Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

ΡΙΖΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πολίτες, αρ. 31, Οκτώβριος 2011]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

ΡΙΖΙΚEΣ ΑΛΛΑΓΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ένα από τα αντιδημοκρατικά επιχειρήματα υποστηρίζει ότι η (άμεση) δημοκρατία, δηλαδή η αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων, δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί στις σημερινές συνθήκες των μεγάλων χωρών και ως εκ τούτου η μόνη δυνατότητα είναι η μεταρρύθμιση του υπάρχοντος αντιπροσωπευτικού συστήματος με σκοπό τη βελτίωσή του και την καλύτερη λειτουργία του. Προτείνονται προς τούτο διάφορα μέτρα, όπως: εκδημοκρατισμός των κομμάτων, γνησιώτερη αντιπροσώπευση, αναλογικό εκλογικό σύστημα, ηθικοποίηση της εξουσίας, πάταξη της διαφθοράς, παροχή ποιοτικής δημόσιας εκπαίδευσης, έλεγχος των ΜΜΕ, έλεγχος των αγορών, των τραπεζών και άλλα συναφή.
Όλα αυτά όμως είναι ανεπίτευκτα και αδύνατα εντός του συστήματος και από το ίδιο το σύστημα. είναι όνειρα πολιτικής νυκτός. Ένας προφανής ιστορικός και πρακτικός λόγος είναι ότι αυτές οι διακηρύξεις επαναλαβάνονται από πολύ παλιά από πολιτικούς και κόμματα, από καθεστωτικούς και συστημικούς διανοουμένους, αλλά δεν έχει γίνει απολύτως τίποτε. Ο κυριώτερος όμως λόγος είναι ότι αυτά που πρέπει να εκλείψουν (λ.χ. οι διαβλητές εκλογές, τα αυταρχικά κόμματα, η διαφθορά, η πλύση εγκεφάλου από τα ΜΜΕ, ο ανεξέλεγκτος ρόλος των τραπεζών, η διαπλοκή κ.ο.κ.) είναι εγγενή συστατικά στοιχεία του κοινοβουλευτικού πλέγματος εξουσίας και ως εκ τούτου η αυτομεταρρύθμισή του είναι αδύνατη. Εάν οι εκλογές και τα κόμματα μπορούσαν να λύσουν τα προβλήματα θα είχαν καταργηθεί από τις κυρίαρχες τάξεις.
Άλλωστε η οικονομική και η κοινωνική βελτίωση του κοινοβουλευτικού καπιταλισμού με σκοπό κάποια κοινωνία επιπέδου Ελβετίας, Νορβηγίας ή Δανίας (όπως με ευήθεια ή απάτη υποσχόταν ο Γ. Α. Παπανδρέου για την Ελλάδα πριν από τις εκλογές του 2009), είναι επίσης δύσκολη έως ακατόρθωτη απ’ ότι φαίνεται από την πρακτική και την ιστορία των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών. Ιδίως μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση που μαστίζει την ανθρωπότητα από το 2008, η βελτίωση αυτή καθίσταται ακόμη πιο ακατόρθωτη - κυρίως για την Ελλάδα, η οποία αντιμετωπίζει την χρεοκοπία. Επομένως το ανωτέρω επιχείρημα των υποστηρικτών του κοινοβουλευτικού καθεστώτος δεν έχει σταθερά στηρίγματα.
Κατά συνέπεια τίθεται το εύλογο ερώτημα που απασχόλησε και στο παρελθόν διανoουμένους και πολιτικούς ακτιβιστές: είναι δυνατή μία άλλη πολιτική δραστηριότητα εντός των ολιγαρχικών αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων, με σκοπό την αλλαγή τους, προς την κατεύθυνση της (άμεσης) δημοκρατίας; Είναι, δηλαδή, δυνατή η αλλαγή του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η επίτευξη της συμμετοχής όλων στις αποφάσεις, στη θέσπιση των νόμων, στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας; Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι καταφατική, όπως προσπάθησα να δείξω αλλού (Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, 2009). Οπότε, ως άμεσο επακόλουθο, τίθεται προς συζήτηση το εξής ζήτημα: από τη στιγμή που δεν αρκεί η θεωρητική διακήρυξη γενικών αρχών αυτονομίας και δημοκρατίας ούτε η επίκληση ιστορικών μοντέλων, χρειάζονται ασφαλώς συγκεκριμένα αιτήματα, στόχοι και αγώνες σε όλα τα επίπεδα, άρα αγώνες γνωμών, αντιλήψεων, πάλη ιδεών (αφού η περίφημη πάλη των τάξεων απουσιάζει παταγωδώς). Πώς μπορεί να γίνουν αυτά, ποια είναι τα αιτήματα, ποιες οι προτάσεις που μπορούν να αναδειχθούν προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας;
Τα αιτήματα και οι προτάσεις οπωσδήποτε παραπέμπουν σε αλλαγές, που, όπως εννοούνται εδώ, δεν αποτελούν αυτό που έχει ονομασθεί ρεφορμισμός. Ο ρεφορμισμός αρέσκεται και αρκείται στις επί μέρους μεταρρυθμίσεις που δεν επιφέρουν ριζικές αλλαγές και δεν έχουν απώτερο στόχο και όραμα τη δημοκρατία. Περιορίζεται σε νομικές μικρομεταρρυθμίσεις που δεν αμφισβητούν την ολιγαρχική κυριαρχία και ούτε επιχειρούν να αλλάξουν τις δεσπόζουσες σχέσεις εξουσίας και οικονομίας. Ρεφορμισμός σημαίνει δευτερεύουσες μεταρρυθμίσεις που δεν αλλάζουν την ουσία του ολιγαρχικού συστήματος, απλώς το εξωραΐζουν για να διατηρηθεί. Ρεφορμισμός είναι η αντίληψη που υποστηρίζει την κατάκτηση ή κατάληψη της κρατικής εξουσίας από τα λεγόμενα αριστερά κόμματα και την εισαγωγή βελτιωτικών μέτρων. είναι η πίστη ότι τα κόμματα αυτά είναι ικανά να πραγματοποιήσουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις προς την βελτίωση της κοινωνίας. Ρεφορμισμός είναι η αντίληψη που εκχωρεί τα αιτήματα και την πραγματοποίησή τους στους ποικίλους «αντιπροσώπους (κόμματα, βουλευτές, δημάρχους, νομάρχες, περιφερειάρχες). Όταν όμως τα όνειρα, οι απόψεις και οι επιθυμίες ανατίθενται σε αυτούς, τότε εκποιούνται και παύουν να υπάρχουν. Διότι τα κόμματα προωθούν μεταρρυθμίσεις που ωφελούν κατά κανόνα, όχι τα κατώτερα στρώματα και το κοινό συμφέρον, αλλά αυτά τα ίδια, τα στελέχη τους και τους οικονομικώς ισχυρούς, συντελώντας έτσι στη διατήρηση του συστήματος.
Λόγου χάριν, ρεφορμισμός είναι η διακήρυξη για «γνησιώτερη και καλύτερη αντιπροσώπευση», ενώ η αντίληψη που υιοθετείται εδώ προβαίνει στην κατάδειξη αφ’ ενός της πολιτικής αλλοτρίωσης που επιβάλλει η αντιπροσώπευση και άρα της φενάκης της «καλύτερης αντιπροσώπευσης» και αφ’ετέρου της ανάγκης για περισσότερη συμμετοχή των ανθρώπων με την ταυτόχρονη αποδυνάμωση του ρόλου των αντιπροσώπων και των κομμάτων. Άλλο παράδειγμα, η διακήρυξη του φιλελευθερισμού για την ατομική ελευθερία είναι ημιτελής, διότι λείπει η πολιτική ελευθερία, χωρίς την οποία δεν υφίσταται ούτε ουσιαστική ατομική αυτονομία. Η τελευταία είναι αδύνατη χωρίς τη συλλογική αυτονομία, είναι αδιανόητη χωρίς την αυτόνομη κοινότητα, όπως πολύ σωστά τονίζει ο Κορνήλιος Καστοριάδης: «Πώς μπορείς να είσαι ελεύθερος όταν πρέπει υποχρεωτικά να τηρείς τον κοινωνικό νόμο; Υπάρχει μια πρώτη συνθήκη: πρέπει να έχεις την πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχεις στη διαμόρφωση του νόμου (της θέσμισης). Μπορώ να είμαι ελεύθερος όταν τηρώ τον νόμο μόνο αν μπορώ να πω πως αυτός ο νόμος είναι δικός μου – μόνο αν μου δόθηκε η πραγματική δυνατότητα να συμμετάσχω στη διαμόρφωσή του και στη θέσμισή του (έστω και αν δεν υπερίσχυσαν οι δικές μου προτιμήσεις)».
Από την άλλη, οι ουσιαστικές αλλαγές συντελούν στον μετασχηματισμό, στην αλλαγή του συστήματος. Οι αλλαγές που εννοούνται εδώ δεν είναι διορθώσεις ή βελτιώσεις των «κακώς κειμένων», αλλά στοιχεία μιας σφαιρικής πολιτικής πρότασης, που έχουν προσανατολισμό την ευρεία ή συνολική θέσμιση της κοινωνίας. Συνεπώς οι αλλαγές στο υπάρχον ολιγαρχικό σύστημα δεν πρέπει να εντάσσονται στον εξωραϊσμό και στη διατήρησή του, αλλά στην προοπτική δημιουργίας ενός πλαισίου αναφοράς για μία ευρύτερη κοινωνική συσπείρωση. για τη συγκρότηση ενός κινήματος που αποβλέπει στην πραγματοποίηση αιτημάτων-προτάσεων, με σκοπό την ριζική αλλαγή του υπάρχοντος συστήματος.
Απορρίπτοντας τον ρεφορμισμό οδηγούμαστε σε αιτήματα θεσμικά, σε προτάσεις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές, που να επιφέρουν σημαντικές ριζικές αλλαγές και να έχουν σκοπό την άμεση δημοκρατία. Οι αλλαγές διατηρούν εν προκειμένω την αρχαία σημασία τους: όταν αλλάζουν την πολιτική θέσμιση και την κοινωνική κατάσταση. Παραδείγματα τέτοιων αλλαγών για την αθηναϊκή πολιτεία αποτελούν αυτές που είναι γνωστές με τα ονόματα του Σόλωνα, του Κλεισθένη, του Θεμιστοκλή, του Εφιάλτη και του Περικλή, και συνέβαλαν αντιστοίχως στην προετοιμασία, στην ίδρυση, στην διεύρυνση και στην εδραίωση της δημοκρατίας. Οι αλλαγές αυτές, που προέκυψαν ως αποτέλεσμα των επιθυμιών και των αγώνων των κατωτέρων και μεσαίων στρωμάτων, έφεραν ριζικές μετατροπές και θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν «επαναστάσεις».
Επομένως, δημοκρατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν μπορεί να προκύψει χωρίς ουσιαστικές αλλαγές που να διέπονται από την αντίληψη της ριζικής μετατροπής του υπάρχοντος συστήματος. Στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», που έθετε στην αρχή του 20ου αιώνα η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η απάντηση είναι «επαναστατικές μεταρρυθμίσεις» με την παραπάνω έννοια. Από την άλλη, απορρίπτοντας τον ρεφορμισμό δεν σημαίνει αναγκαστικώς ότι οδηγούμαστε στη βίαιη επανάσταση. Το διαφορετικό, το άλλο, η εναλλακτική λύση στον ρεφορμισμό δεν είναι η «ένοπλη επανάσταση», κομμουνιστικού ή άλλου τύπου. Δεν πρέπει να φετιχοποιηθεί το μαρξικό αξίωμα ότι «η βία είναι η μαμμή της Ιστορίας». Η ριζική αλλαγή δεν συνεπάγεται όπλα, αίματα, φόνους και καταλήψεις χειμερινών ανακτόρων, από κάποια «πεφωτισμένη» κομματική πρωτοπορία, λενινιστικού, μαοϊκού, καστρικού ή γκεβαρικού τύπου. δεν σημαίνει εμφυλίους πολέμους και πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από μία μειοψηφία. Αντιλήψεις και πρακτικές αυτού του είδους έχουν αποτύχει παταγωδώς, αφού οδήγησαν σε δικτατορικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, σε φαλκίδευση ατομικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε φυλακές, στρατόπεδα συγκεντρώσεως και ψυχιατρεία, σε εκτελέσεις και βασανιστήρια.
Φυσικά η απόρριψη του αξιώματος «η βία είναι η μαμή της ιστορίας» δεν σημαίνει ότι υιοθετείται η διατήρηση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και της φιλελεύθερης ολιγαρχίας. Η δημοκρατική αλλαγή δεν έχει ως αξίωμα το φετίχ της βίας. Ο κύριος λόγος είναι ότι η βία, επειδή κηρύσσει και εφαρμόζει την προσταγή, την αυθαιρεσία και τον καταναγκασμό, είναι αντίθετη προς τον λόγο, το επιχείρημα και την πειθώ, που είναι τα χαρακτηριστικά της δημοκρατικής αντίληψης και πρακτικής. η βία είναι ξένη προς την ισονομία και την ισότητα, που είναι οι βασικοί πυλώνες της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας. Υποκαθιστά την πολιτική, κατά κανόνα καταστρέφει την ίδια τη δυνατότητα της πολιτικής. Η «μαμμή» της ιστορίας δεν είναι η βία, αλλά η δύναμη του συλλογικού αγώνα των ανθρώπων. Αρκεί η σίγουρη δύναμη του συνειδητού και αποφασισμένου πλήθους, που αυτοσυγκροτείται σε πλειοψηφικό δήμο, για να θέσει επιτακτικά και πειστικά, με έλλογο τρόπο, το αίτημα της αλλαγής.
H δύναμη εδώ εννοείται με την έννοια που έδωσε στον όρο η Χάνα Άρεντ, η οποία διαφοροποιεί τη δύναμη από τη βία: «Η δύναμη είναι ό,τι συντηρεί την ύπαρξη της δημόσιας σφαίρας, τον δυνητικό χώρο εμφάνισης μεταξύ ενεργούντων και ομιλούντων ανθρώπων». Η δύναμη αναφέρεται σε ανθρώπους που συν-ομιλούν και συμ-πράττουν και αποβλέπει στον διάλογο και την πειθώ. Σε αντιδιαστολή προς αυτήν, η βία αρχίζει όταν καταργείται η δυνατότητα συν-ομιλίας και σύμ-πραξης. Είναι δηλαδή βουβή, αρχίζει εκεί όπου σταματάει ο λόγος - αποβλέπει στην υποταγή και την υπακοή. Η βία αναφέρεται στα απομονωμένα άτομα και τις ομάδες, ενώ η δύναμη στο πλήθος, στους πολλούς και στις συλλογικότητες. Η βία συνήθως καταστρέφει, χωρίς να δημιουργεί. Ενώ η δύναμη αλλάζει νόμους, νοοτροπίες και θεσμούς, θεσμίζει νέα πράγματα και δεν καταστρέφει μόνο – κτίζει δεν γκρεμίζει. Η δύναμη υπό αυτή την έννοια προσομοιάζει στην μη βίαιη επανάσταση για την οποία κάνει λόγο η Άρεντ: «η μόνη δύναμη που έχει ο λαός είναι η εφεδρεία της επανάστασης».
Στο ίδιο μήκος κινείται, κατά τη γνώμη μου, και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, που τονίζει: «Επανάσταση είναι η ρητή και διαυγασμένη αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας, όσων φυσικά θεσμών εξαρτώνται από ρητή θέσμιση, με τη συλλογική δράση της κοινωνίας αυτής ή του μεγαλύτερου μέρους της». Στο πλαίσιο αυτό, ο Κ. Καστοριάδης τονίζει την ανάγκη για ριζική αλλαγή, αλλαγή στη σύνολη θέσμιση της κοινωνίας. Αυτό δηλώνεται ρητώς όταν κάνει λόγο για ένα «επαναστατικό κίνημα που θα επιδιώξει να εγκαθιδρύσει μία πραγματική δημοκρατία, με τη συμμετοχή όλων στη διαχείριση των κοινών. Ένα επαναστατικό κίνημα που θα οδηγήσει στην αυτοκυβέρνηση των παραγωγικών και τοπικών μονάδων, των χωρών, των εθνών. Αυτή είναι η μόνη πολιτική επιδίωξη η οποία έχει κάποιο νόημα και για την οποία αξίζει να δουλέψει κανείς». Οι αντιλήψεις αυτές δεν εντάσσονται στη βελτίωση του ολιγαρχικού κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, αλλά στη ριζική αναδιάρθρωσή του, στην εκ βάθρων αλλαγή του.
Αυτή όμως είναι αδύνατη χωρίς την απαίτηση, την αυτόνομη δράση και την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων – είναι ανέφικτη με μεσάζοντες και μεσολαβητές, με αντιπροσώπους και κόμματα. Η πραγματοποίησή της εξαρτάται από τη θεωρητική και εννοιολογική χειραφέτηση, από την αποτίναξη της ψευδούς εικόνας της δημοκρατίας, από τη ρήξη της παραμορφωτικής κρούστας που συγκαλύπτει τον ολιγαρχικό χαρακτήρα των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων και τα παρουσιάζει ως δημοκρατικά. Τις παραμορφώσεις αυτές έχουν επιβάλλει οι πολιτικές και οι οικονομικές ολιγαρχίες, τα κόμματα και οι βουλευτές, αλλά και φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι και άλλοι διανοούμενοι, καθώς και οι ποικίλες αριστερές ιδεολογίες.

