέγει τον «ελευθεριακό δημοτισμό» και καταλήγει στον «κομμουναλισμό». Η πιο σημαντική όμως αλλαγή είναι στα μέσα της δεκαετίας 1990 όταν διαφοροποιείται από τον αναρχισμό και το 1999, σε γεροντική ηλικία πια, δηλώνει δημοσίως ότι δεν είναι αναρχικός αλλά «κομμουναλιστής», πράγμα που σημαίνει ότι αναιρούνται οι αναρχικές συνιστώσες όλου του περασμένου έργου του. Δηλαδή σημερινές εκφράσεις του τύπου  «ο αναρχικός Μπούκτσιν», είναι ψευδείς και στερούνται νοήματος. Οπότε τίθεται ζήτημα για το ξαναδιάβασμα του έργου του υπό το φως των γραπτών των τελευταίων επτά χρόνων της ζωής του.
            Ένα σημαντικό ζήτημα για την πολιτική δράση είναι η δυνατότητα προσανατολισμού μέσα από τους πολλούς όρους που έχει χρησιμοποιήσει ο Μπούκτσιν. Μεταξύ αυτών είναι και η «άμεση δημοκρατία», στην οποία αναφέρεται σε αρκετά γραπτά του. Το ερώτημα που τίθεται είναι τι σημαίνει «άμεση δημοκρατία» και πώς αυτή συνδέεται με τον «ελευθεριακό δημοτισμό» ή τον «κομμουναλισμό». Ο Μπούκτσιν εξηγεί σαφώς ότι ο «ελευθεριακός δημοτισμός» περιλαμβάνει και ένα οικονομικό πρόγραμμα για την οικονομία. Το λιγώτερο που ζητά είναι η δημοτικοποίηση της οικονομίας, δηλαδή η επίβλεψη της γης και των εργατικών εγχειρημάτων από το δήμο, από τους συμμετέχοντες σε ελεύθερες συνελεύσεις και από τα συμβούλια στις συνομοσπονδίες. Η καθοδηγητική αρχή είναι «από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». Ως γνωστόν την φράση αυτή χρησιμοποίησε ο Μαρξ ως βασική αρχή για το στάδιο του κομμουνισμού.   
             Είναι εμφανές πως ο Μπούκτσιν έμεινε πιστός στην μαρξική ιδέα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, παρόλες τις κριτικές που άσκησε σε άλλα σημεία της μαρξικής θεωρίας. Ο ελευθεριακός δημοτισμός ή κομμουναλισμός επιζητεί τα ίδια με τον Μαρξ, έχει τον ίδιο σκοπό. Απλώς ο Μπούκτσιν αλλάζει τα μέσα και προτείνει τις ελεύθερες λαϊκές συνελεύσεις, αντί για το Κόμμα και την προλεταριακή επανάσταση. Το ερώτημα που τίθεται είναι τι ρόλο παίζει η άμεση δημοκρατία στο πλαίσιο αυτό. Στα κείμενά του όμως δεν έχει κάποια αναλυτική περιγραφή για το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας, παρότι αναφέρεται αρκετές φορές με θετικό τρόπο στην αθηναϊκή δημοκρατία και την δημοκρατική πολιτική. Έχει μόνο γενικές αναφορές.
            Άμεση δημοκρατία για τον Μπούκτσιν σημαίνει τελικώς τις δημοτικές συνελεύσεις και την συνομοσπονδιοποίησή τους. οι οποίες θα πρέπει να αποφασίσουν την δημοτικοποίηση των αγαθών και την εφαρμογή της κομμουναλιστικής ή κομμουνιστικής αρχής που είδαμε προηγουμένως. Αυτό σημαίνει ότι ο Μπούκτσιν έχει προαποφασίσει τι θα αποφασίζουν οι συνελεύσεις, δηλαδή καταστρατηγεί την βασική αρχή της άμεσης δημοκρατίας του αυτοκαθορισμού και του αυτοπροσδιορισμού. Αθελά του καταργεί την διαβούλευση με ελευθερία και ισότητα, την αρχή της αυτονομίας, υιοθετώντας την αρχή της ετερονομίας για τις συνελεύσεις που οραματίζεται. Έτσι στο όραμα τού Μπούκτσιν για σοσιαλισμό και κομμουναλισμό η άμεση δημοκρατία είναι απλώς ένα εργαλείο. καταργείται ως πολίτευμα και υφίσταται μόνο ως διαδικασία. Έτσι επεκράτησε η λανθασμένη εικόνα της άμεσης δημοκρατίας, όχι μόνο στους επηρεασμένους από τον Μπούκτσιν, αλλά και σε πολλούς άλλους.