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πολίτες, αρ. 30, Σεπτέμβριος 2011]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

H AMΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες που ζούμε διεθνώς ένεκα της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης από το 2008, και ιδιαιτέρως στην χρεοκοπημένη Ελλάδα, στην οποία το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα ναυάγησε παταγωδώς, προκύπτει η ανάγκη για έναν άλλον πολιτικό προσανατολισμό, για μία ουσιαστική πολιτειακή αλλαγή. Η ανάγκη αυτή εκφράσθηκε στις συνελεύσεις στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες σε όλη τη χώρα από τις 25 Μαΐου 2011. Η δημοκρατία, η άμεση δημοκρατία, τέθηκε σωστά ως η εναλλακτική λύση στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα. Είναι επομένως απαραίτητο να διευκρινισθεί τι είναι η άμεση δημοκρατία να αναλυθούν οι θεσμοί, οι αρχές και οι αντιλήψεις της. Προς τούτο στρεφόμαστε στην αθηναϊκή πολιτεία του 5ου-4ου π.Χ. αιώνα, όταν για πρώτη φορά στην ιστορία άνθρωποι ίδρυσαν τη δημοκρατία, σκέφθηκαν και έγραψαν γι’ αυτήν. Η εξέταση αυτή δεν έχει μόνο ιστορική ή θεωρητική σημασία, αλλά κυρίως πολιτική και είναι εξαιρετικώς επίκαιρη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αθηναϊκή δημοκρατία εκλαμβάνεται ως μοντέλο ή πρότυπο για αντιγραφή, αλλά για έμπνευση και προσανατολισμό στη σημερινή εποχή. Μεταξύ των άλλων μας βοηθά να διασαφηνίσουμε τι είδους πολίτευμα είναι το αντιπροσωπευτικό.

Ελευθερία

Δημοκρατία σημαίνει το κράτος του δήμου, την κυριαρχία του δήμου, την πολιτική εξουσία των πολιτών και όχι των πολιτικών, την άμεση εξουσία των πολιτών και όχι των αντιπροσώπων, των κομμάτων και των γραφειοκρατών. Θα μπορούσε δε να συνοψισθεί στα εξής στοιχεία: ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη και έλεγχο. Τα χαρακτηριστικά αυτά περιγράφονται εν συντομία αμέσως πιο κάτω. H ελευθερία εννοείται και με τις δύο έννοιές της, την ατομική και τη συλλογική. Με τη δεύτερη έννοια, την πολιτική, σημαίνει συμμετοχή όλων στην εξουσία: «ένα χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι να άρχουν όλοι με τη σειρά».[1] Η συμμετοχή αυτή αφορά σε όλες τις ρητές μορφές εξουσίας, εκτελεστική, νομοθετική, κυβερνητική, δικαστική. Είναι δε πραγματική και δεν εξασφαλίζει μόνο, όπως ισχύει σήμερα, την ελεύθερη έκφραση στον ιδιωτικό χώρο, στον οποίο δεν ασκείται εξουσία, δεν λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις, δεν θεσπίζονται νόμοι. Ο Ευριπίδης (Ικέτιδες, 438 κ.ε.) συμπυκνώνει πολύ εύστοχα την έννοια της δημοκρατικής ελευθερίας στον δημόσιο χώρο, στη συνέλευση των πολιτών, στον οποίο διακυβεύεται το μέλλον της πόλεως και των πολιτών της: «Αυτό είναι ελευθερία: να ρωτάς ‘‘ποιος θέλει να καταθέσει κάποια καλή γνώμη για την πόλιν’’; Έτσι όποιος θέλει ομιλεί, ενώ όποιος δεν θέλει σιωπά».

Ισότητα

Από την έννοια αυτή της ελευθερίας προκύπτει και η έννοια της ισότητας. Εφ’ όσον όλοι συμμετέχουν στην εξουσία πρέπει να έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα να την ασκήσουν, επομένως πρέπει να είναι ίσοι: «ένα λοιπόν στοιχείο της ελευθερίας είναι η ισότητα».[2] Ισότητα σημαίνει πολιτική ισότητα όλων των πολιτών, στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην άσκηση της εξουσίας υπό όλες τις μορφές της. Όπως είναι εμφανές, από τη μια πλευρά η έννοια της ισότητας προκύπτει από την έννοια της ελευθερίας, αλλά και αντιστρόφως, δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία χωρίς ισότητα. Δεν είναι δυνατόν να συμμετέχουν όλοι στην εξουσία (=ελευθερία) εάν δεν είναι ίσοι, εάν οι θεσμοί δεν εξασφαλίζουν την πραγματική πρόσβαση όλων των πολιτών στην εξουσία. Mε άλλα λόγια η απόλυτη ισότητα εξασφαλίζει την πραγματική ελευθερία: δεν μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι εάν δεν είμαστε ίσοι. δεν είμαστε ελεύθεροι εάν κάποιοι έχουν περισσότερη εξουσία από εμάς, εάν κάποιοι ολίγοι αποφασίζουν και θεσπίζουν τους νόμους και εμείς απλώς υπακούουμε και εκτελούμε.

Δικαιοσύνη

Η ισότητα καθορίζει και τη δημοκρατική έννοια της δικαιοσύνης. Πράγματι, δικαιοσύνη στη δημοκρατική αντίληψη σημαίνει κατ’ αρχάς την ισότητα με την έννοια που αναφέρθηκε προηγουμένως (δίκαιον εστί το ίσον).[3] H δικαιοσύνη εννοείται εδώ ως η διανεμητική δικαιοσύνη. Το ζήτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει η κοινωνία είναι: τι διανέμεται και σε ποιον, και φυσικά πώς διανέμεται και από ποιον. Η απάντηση της δημοκρατίας στο πρώτο ερώτημα (τι;) είναι ότι τα αγαθά που πρέπει να διανεμηθούν είναι οι τιμές, τα αξιώματα, η εξουσία και ορισμένα από τα υλικά αγαθά. Στο δεύτερο ερώτημα (σε ποιον;) η απάντηση είναι ότι διανέμονται σε όλους, στο τρίτο (από ποιον;) η απάντηση είναι από όλους τους πολίτες, και τέλος στο τέταρτο (πώς;) η απάντηση είναι με βάση την απόλυτη ισότητα.
Είναι εμφανές ότι στη διανομή αυτή υπεισέρχεται το κοινό συμφέρον. Για να είναι η διανομή δίκαιη πρέπει όλοι να συμμετέχουν εξ ίσου, να μην ευνοείται το ίδιον, το προσωπικό, το κομματικό, το συντεχνιακό ή το ταξικό συμφέρον. Εδώ έγκειται η δεύτερη πτυχή της δικαιοσύνης, η μέριμνα για το κοινό συμφέρον και η εξασφάλισή του, πράγμα που τονίζει και ο Αριστοτέλης.[4] Οι δύο αυτές εκφάνσεις του δικαίου (ισότητα και κοινό συμφέρον) είναι αλληλένδετες, διότι για το κοινό συμφέρον μεριμνούν ουσιαστικώς μόνο οι πραγματικώς ίσοι πολίτες, δηλαδή οι ενεργοί πολίτες συναθροισμένοι σε ελεύθερη συνέλευση. Το κοινό συμφέρον καθορίζεται από το σύνολο των πολιτών, όχι από τους ολίγους, όχι από τους «ειδικούς» ή κάποια συντεχνία, όχι από κάποιο κόμμα ή γραφειοκρατικό όργανο.
Η ισότητα αναφέρεται στη συμμετοχή όλων των πολιτών σε όλους τους πολιτικούς τομείς, άρα και στην απόδοση της δικαιοσύνης, όχι μόνο με την ευρεία, αλλά και τη στενή έννοια, δηλαδή στη δικαστική εξουσία. Τα πολυμελή δικαστήρια των πολιτών είναι η έκφραση της δημοκρατικής αρχής της ελευθερίας και της ισότητας. Τα κληρωτά δικαστήρια ανάγονται στην εποχή του Σόλωνα, στις αρχές του 6ου αιώνα, και αποτέλεσαν εν συνεχεία την αδιαμφισβήτητη και ασφαλιστική δικλίδα της δημοκρατίας. Δεν υπάρχει δημοκρατία άνευ της συμμετοχής των πολιτών στη δικαστική εξουσία. Στα δικαστήρια ανάγονται, συν τοις άλλοις, όλες οι πράξεις της διοικήσεως, της πολιτικής εξουσίας, όλων των αξιωματούχων.[5]

Ελεγχος της εξουσίας

Έτσι ερχόμαστε στο τέταρτο στοιχείο ης άμεσης δημοκρατίας, τον έλεγχο, που σημαίνει ουσιαστικό πολιτικό και δικαστικό έλεγχο της εξουσίας από θεσμισμένα όργανα με τη συμμετοχή ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Ο έλεγχος περιέχει ασφαλώς τη διαφάνεια και τη λογοδοσία (λόγον διδόναι, εύθυνα) όλων των προσώπων που ασκούν εξουσία. αυτό σημαίνει ανοικτή δυνατότητα στον καθένα να καταγγείλει στη βουλή, στην εκκλησία του δήμου και στα δικαστήρια των πολιτών τους πολιτικούς αξιωματούχους, αυτούς που άσκησαν εξουσία, εφάρμοσαν τις αποφάσεις και διαχειρίσθηκαν χρήματα. Όλοι οι άρχοντες, κληρωτοί και αιρετοί (βουλευτές, στρατηγοί, ίππαρχοι, ταμίες, ποικίλες επιτροπές) υφίστανται τον ουσιαστικό και ενδελεχή έλεγχο. τόσο σε κάθε πρυτανεία (διάρκεια 35 ημερών) όσο και στο τέλος της ετήσιας θητείας τους, είναι δε ανά πάσα στιγμή ανακλητοί. Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι ο αυστηρός έλεγχος όλων: «σε αυτήν την πόλιν ουδείς από όσους ασκούν εξουσία είναι ανυπεύθυνος, ανεξέλεγκτος».[6] Όλοι οι αξιωματούχοι, αν δεν είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους ή είχαν χρηματισθεί, ενάγονταν στο δικαστήριο και υφίσταντο κυρώσεις: ατιμία, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, χρηματικό πρόστιμο, δήμευση περιουσίας, ακόμη και θάνατο. Έτσι διασφαλίζεται η ηθική στην πολιτική, είναι ο μόνος τρόπος, για να συνυπάρξει η πολιτική με την ηθική, που τόσο διατυμπανίζεται από ποικίλους ηθικολόγους και ιδεολόγους.
Το τετράπτυχο αυτό (ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη, έλεγχος) αποτελεί τη βάση και τον πυρήνα της (άμεσης) δημοκρατίας. Η συμμετοχή, η ισότητα και ο έλεγχος είναι πραγματικά στοιχεία και όχι θεωρητικές διακηρύξεις ή αφηρημένες αρχές και ιδεώδη. εξασφαλίζονται από νόμους, εκφράζονται σε θεσμούς. Οι δύο βασικοί θεσμοί είναι η εκκλησία του δήμου και η κλήρωση. Στην πρώτη ασκείται η νομοθετική και κυβερνητική εξουσία άμεσα από όλους τους ενήλικους ελευθέρους άνδρες, άνω των δεκαοκτώ ετών, ενώ με την κλήρωση εξασφαλίζεται η άσκηση της δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας άμεσα από τους ίδιους τους πολίτες.[7]