            Χρειάζεται λοιπόν η αποκατάσταση της άμεσης δημοκρατίας ως πολιτεύματος και ως στόχου του πολιτικού αγώνα. Αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν δεν γίνει πλήρης απεξάρτηση από τον μαρξισμό, τον σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό και την εσχατολογία της αταξικής κοινωνίας, που συγκάλυψαν επί πολλά χρόνια την αξία της άμεσης δημοκρατίας ως πολιτεύματος. Το βιβλίο «Ελευθεριακές διαδρομές» δίνει μία γενική εικόνα των διαφόρων στιγμών του Μπούκτσιν και αποτελεί μέσον για την διασάφηση και κατανόηση των στιγμών αυτών. Όμως για την αποκατάσταση της άμεσης δημοκρατίας ως πολίτευμα και ως στόχο του πολιτικού αγώνα χρειάζεται η βοήθεια άλλων στοχαστών, όπως ο Ρουσώ, η Άρεντ και ο Καστοριάδης.


[1] Για ιστορικούς και δεοντολογικούς λόγους θα πρέπει να αναφερθεί ότι η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο σωστός όρος «ελευθεριακός δημοτισμός» ήταν το 2006 στην ελληνική μετάφραση του Αλ. Γκεζερλή στο κείμενο του Μπούκτσιν, The Communalist Project, εκδ. Αλεξάνδρεια.  

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 23 Σεπτεμβρίου 2019]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας
Oikonomouyorgos.blogspot.com


ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ


            Στην απάντηση των Δ. Ψαρρά-Δ. Καρύδα (εφσυν 5/8/2019) χρειάζονται ορισμένες διευκρινίσεις.
            1. Οι δύο συντάκτες παραδέχθηκαν εμμέσως το λάθος τους όσον αφορά στις απόψεις του Καστοριάδη για την αρχαία Ελλάδα, αφού αναδιατύπωσαν την άποψή τους. Σε αυτήν λοιπόν την αναδιατύπωση απαντώ στο παρόν κείμενο. Η ανάλυση του Καστοριάδη για τον αρχαιοελληνικό κόσμο δεν έχει «αφαιρετικό και αδιαφοροποίητο χαρακτήρα», όπως γράφουν οι δύο συντάκτες, αλλά συγκεκριμένο και στοχευμένο. Αναζητά τις ρίζες του δυτικού πολιτισμού και την ανάδυση, για πρώτη φορά στην ιστορία, του προτάγματος της αυτονομίας. Η ανάδυση αυτή σηματοδοτήθηκε από την αμφισβήτηση των παραδοσιακών κυρίαρχων σημασιών τόσο στο χώρο των αντιλήψεων όσο και στον χώρο των θεσμών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της φιλοσοφίας, της πολιτικής και της δημοκρατίας. Αυτές τις νέες δημιουργίες αναδεικνύει ο Καστοριάδης με μοναδικό τρόπο και πιστεύει ότι αποτελούν, όχι ένα μοντέλο, αλλά ένα γόνιμο σπέρμα για το σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό διαφοροποιεί την δημοκρατική πόλιν, από τις ολιγαρχικές, αριστοκρατικές πόλεις και από την μακεδονική μοναρχία.     
       Πιστεύει επίσης πως αυτές οι δημιουργίες της δημοκρατίας σταμάτησαν οριστικώς τον 4ο π.Χ. αιώνα και όσα ακολούθησαν δεν αποτελούν καμία συνέχεια ενός αόριστου και εθνικιστικού «ελληνισμού». Ουδέποτε ο Καστοριάδης έχει χρησιμοποιήσει τον όρο «ελληνισμός» - όταν αναφέρεται στον «ελληνικό κόσμο», εννοεί πάντα την αρχαία Ελλάδα μέχρι τον 4ο π.Χ. Ούτε ο μακεδονικός κόσμος ούτε ο ελληνιστικός αποτελούν «συνέχεια» αυτού του κόσμου - αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό. πολύ δε περισσότερο ο βυζαντινός, για τον οποίο έχει γράψει ένα από τα καλύτερα κείμενα επί του θέματος («Οι μύθοι της παράδοσής μας»). Σε αυτό το κείμενο ο Καστοριάδης αναδεικνύει την ιλιγγιώδη διαφορά του σκοτεινού βυζαντινού κόσμου από τους κλασικούς χρόνους, με άλλα λόγια την πολιτική, πολιτισμική και ανθρωπολογική τομή ανάμεσά τους, την α-συνέχειά τους. Και είναι σαφέστατος όταν γράφει ότι  οι δύο κόσμοι είναι εντελώς ξένοι μεταξύ τους και θα πρέπει ο Νεοέλληνες να επιλέξουν μεταξύ των δύο αντιφατικών κόσμων.
            Ως γνωστόν ο σκληρός πυρήνας της περιβόητης «συνέχειας του ελληνισμού» είναι η ένταξη του Βυζαντίου στο ιδεολόγημα αυτό από τον Ζαμπέλιο και τον Παπαρρηγόπουλο που επαναλαμβάνεται, πάντα ατεκμηρίωτα, από τους νεο-ορθόδοξους και την Αρβελέρ. Αυτό το αφήγημα διαρρηγνύει ο Καστοριάδης αρκετές φορές, ιδίως με το προαναφερθέν κείμενο. Και η α-συνέχεια αυτή υπάρχει και στην νεώτερη Ελλάδα μετά τον 18ο αιώνα.  