Η έννοια του πολίτη και η άμεση συμμετοχή

Συνιστά επίσης το τετράπτυχο αυτό τον ορισμό του πολίτη. Πράγματι ο πολίτης χαρακτηρίζεται από τα τέσσερα ανωτέρω στοιχεία: την ελευθερία, την ισότητα, τη δικαιοσύνη, τον έλεγχο της εξουσίας. Αυτό συμβαίνει κατ’ εξοχήν στην (άμεση) δημοκρατία, διότι σε αυτήν ο ελεύθερος Αθηναίος μετέχει άμεσα στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική και κυβερνητική εξουσία, στον έλεγχο όλων των αξιωματούχων. Άλλωστε και ο Αριστοτέλης όταν αναζητεί ένα ουσιαστικό ορισμό του πολίτη λέει ότι πολίτης είναι αυτός που εναλλάσσεται στην εξουσία (εν μέρει άρχειν και άρχεσθαι), αυτός που μετέχει δικαστικής και κυβερνητικής εξουσίας.[8] Πολίτης συνεπώς δεν είναι αυτός που συμμετέχει στις εκλογές ή ανήκει σε ένα κόμμα, αλλά αυτός που συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην άσκηση της εξουσίας εν γένει.
Είναι εμφανές ότι για να υπάρξει το πολίτευμα αυτό της γενικής και γενικευμένης συμμετοχής απαιτεί το ενδιαφέρον, τη θέληση και την επαγρύπνηση των ανθρώπων. Υποστηρίζεται από το δημοκρατικό ήθος, από το ενδιαφέρον και την υπευθυνότητα των πολιτών («sittlichkeit» στον Hegel, «θάρρος και επαγρύπνηση» στον Rousseau). Ταυτοχρόνως όμως, το ενδιαφέρον και η υπευθυνότητα ευνοούνται και δημιουργούνται από τους δημοκρατικούς θεσμούς. H (άμεση) δημοκρατία δηλαδή δεν είναι μόνο ένας τρόπος διακυβέρνησης, ένα πολίτευμα με θεσμούς δημοκρατικούς, με αρχές και αντιλήψεις δημοκρατικές, αλλά και τρόπος του βίου, υποστηρίζεται από μια δημοκρατική κοινωνία και από δημοκρατικά άτομα. Δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία χωρίς δημοκρατικά άτομα, και αντιστρόφως, δεν υπάρχουν δημοκρατικά άτομα χωρίς δημοκρατική κοινωνία. Ο δημοκρατικός τύπος ανθρώπου είναι αυτός που ασχολείται με τα κοινά, με τις κοινές υποθέσεις, με το κοινό συμφέρον, αυτός που συμμετέχει, που είναι πολίτης και όχι ιδιώτης. Ο ιδιώτης ασχολείται και ενδιαφέρεται για το δικό του προσωπικό συμφέρον, παραμελεί και εγκαταλείπει το κοινό συμφέρον στα κόμματα, στους ισχυρούς, στους ολίγους, ως εκ τούτου αντικειμενικώς εναντιώνεται στο κοινό συμφέρον. Το εκφράζει πολύ ωραία ο Περικλής στον υπέροχο «Επιτάφιο»: τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα αλλ’ αχρείον νομίζομεν.
Σε όλα τα ανωτέρω χαρακτηριστικά και τις αρχές της δημοκρατίας βασικό στοιχείο είναι η άμεση συμμετοχή των πολιτών. Άμεση συμμετοχή σημαίνει όχι αντιπροσώπευση, όχι κόμματα, όχι εκλογές. Εδώ βρίσκεται το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της, που παραμελείται, αγνοείται ή συγκαλύπτεται: η (άμεση) δημοκρατία είναι το μοναδικό πολίτευμα που έχει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων, απαιτεί την άμεση συμμετοχή τους, οφείλεται στη συμμετοχή τους, λειτουργεί και διατηρείται χάρις στη συμμετοχή τους και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την πραγματική συμμετοχή των ανθρώπων. Όλα τα άλλα πολιτεύματα (μοναρχία, δικτατορία, σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά, κομμουνιστικά, ολοκληρωτικά, ολιγαρχικά, αντιπροσωπευτικά) όχι μόνο δεν απαιτούν αυτή τη συμμετοχή αλλά την απεύχονται, την αποτρέπουν και την εμποδίζουν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον.[9] Πράγμα που σημαίνει πως ο δρόμος για τη δημοκρατία είναι ένας και μοναδικός: η άμεση συμμετοχή όλων των ατόμων και η πραγματική κυριαρχία του δήμου. Οποιαδήποτε παρέκβαση από τον δρόμο αυτόν οδηγεί σε αναίρεση της δημοκρατίας, οδηγεί σε ένα από τα πολιτεύματα που ανέφερα προηγουμένως. Mε άλλα λόγια η ελευθερία έχει ένα μόνο δρόμο, η δουλεία πολλούς.

Τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα

Το πλαίσιο αυτό μας επιτρέπει να διακρίνουμε τον πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα του κοινοβουλευτισμού. Όλα τα χαρακτηριστικά της δημοκρατίας, που εν συντομία αναφέρθηκαν προηγουμένως, απουσιάζουν από τα σημερινά πολιτεύματα: η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, ο έλεγχος της εξουσίας, η συμμετοχή, ο πολίτης. Πολιτική ελευθερία, με την έννοια της συμμετοχής των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και εν γένει στην εξουσία δεν υπάρχει - υπάρχει πολιτική ανελευθερία, πολιτική δουλεία. Απόλυτη πολιτική ισότητα όλων δεν υπάρχει - υπάρχει ανισότητα. Δικαιοσύνη με την έννοια της ισότητας και της μέριμνας για το δημόσιο συμφέρον δεν υπάρχει – υπάρχει αδικία και κατίσχυση του ιδιωτικού συμφέροντος. Ουσιαστικός έλεγχος της εξουσίας από αδέκαστα και αμερόληπτα όργανα πολιτών δεν υπάρχει – υπάρχει αυθαιρεσία, ασυδοσία, αδιαφάνεια, ατιμωρησία. Συνεπώς ούτε πολίτες υπάρχουν - υπάρχουν μόνο ιδιώτες, υπήκοοι και δούλοι.
Επομένως, στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα οι ολίγοι κυβερνούν, νομοθετούν, λαμβάνουν τις αποφάσεις, ασκούν ανεξέλεγκτα την εξουσία, προς όφελος δικό τους, των κομμάτων τους και των ολίγων ισχυρών κεφαλαιοκρατών. Δηλαδή τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα δεν είναι δημοκρατικά, αλλά ολιγαρχικά. Κακώς ονομάζονται αντιπροσωπευτικές, κοινοβουλευτικές, αστικές ή φιλελεύθερες δημοκρατίες. Είναι καθαρές ολιγαρχίες - ο Κορνήλιος Καστοριάδης σωστά τα ονόμαζε φιλελεύθερες ολιγαρχίες, διότι υπάρχουν και ανελεύθερες. Συνεπώς ο κοινοβουλευτισμός, οι εκλογές, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση, δεν χαρακτηρίζουν τη δημοκρατία, αλλά την ολιγαρχία.[10] Δικαίως λοιπόν σήμερα στις πλατείες τίθεται το αίτημα για άμεση δημοκρατία, που σημαίνει υπέρβαση και μετασχηματισμό των ολιγαρχικών αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων. Είναι ο μόνος στόχος, το μόνο όραμα για το οποίο αξίζει τον κόπο να αγωνισθεί κανείς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*** Το παρόν κείμενο αποτέλεσε τη βάση για ορισμένες από τις ιδέες που ανέπτυξα στις ομιλίες μου στην πλατεία Συντάγματος (Αθήνα, 17-6-2011), στον Λευκό Πύργο (Θεσσαλονίκη, 24-6-2011), στην πλατεία καπνεργάτη (Καβάλα, 18-6-2011) και στην κεντρική πλατεία Δράμας (19-6-2011), στα πλαίσια των λαϊκών συνελεύσεων του κινήματος «Άμεση δημοκρατία τώρα».
1 Αριστοτέλης, Πολιτικά 6, 1317b2: ελευθερίας δε έν μεν το εν μέρει άρχεσθαι και άρχειν. Πρβλ. 1317b19-20: άρχειν πάντας μεν εκάστω, έκαστον δ’ εν μέρει πάντων. Και Ευριπίδης, Ικέτιδες, 404 κ.ε.
2 Αριστοτέλης, Πολιτικά 6, 1317b10: έν μεν ουν της ελευθερίας σημείον τούτο (το ίσον). Πρβλ. 1317b19.
3 Αριστοτέλης, Πολιτικά 6, 1317b4: Και γαρ το δίκαιον το δημοτικόν το ίσον έχειν εστί κατά αριθμόν αλλά μη κατ’ αξίαν. Πρβλ. 1318a5
4 Αριστοτέλης, Πολιτικά 3, 1279a17. Πρβλ. Δημόκριτος, απόσ. Β252, στην έκδοση του H. Diels & W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, Weidmann, Zurich, 1992.
5 Αυτή η πολιτική έννοια της δικαιοσύνης έχει συγκαλυφθεί και ξεχασθεί έκτοτε μέχρι σήμερα - όπως άλλωστε και οι προηγούμενες έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας - και υποκαθίσταται από μία νομικίστικη διαδικασία.
6 Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος 17: εν γάρ ταύτη τη πόλει... ουδείς έστιν ανυπεύθυνος των... προς τα κοινά προσεληλυθότων. Πρβλ. Κατά Κτησιφώντος 22. Και Δημόκριτος, απόσ. B265, όπ. π.
7 Περισσότερα για τους θεσμούς και την πρακτική της άμεσης δημοκρατίας βλ. Κ. Καστοριάδης, «Η ελληνική πόλις και η δημιουργία της δημοκρατίας», Χώροι του ανθρώπου, Ύψιλον, Αθήνα, 1995. Του ιδίου, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, Υψιλον, Αθήνα, 1986. Του ιδίου, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμ. Β’, Κριτική, Αθήνα, 2008. Και Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, Αθήνα, 2007.
8 Αριστοτέλης Πολιτικά 3, 1275a22: πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή τω μετέχειν κρίσεως και αρχής.
9 Εξυπακούεται ότι όλα αυτά τα πολιτεύματα δεν ταυτίζονται, δεν έχουν την ίδια αξία, και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αντιπροσωπευτικό είναι το καλύτερο από τα υπάρχοντα, αλλά δεν είναι δημοκρατικό, όπως επιχειρηματολογώ στις δύο επόμενες παραγράφους.
10 Περισσότερα βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

[Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, 19 Αυγούστου 2011]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας


ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ


Οι πρωτόγνωρες συγκεντρώσεις και συνελεύσεις στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες της χώρας έθεσαν ως βασικό στόχο την άμεση δημοκρατία. Όμως τα ΜΜΕ, οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και τα κόμματα προσπάθησαν να ελαχιστοποιήσουν το σημαντικώτατο αυτό ζήτημα και επικέντρωσαν στις άλλες πλευρές των συγκεντρώσεων. Η συμπεριφορά τους δηλώνει φόβο επειδή οι συνελεύσεις δεν ελέγχονται από όλους αυτούς, επειδή στις συγκεντρώσεις κατέβηκαν εκατοντάδες χιλιάδες που οι ίδιοι ποτέ δεν θα συγκέντρωναν, επειδή τα κόμματα και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις είναι συλλήβδην απαγορευμένα στις πλατείες. Το κύριο όμως είναι ότι φοβούνται την άμεση ενεργοποίηση της κοινωνίας, διότι κάτι τέτοιο τους υπερβαίνει, τους παραγκωνίζει, τους καθιστά άχρηστους και περιττούς. Με άλλα λόγια οι παραδοσιακοί κάτοχοι της εξουσίας (κυβέρνηση, κοινοβούλιο, κόμματα, ΜΜΕ, συνδικαλιστές) φοβούνται τη δημοκρατία, την άμεση δημοκρατία, διότι στην περίπτωση αυτή η κοινωνία αποκτά το δικό της αδιαμεσολάβητο πρόσωπο, αρχίζει να αυτοπροσδιορίζεται και να αυτοοργανώνεται, να απεγκλωβίζεται από τους επιβλαβείς κομματικούς, αντιπροσώπους, κρατικοδίαιτους μυστικοσυμβούλους και γραφειοκράτες, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον.
Αυτός είναι και ο αναγκαίος όρος ύπαρξης της άμεσης δημοκρατίας: αυτοσυγκρότηση και αυτοκαθορισμός, λήψη των αποφάσεων από τις λαϊκές συνελεύσεις, από την ίδια την κοινωνία, εμπιστοσύνη στις ίδιες τις δυνάμεις της. Ο καινοφανής τρόπος πολιτικής δράσεως που δημιουργείται στην πλατεία, θέτει εκ των πραγμάτων, από την ίδια τη μορφή και τη λειτουργία του, ένα νέο πολιτικό περιεχόμενο και στόχο, που έρχονται σε ριζική αντίθεση με το υπάρχον κομματοκρατικό σύστημα.
Το τελευταίο έχει φθάσει στα όριά του, έχει τόσο αναισθητοποιηθεί και αποκτηνωθεί, που δεν είναι σε θέση ούτε καν να τηρήσει ορισμένα προσχήματα, λ.χ. να περικόψει ουσιαστικώς τα προνόμια των βουλευτών και των άλλων υψιλόμισθων υπαλλήλων του, να καταργήσει τη βουλευτική και την υπουργική ασυλία, να φορολογήσει τούς μέχρι τώρα νομίμως και παρανόμως φοροδιαφεύγοντες ή να στείλει φυλακή ορισμένους πολιτικούς. Αντιθέτως, συνειδητοποιώντας την ευθύνη του για τη χρεοκοπία και την ανίκανότητά του για κάποια δημιουργική πολιτική, το ολιγαρχικό σύστημα προσπαθεί, υπό το κράτος του πανικού και του κυνισμού, να επωφεληθεί όσο γίνεται, να αυξήσει και να περισώσει την σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος αποκτηθείσα περιουσία του. Είναι δε προκλητικότατο διότι συγκαλύπτει όλα τα μεγάλα σκάνδαλα, του Βατοπεδίου, της Ολυμπιάδας, των αμυντικών εξοπλισμών και κυρίως το μεγαλύτερο όλων, της Siemens, με τα οποία ζημιώθηκε το δημόσιο με πολλά δις, αυξήθηκε το έλλειμμα και το χρέος. Επί πλέον ετοιμάζεται για νέες αφαιμάξεις από τα δάνεια των Μνημονίων και το λεγόμενο σχέδιο Μάρσαλ, αφού η βουλευτική και υπουργική ασυλία εξακολουθούν ακόμη να προτρέπουν προς την απληστία και την ασυδοσία, να εξασφαλίζουν την ατιμωρησία του πολιτικού προσωπικού.
Έχει ειπωθεί ότι μία ουσιαστική αλλαγή γίνεται όταν οι από πάνω δεν μπορούν πια και οι από κάτω δεν θέλουν πια. Ο πρώτος όρος συμβαίνει και ο δεύτερος έχει αρχίσει να αναδύεται. Ήδη οι συγκεντρώσεις και οι συνελεύσεις στις πλατείες είναι ένδειξη πως η ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν θέλει πια αυτό το διεφθαρμένο και επικίνδυνο σύστημα. Η αλλαγή στην κοινωνία αρχίζει να διαγράφεται και μάλιστα είναι διαφορετική από προηγούμενες. Είναι ειρηνική, μαζική, αυτοκαθοριζόμενη, με αποστροφή σε κόμματα, σε κάθε είδους ηγέτες και αποτυχημένες ιδεολογίες. Αντιτίθεται στη βία και επενδύει στην κοινωνική ωρίμανση, στην ευρύτερη συλλογική συμμετοχή, στην ελεύθερη συζήτηση, στη λήψη των αποφάσεων μέσα από συνελεύσεις και σαφείς πλειοψηφίες. Αυτή η αμεσοδημοκρατική στάση καθορίζει και τους πολιτικούς στόχους για αλλαγή του αντιπροσωπευτικού ολιγαρχικού συστήματος προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας. για ριζική πολιτειακή αλλαγή με τη δημιουργία θεσμών που θα επιτρέπουν την συμμετοχή των ανθρώπων - άμεσα, χωρίς διαμεσολαβητές, χωρίς αντιπροσώπους και κόμματα - στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας.
Τέτοιοι θεσμοί είναι: τοπικές και ευρύτερες συνελεύσεις, δημοψηφίσματα από τα κάτω και όχι από τα πάνω, πρωτοβουλία για νομοθετικές ή συνταγματικές αλλαγές από την ίδια την κοινωνία, αναδιάρθρωση της δικαστικής εξουσίας με τη συμμετοχή της κοινωνίας, ουσιαστική διάκριση των εξουσιών, εκλογή ή κλήρωση ατόμων που θα εκτελούν τις αποφάσεις των συνελεύσεων και των δημοφηφισμάτων, θα είναι δε ανά πάσα στιγμή υπόλογοι και ανακλητοί. Μόνο έτσι θα αλλάξει το διεφθαρμένο ολιγαρχικό πλέγμα εξουσίας που συγκροτείται από θεσμούς και νόμους, από δομές και μηχανισμούς, από γραφειοκρατίες και ποικίλα διαπλεκόμενα συμφέροντα – οικονομικά, κομματικά, συνδικαλιστικά, συντεχνιακά, μιντιακά.