            Είναι σίγουρο ότι οι εθνικιστές και οι υποστηρικτές του ιδεολογήματος της συνέχειας δεν καταφεύγουν στη ρηξικέλευθη κριτική του Καστοριάδη κατά του Βυζαντίου, ούτε στις αξίες της ελευθερίας, της αυτονομίας και της άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή στη συμμετοχή όλων στην εξουσία, ούτε στην ριζοσπαστική κριτική του στις αντιδημοκρατικές και μεταφυσικές αντιλήψεις του Πλάτωνα, ούτε στις θετικές απόψεις του για τους Σοφιστές, ούτε στην ανάδειξη των απόψεων τού Αριστοτέλη για το δίκαιο, την ισότητα και τον πολίτη. Η ανάλυση του Καστοριάδη είναι φιλοσοφική και πολιτική, όχι εθνικιστική ρητορεία περί ενδόξων προγόνων.
            2. Η είσοδος του Καστοριάδη στην ελληνική σκηνή ήταν το 1980 πρώτη φορά - το 1989 ήταν η δεύτερη. Το 1980 έκανε σεμινάρια στη Χίο με θέμα «Η γένεση της φιλοσοφίας και της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα». Επίσης έδωσε στην Αθήνα μία διάλεξη στην Ιατρική Σχολή Αθηνών για την Ψυχανάλυση και, με πρωτοβουλία μιας παρέας νέων, δύο ομιλίες πολιτικού περιεχομένου στην ΑΣΟΕΕ, για τις δυνατότητες της αυτονομίας και της δημοκρατίας στον σύγχρονο κόσμο. Σε αυτές προσήλθε πλήθος κόσμου και τα αμφιθέατρα ήταν κατάμεστα. Ο Καστοριάδης ανέπτυξε τα θέματά του με τις πρωτότυπες και  αιρετικές απόψεις του που δημιούργησαν μεγάλη αίσθηση, συζητήσεις και αντιπαραθέσεις και έθεσαν πράγματι θρυαλλίδες στις καθιερωμένες αντιλήψεις περί αρχαίας Ελλάδας, περί φιλοσοφίας και ψυχανάλυσης, περί αντιπροσωπευτικού συστήματος, αυτονομίας και δημοκρατίας, περί μαρξισμού και σοσιαλισμού, και ασφαλώς περί της αποτυχημένης και ανίκανης Αριστεράς. Με αυτήν την έννοια η παρουσία του ήταν πράγματι «ανατρεπτική».
             3. Όσον αφορά στα γραφόμενα του Λεφόρ σε ιδιωτική επιστολή, θα πρέπει να υπεισέλθουμε στην ερμηνεία ιδιωτικών γνωμών, άρα σε δύσβατα μονοπάτια που δεν οδηγούν πουθενά. Κατ’ αρχάς υπάρχει πρόβλημα με την γνώμη του ότι ο Καστοριάδης «αναπαράγει ανεστραμμένον τον ολοκληρωτικό μύθο»! Τι σημαίνει «ανεστραμμένος ολοκληρωτικός μύθος»; Δεν νομίζω ότι έχει κάποιο νόημα. Είναι μία κενή φράση. Ανήκει στις φραστικές ακροβασίες που συνηθίζουν οι Γάλλοι διανοούμενοι.
            Για την δεύτερη ιδιωτική γνώμη του Λεφόρ, η δική μου ερμηνεία είναι η εξής: ο Λεφόρ ενοχλείται επειδή ο Καστοριάδης ασκεί ριζική κριτική στο καπιταλιστικό και αντιπροσωπευτικό σύστημα, εντός τού οποίου κέρδιζε το...βούτυρό του – όπως το κέρδιζε άλλωστε και ο ίδιος ο Λεφόρ και ο Πουλαντζάς. Θα έπρεπε δηλαδή  ο Καστοριάδης να μην «αισθάνεται ξένος» με την κοινωνία αυτή, να της είναι ευγνώμων και να μην αναζητά κάποια άλλη καλύτερη. Απαιτεί από τον Καστοριάδη υπακοή στο σύστημα και συμμόρφωση στο «τέλος  της ιστορίας», στα οποία δυστυχώς κατέληξε ο Λεφόρ.
            Εδώ βρίσκεται μία μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στους δύο στοχαστές, αφού ο Λεφόρ θεωρεί ότι το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα είναι δημοκρατικό, συνεπώς δεν χρειάζεται αλλαγή, ενώ ο Καστοριάδης το θεωρεί ολιγαρχικό, όπως είναι πράγματι, και διατυπώνει ιδέες για την αλλαγή του προς μία δημοκρατική κοινωνία.