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

H ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΥΤΟΠΙΑ

[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πολίτες, αρ. 28, Ιούλιος 2011]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΥΤΟΠΙΑ*

Ένα βασικό ερώτημα που τίθεται στη σημερινή κρίσιμη περίοδο γενικευμένης παρακμής είναι το εξής: κατά πόσο είναι εφικτή η δημιουργία ενός πραγματικά δημοσίου χώρου, ο οποίος να εξασφαλίζει την κυριαρχία του δήμου; Κατά πόσο ο αυτοπροσδιορισμός και η αυτοκυβέρνηση, δηλαδή η άμεση δημοκρατία, είναι σήμερα δυνατή και με ποιον τρόπο; Για το ζήτημα αυτό εκφράζονται πολλές αμφιβολίες. Τα αρνητικά επιχειρήματα που συνήθως προβάλλονται είναι α) ότι η σημερινή εντελώς διαφορετική πραγματικότητα δεν προσφέρει τις συνθήκες που υπήρχαν στην αρχαία Αθήνα (μικρό πληθυσμό, μικρή έκταση, απλούστερα προβλήματα), ως εκ τούτου δεν είναι ρεαλιστικό πρόταγμα. Και β) οι άνθρωποι δεν επιθυμούν την αυτοκυβέρνηση, ακολουθούν και ψηφίζουν τα κόμματα, άρα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί αφού η ανθρώπινη πραγματικότητα είναι αντίθετη. Τα επιχειρήματα αυτά τα έχω συζητήσει αλλού,[1] και εδώ θα αρκεσθώ σε μερικά συμπληρωματικά σχόλια.
Σε αυτούς που αντιτάσσουν ότι η αυτοκυβέρνηση και η δημοκρατία δεν είναι δυνατές, δεν είναι ρεαλιστικά αιτήματα, αλλά ρομαντισμός, αφέλεια ή ουτοπία, η απάντηση είναι ότι ρεαλισμός δεν σημαίνει να υποκύπτεις στην πραγματικότητα και να την δέχεσαι παθητικά και δουλικά, αλλά να αναζητάς μιαν άλλη πραγματικότητα. Ρεαλισμός δεν είναι να αποδέχεσαι την πραγματικότητα, αλλά να προσπαθείς να την αλλάξεις. Ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι η πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει, αλλά το να πιστεύεις ότι δεν θα αλλάξει και θα παραμείνει όπως έχει επ’ άπειρον. Τα επιχειρήματα αυτά κατά του εφικτού της δημοκρατίας βλέπουν δηλαδή μόνο τη μία πλευρά και παρακάμπτουν μία εξ ίσου σημαντική αλήθεια: πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτά που ισχύουν, η συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική κατάσταση, οι εγκαθιδρυμένοι θεσμοί, οι ισχύοντες νόμοι και οι επικρατούσες αξίες. Είναι και όλα όσα εμείς επιθυμούμε και δυνάμεθα να πράξουμε, μετά από στοχασμό και διαβούλευση, όσα θέλουμε και αντιτάσσουμε στην υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή οι δικοί μας θεσμοί, νόμοι και αξίες, η δικιά μας θέληση.[2]
H Arendt αναλύει και αναδεικνύει την αξία και τη δύναμη της θελήσεως ως πρώτιστο γενεσιουργό παράγοντα της πράξεως (le ressort de l’ action) στο βιβλίο της Η ζωή του πνεύματος, τόμ. 2ος, με υπότιτλο «Η θέληση». Από τις πρώτες σελίδες ήδη τονίζει ότι η θέληση είναι η ανθρώπινη ιδιότητα για την αντιμετώπιση του μέλλοντος, μέσα από την ανοικτή εμπειρία του χρόνου. είναι το όργανο του μέλλοντος, όπως η μνήμη είναι το όργανο του παρελθόντος.[3] Έτσι όμως η θέληση συνδέεται με τη φαντασία, διότι το μέλλον δεν υπάρχει κάπου, δεν είναι άμεσα ορατό, πρέπει να το συλλάβει κανείς με τη δύναμη της φαντασίας. Είναι πολύ δαφωτιστικό ένα χωρίο στο οποίο ο Καστοριάδης συνδέει με μοναδικό τρόπο τη θέληση με τη φαντασία: «Η πολιτική φαντασία έχει εξαφανισθεί. Η εξαφάνιση αυτή της φαντασίας πάει μαζί με την κατάρρευση της θέλησης. Γιατί πρέπει βέβαια να μπορείς να παραστήσεις στο μυαλό σου κάτι που δεν υπάρχει, για να μπορέσεις να θελήσεις. Και πρέπει να θέλεις στα ενδόψυχά σου κάτι άλλο από την απλή επανάληψη, για να μπορείς να φαντάζεσαι».[4] Όλα εξαρτώνται από αυτή την ανθρώπινη δύναμη της φαντασίας, της θέλησης, η οποία επιτρέπει να φαντασθούμε άλλα πράγματα από τα ήδη γνωστά και υπάρχοντα, από τα στερεότυπα και τα καθιερωμένα, να φαντασθούμε, να θελήσουμε, νέες ιδέες, θεσμούς και σημασίες. Πρέπει λοιπόν να φαντασθούμε την άλλη κοινωνία, την άλλη πραγματικότητα, που σημαίνει πρέπει να τολμήσουμε να σκεφθούμε διαφορετικά, να μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλοιώς.[5] Φυσικά προς τούτο απαιτείται εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δικές μας δυνάμεις, στις ικανότητές μας.
Ο Κίρκεγκωρ έλεγε: «Δεν είναι ο δρόμος που είναι δύσκολος, είναι το δύσκολο που είναι δρόμος». Το δύσκολο βρίσκεται στην αδυναμία της θέλησης και στην οκνηρία της φαντασίας, στην απροθυμία να σκεφθούμε και να δράσουμε διαφορετικά. Η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αφήνονται στον εφησυχασμό των «κεκτημένων» και έχουν μία δυσπιστία και φοβία στο καινούριο και το άγνωστο. Προτιμούν τη σιγουριά του ήδη γνωστού και αναγνωρίσιμου, έχουν το δικό τους νόμο αδρανείας. Εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος: όταν τολμάμε ίσως χάνουμε ορισμένα πράγματα από τα «κεκτημένα», όταν όμως δεν τολμάμε χάνουμε τον εαυτό μας, την ελευθερία μας, γινόμαστε δούλοι - όπως σήμερα. Από τη στιγμή όμως που λαμβάνουμε την απόφαση ανοίγει ο δρόμος της δημιουργίας του νέου, του άλλου.
Τίποτε στην Ιστορία δεν είναι εξασφαλισμένο εκ των προτέρων. Η Ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη, γραμμική και νομοτελειακή, δεν εξαρτάται από κάποιες αδήριτες φυσικές ή οικονομικές αναγκαιότητες ούτε από «ιστορικούς νόμους». Εδώ βρίσκεται μία μεγάλη συμβολή του Κ. Καστοριάδη, και έχει σχέση με την κριτική που άσκησε στην μαρξική θεωρία: η ιστορία είναι δημιουργία ανθρώπινη, απρόβλεπτη και φαντασιακή, υπερβαίνει τους ορθολογικούς καθορισμούς. Σημειώνει δε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πρόβλεψη στην πολιτική και στην ιστορία. Την παραμονή του Μάη του ’68, ο Viansson-Ponté έγραφε το περίφημο άρθρο του ‘’Η Γαλλία πλήττει’’. Πράγματι, έπληττε τόσο πολύ που εξερράγη λίγες εβδομάδες αργότερα. Δεν θέλω βέβαια να πω ότι είμαστε στις παραμονές ενός καινούργιου Μάη του ’68. Απλώς, ότι καμιά σφυγμομέτρηση και καμιά εμπειρική επαγωγή δεν μπορούν να προβλέψουν τη συμπεριφορά ενός πληθυσμού βραχυπρόθεσμα, και ακόμη λιγότερο μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα».[6] Αυτό που συνέβη πριν από τον Μάη του ’68 και καθόρισε την μετέπειτα πορεία ήταν οι πρωτοβουλίες από ένα μέρος του πληθυσμού που είχε αρχίσει να αμφισβητεί θεσμούς, έννοιες, σημασίες, αξίες, τον τρόπο του βίου, και επινοούσε αιτήματα, διεκδικήσεις, νέες μορφές οργάνωσης και δράσης.
Το βασικό που παίζει ρόλο, όπως ήδη είπα, είναι η επιθυμία των ανθρώπων να υπάρξουν διαφορετικά, η θέλησή τους να έχουν λόγο γι αυτά που τους αφορούν και τους επηρεάζουν, γι’ αυτά που καθορίζουν τον βίο και το μέλλον τους.[7] Όλα είναι πιθανά και δυνατά, εφ’ όσον εξαρτώνται από την ανθρώπινη βούληση και πράξη, από το κοινωνικό φαντασιακό.[8] Όλα είναι δυνατά για τον άνθρωπο, όπως το διατύπωσε και ο Σοφοκλής με απαράμιλλο τρόπο τον 5ο αιώνα, στο υπέροχο και μοναδικής ομορφιάς και πλήρους νοήματος στάσιμο της Αντιγόνης (πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπω δεινότερον πέλει... στ. 332-375). Το χορικό αυτό είναι ένας ύμνος στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, η οποία δεν υπακούει, δεν υποκύπτει σε καμία αναγκαιότητα. Μόνο μία αναγκαιότητα δεν μπορεί να αποφύγει ο άνθρωπος, τον θάνατο: Άπορος επ’ ουδέν έρχεται / το μέλλον . Άϊδα μόνον / φεύξιν ουκ επάξεται.[9] Τη δύναμη του ανθρώπινου και κοινωνικού παράγοντα γνώριζε και ο Αριστοτέλης, ο οποίος στα λεγόμενα ρεαλιστικά βιβλία των Πολιτικών του εξετάζει αναλυτικά τους τρόπους και τις αιτίες εγκαθίδρυσης, διατήρησης και φθοράς όλων των πολιτευμάτων. Αναδεικνύει ως κύριο παράγοντα των αλλαγών τις διαθέσεις και τις προσπάθειες των ανθρώπων, των πολιτικών ομάδων και των κοινωνικών στρωμάτων για εξουσία. Αναφέρει λ.χ. ότι η ολιγαρχία εγκαθίσταται όταν οι ολίγοι πλούσιοι επιθυμούν την εξουσία και έχουν τη δύναμη να την κατακτήσουν, ενώ ταυτοχρόνως οι πολλοί δεν την επιθυμούν και δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν.
Οι σημαντικές αλλαγές στην ιστορία δεν γίνονται από τις κομματικές ηγεσίες, τους βουλευτές και τα κοινοβούλια, από την κρατική νομενκλατούρα και τη γραφειοκρατική διαχείριση, αλλά από την κοινωνική βάση, από τις κοινωνικές συλλογικότητες, που όταν θέλουν και έχουν όραμα εισβάλλουν στο προσκήνιο και απαιτούν άλλη θέσμιση της κοινωνίας. Ας μη ξεχνούμε ότι όταν οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές πραγματοποιούνται θεωρούνται αναπόφευκτες και αναγκαίες, ενώ πριν πραγματοποιηθούν θεωρούνται απραγματοποίητες ή ουτοπίες. Ο Max Weber γράφει: «Αναμφίβολα, όλη η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν θα είχε πετύχει το εφικτό, αν δεν είχε ξανά και ξανά προσπαθήσει να φθάσει το ανέφικτο». Ένα μόνο παράδειγμα, από τα πολλά, αρκεί. Τον 17ο αιώνα ο John Locke στη Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως δηλώνει για πρώτη φορά μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα τα εξής σημαντικά και επαναστατικά: «Η δουλεία αποτελεί για τον άνθρωπο μια κατάσταση τόσο ευτελή, τόσο άθλια και τόσο ευθέως αντίθετη με τη μεγάθυμη ιδιοσυγκρασία και το θάρρος του έθνους μας, ώστε πολύ δύσκολα θα φανταζόμασταν ότι ένας Άγγλος, κι ακόμα λιγότερο, ένας έντιμος άνθρωπος, θα μπορούσε να την υποστηρίξει». Το κήρυγμα αυτό κατά της δουλείας άργησε να γίνει πραγματικότητα, διότι, ως γνωστόν, η δουλεία καταργήθηκε επισήμως μετά από δύο αιώνες, τον 19ο αιώνα. Δηλαδή όταν έγραφε την άποψή του ο Λοκ, ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί και φαινόταν ανέφικτη και ουτοπία.
Η συμμετοχή λοιπόν των ανθρώπων στις αποφάσεις, στους νόμους και στον έλεγχο της εξουσίας δεν είναι ακατόρθωτη. Τα αιτήματα της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και του ελέγχου δεν είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Η δημοκρατία είναι εφικτή. Δεν είναι ουτοπία όπως λέγεται συνήθως από τους ποικίλους σκεπτικιστές, αντιπάλους και εχθρούς της.[10] Ουτοπία είναι το όραμα του αναρχισμού για μία κοινωνία χωρίς εξουσία. Ουτοπία ήταν το όραμα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού για μία αταξική κομμουνιστική κοινωνία. Αν και ο Μαρξ με τον Ένγκελς παρουσίασαν τον σοσιαλισμό τους ως «επιστημονικό», εν αντιθέσει με τον «ουτοπικό» των προγενεστέρων τους, εν τούτοις και ο δικός τους αποδείχθηκε εξίσου ουτοπικός. Ουτοπία είναι η αναζήτηση μίας ιδανικής, εξιδανικευμένης και τέλειας κοινωνίας, ενώ δημοκρατία είναι η προσπάθεια για μία δίκαιη κοινωνία. Η δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, αλλά ευτοπία. Με τη λέξη ευτοπία δεν εννοώ μία τέλεια, ιδεώδη, ευδαίμονα κοινωνία, αλλά μία κοινωνία που έχει βρεί - έχει κατακτήσει - έναν «τόπο» για να στηριχθεί, να κατοικήσει και να πράξει: να διατηρήσει ανοικτό το ζήτημα της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης ως υπόθεση συλλογικής διαβούλευσης. Ο τόπος αυτός δεν είναι άλλος από τον δημόσιο χώρο, τον κοινό χώρο, που περιέγραψα προηγουμένως, και ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση και αποτέλεσμα της δημοκρατίας. Η ευτοπία, δηλαδή, είναι ο αυτοσυγκροτούμενος σε κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο δήμος.

Θα πρέπει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι η άμεση δημοκρατία υπήρξε στην πραγματικότητα, ήταν πραγματικό γεγονός, ρεαλιστική, δεν ήταν θεωρητική σύλληψη και ουτοπική έμπνευση. Αντιθέτως η ουτοπία δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην ανθρώπινη σκέψη ως θεωρητική φιλοσοφική απάντηση στη δημοκρατία. Ο εισηγητής της ουτοπίας είναι ο μεγάλος αντιδημοκράτης φιλόσοφος, ο Αθηναίος Πλάτων. Συλλαμβάνει μία θεωρητική πολιτεία, η οποία υπάρχει μόνο στη σκέψη του, και ουσιαστικώς πρόκειται για μία εφιαλτική αντιδημοκρατική ουτοπία. Ουτοπία με την έννοια ότι οι βασιλείς φιλόσοφοι δεν υπήρξαν ποτέ και είναι αδύνατο να βρεθούν όπως τους οραματιζόταν ο Πλάτων, δηλαδή να δημιουργήσουν την αρίστη πολιτεία και την ευδαιμονία – ο ίδιος άλλωστε το παραδέχεται στα μετέπειτα έργα του. Από την άλλη όμως το όραμα του Πλάτωνα δεν ήταν ουτοπία, αλλά ρεαλιστικό όραμα, διότι ανέκαθεν υπήρξαν βασιλείες ανελεύθερες, αυταρχικές και απολυταρχικές, καθώς και άλλες εφιαλτικές αντιδημοκρατικές πολιτείες, και από ότι δείχνει η ανθρώπινη ιστορία θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν όσο οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται και δεν αντιδρούν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το κείμενο αυτό είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου κειμένου που περιέχεται στο συλλογικό Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Γένεση της δημοκρατίας και σημερινή κρίση. Μελέτες για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ευρασία. Ευχαριστούμε τον εκδότη για την άδεια προδημοσίευσης.
[1] Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 84-86.
[2] Βλ. Α. Δεληγιώργη, «Η οντολογία του όντος/Είναι δι’ εαυτόν ως εναντίωση στον σύγχρονο μηδενισμό», Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 219.
[3] Arendt, Τhe Life of the Mind, Vol. 2, Willing, New York, 1978. Βλ. και γαλλική μετάφραση La vie de l’ esprit, vol. 2, Le vouloir, Puf, Paris, 1983.
[4] Καστοριάδης, Ο καιρός, Υψιλον, Αθήνα, 1987, σ. 100.
[5] Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφ., Ράππας, Αθήνα, 1981, σ. 410
[6] Καστοριάδης, «Ακυβέρνητη κοινωνία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 317.
[7] Πρβλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Δημοκρατία ή αντιπροσώπευση;» Β΄ Μέρος, Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010. Από το κείμενο αυτό έχω χρησιμοποιήσει αρκετά στοιχεία σε τούτο το κείμενο.
[8] Γ. Ν. Οικονόμου, «Το κοινωνικό-ιστορικό, η αυτονομία και τα επιχειρήματά της», στο Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 167-169.
[9] Βλ. την εξαίρετη ανάλυση του χορικού αυτού από τον Κ. Καστοριάδη στο κείμενό του «Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία», Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Υψιλον, Αθήνα, 1990.
[10] Βλ. επίσης Καστοριάδης, «Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι ουτοπία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ.


Σάββατο, 6 Αυγούστου 2011

O ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η Εποχή, 31 Ιουλίου 2011]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Το όραμα απέκτησε όνομα: άμεση δημοκρατία. Από τις 25 Μαΐου η χώρα ζει στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες ανά την επικράτεια πλατείες μία καινοφανή πολιτική κατάσταση. Πλήθη ανθρώπων κυρίως νέων συρρέουν και συμμετέχουν σε Λαϊκές Συνελεύσεις, συζητούν, διαλέγονται, προτείνουν και ψηφίζουν. Είναι οι αμεσοδημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές που αναδύονται σε μαζική κλίμακα και με έναν ριζικό και πρωτόγνωρο τρόπο.
Αποσιώπηση και συγκάλυψη
Οι αμεσοδημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές στην Ελλάδα εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά στην εξέγερση και κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973. Και τότε οι συνελεύσεις των φοιτητών, των εργαζομένων και των μαθητών είχαν τον κύριο λόγο για τον χαρακτήρα και τη μορφή των κινητοποιήσεων, για τα συνθήματα και γενικώς για το όλο πλαίσιο της κατάληψης. Η αυτοοργάνωση, ο αυτοκαθορισμός και η άμεση συμμετοχή των εξεγερμένων ήταν σε διαρκή αντιπαράθεση και σύγκρουση με τις κομματικές αντιλήψεις και πρακτικές (κυρίως των δύο κομμάτων της Αριστεράς), οι οποίες προσπαθούσαν να υποτάξουν την κινητοποίηση στα προκρούστεια μέτρα τους. Οι στόχοι ήταν η δημοκρατία και η λαϊκή κυριαρχία, εκτός βεβαίως από την πτώση της δικτατορίας. Tα χαρακτηριστικά αυτά αποσιωπήθηκαν και συγκαλύφθηκαν από τα ΜΜΕ, από τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις, καθώς επίσης και από την Αριστερά.
Έτσι και σήμερα στην πλατεία τα άτομα που συμμετέχουν είναι φορείς των δικών τους απόψεων και όχι των κομμάτων ή των κομματικών οργανώσεων. Η Λαϊκή Συνέλευση είναι αντίθετη με τις κομματικές διχαστικές λογικές, τις μονομανείς ιδεολογικές περιχαρακώσεις, τις «γραμμές», τις ειλημμένες εκ των προτέρων και για πάντα, πριν από εμάς για εμάς. Στην ανοικτή συνέλευση οι ιδέες κατατίθενται ελεύθερα, συζητώνται και ψηφίζονται άμεσα. Η πλατεία είναι αντίθετη και απορρίπτει συλλήβδην το αποτυχημένο κομματοκρατικό σύστημα. Έχει συνειδητοποιήσει ότι το σύστημα αυτό είναι υπεύθυνο για τη σημερινή παρακμή και χρεοκοπία και ότι είναι ανίκανο να χειρισθεί και να λύσει τα προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε. Απορρίπτονται επίσης και τα κόμματα της Αριστεράς ως ανίκανα και αφερέγγυα. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει εν πολλοίς αποσιωπηθεί πάλι από τα ΜΜΕ, από τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις, καθώς και από την Αριστερά.
Άμεση δημοκρατία και κόμματα
Αποδείχθηκε εμπράκτως ότι το κομματοκρατικό σύστημα ενδιαφέρεται μόνο για τη συντήρηση και αναπαραγωγή του μέσω του πελατειακού κράτους, με επιβάρυνση του δημοσίου ταμείου και κατά συνέπεια με αύξηση του δανεισμού και του εξωτερικού χρέους. Τα κόμματα ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον, για τη διατήρηση και αύξηση του εκλογικού ποσοστού τους και συνεπώς για το μοίρασμα της εξουσίας και των οικονομικών απολαβών. Εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ολίγων ισχυρών και κυρίαρχων της οικονομικής ζωής: τραπεζών, επιχειρηματιών, μεγαλοεργολάβων, ΜΜΕ. Έτσι η πολιτική εξουσία είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την οικονομική ελίτ και εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Το γεγονός αυτό δίνει στο αντιπροσωπευτικό κομματοκρατικό σύστημα τα χαρακτηριστικά ολιγαρχικού πολιτεύματος, και όχι δημοκρατικού όπως συνήθως λέγεται. Και εδώ τίθεται το βασικό χαρακτηριστικό των συγκεντρώσεων στις πλατείες: στόχος είναι η αλλαγή του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η εγκαθίδρυση της άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή η άμεση συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και τον έλεγχο της εξουσίας. Άμεση σημαίνει χωρίς μέσον, χωρίς ενδιάμεσο, χωρίς μεσολαβητή και μεσάζοντα. σημαίνει αυτοπρόσωπη συμμετοχή και όχι μέσω αντιπροσώπου και κόμματος.
Η άμεση δημοκρατία είναι μέσον και ταυτόχρονα σκοπός, για τον λόγο αυτό είναι ξένη με την κομματοκρατία και την αντιπροσώπευση, άρα ξένη με τη συμμετοχή στις εκλογές κάθε τέσσερα έτη, με τη συνακόλουθη απόσυρση των ανθρώπων στον ιδιωτικό χώρο και την εγκατάλειψη του δημοσίου χώρου στα κόμματα, στους γραφειοκράτες, στους βουλευτές, στα ΜΜΕ και στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. Και αντιστρόφως, τα κόμματα είναι αντίθετα προς την άμεση δημοκρατία, διότι η λογική τους είναι η εξής: εμείς (δηλ. τα κόμματα) είμαστε ικανά να λύσουμε τα προβλήματά σας, για αυτό ψηφίστε μας να τα λύσουμε και εσείς πηγαίνετε σπίτια σας. Είναι εμφανές ότι υπάρχει μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στην αντιπροσώπευση και την άμεση συμμετοχή, ανάμεσα στα κόμματα και την άμεση δημοκρατία: το ένα αποκλείει ρητώς και κατηγορηματικώς το άλλο. Με αυτήν την έννοια το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας λαμβάνει δικαίως αντικοινοβουλευτικές και αντικομματικές αποχρώσεις, διότι ο κοινοβουλευτισμός και τα κόμματα είναι εκφράσεις του ολιγαρχικού πολιτεύματος και όχι του δημοκρατικού. (Περισσότερα βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, 2009).
Αριστερά και κοινοβουλευτισμὀς
Από την άλλη οι διανοούμενοι και τα κόμματα της Αριστεράς αποδεικνύονται ακόμη μία φορά στυλοβάτες του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος. Η λογική τους κινείται και εγκλωβίζεται στα όρια της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού, είναι σαφέστατα αντιπολιτευτική, χωρίς σημαντική αμφισβήτηση του συνολικού ολιγαρχικού συστήματος. Αυτό το αποδεικνύει και η στάση τους απέναντι στο κίνημα των πλατειών: από τη μία περισσεύει ο σκεπτικισμός, η κινδυνολογία, οι δηλώσεις υποστήριξης όσον αφορά το αντιμνημονιακό μέρος του κινήματος, αλλά από την άλλη τηρείται σιγή ιχθύος για την άμεση δημοκρατία. Ουδείς από τους φορείς της Αριστεράς αναφέρει τι σημαίνει άμεση δημοκρατία, ποιοι είναι ο θεσμοί της, οι αρχές και τα επιχειρήματά της. Αντιθέτως την ειρωνεύονται, την υποτιμούν, την απαξιώνουν, την απεύχονται. Ίδια συμπεριφορά και από τη συντριπτική πλειονότητα των αριστερών διανοουμένων. Η άμεση δημοκρατία είναι παντελώς απούσα από τα προγράμματα, από τις αναλύσεις και τα συγγράμματά τους (Εξαίρεση η Εποχή).
Ενώ η πλατεία έχει θέσει το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας αυτοί μιλάνε για «πραγματική δημοκρατία» χωρίς να διευκρινίζουν τι εννοούν. Βεβαίως δεν εννοούν τίποτε, πράγμα που φαίνεται στις θέσεις τους των προηγουμένων δεκαετιών. Όπισθεν αυτής της συμπεριφοράς κρύβεται ο βαθύτερος φόβος για την υπέρβαση των όντως απηρχαιωμένων ιδεολογιών και αποτυχημένων πρακτικών τους. Φόβος για την υπέρβασή τους από το κοινωνικό κίνημα, για την απώλεια ελέγχου επί αυτού και συνεπώς για την αχρήστευσή τους. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τους φορείς της Αριστεράς (αλλά και όλα τα κόμματα), αποτελεί δε έμμονη ιδέα τους, είναι το πώς θα επωφεληθούν από το κίνημα αυτό και θα το «καπελώσουν», πώς θα επιβάλλουν τις κομματικές τους ιδεοληψίες και γραμμές για να αποκτήσουν ψηφοφόρους, πώς θα το αφυδατώσουν από τις ριζοσπαστικές και ανατρεπτικές ιδέες, από τις αντικομματικές και αντικοινοβουλευτικές αντιλήψεις, και συνεπώς να οδηγήσουν τους ανθρώπους σαν πρόβατα επί σφαγή στις κάλπες των εκλογών και στα κομματικά σπήλαια. Οι αλήθειες αυτές γίνονται φανερές σήμερα σε περισσότερους, οπωσδήποτε σε αυτούς που συμμετέχουν αυθορμήτως στην πλατεία.
Προτάσεις για αλλαγή
Φυσικά μεταξύ των συμμετεχόντων στην πλατεία υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις - πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά –, αλλά ορισμένες τάσεις και προβληματισμοί είναι εμφανείς. Υπάρχουν οι προτάσεις για αλλαγή του πολιτειακού καθεστώτος, πράγμα που συνεπάγεται αλλαγή Συντάγματος. Οι αλλαγές που προτείνονται είναι νομοθέτηση των Ανοικτών Συνελεύσεων σε δημόσιους χώρους και ο συντονισμός τους. πρωτοβουλίες για δημοψηφίσματα από τα κάτω, και όχι εκβιαστικά από τις εξουσίες. κλήρωση ορισμένων αξιωματούχων της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. ανακλητότητα ανά πάσα στιγμή όλων αυτών που χειρίζονται δημόσιες υποθέσεις, δημόσιο χρήμα και πλούτο. Το τελευταίο σημαίνει δημόσιος ουσιαστικός και διαρκής έλεγχος κάθε εξουσίας, κάθε αξιωματούχου, πράγμα που συνεπάγεται ριζική αναδιάρθρωση της δικαστικής εξουσίας με συμμετοχή της κοινωνίας.
Οι αλλαγές αφορούν σε όλες τις ρητές εξουσίες που υπάρχουν εντός της κοινωνίας: κυβερνητική, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική και οπωσδήποτε την οικονομική εξουσία, τα ΜΜΕ και την Εκκλησία. Η πρώτη είναι eo ipso και πολιτική εξουσία. τα ΜΜΕ έχουν τεράστια δύναμη ως ιδιοκτησία ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία και ασκούν τεράστια ανεξέλεγκτη επιρροή στις συνειδήσεις των ανθρώπων. η Εκκλησία δεν ασκεί μόνο συντηρητική ιδεολογική επιβολή στα εκατομμύρια των πιστών, αλλά ανήκει και στην οικονομική εξουσία αφού χειρίζεται μια τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία - αποτελεί δε κράτος εν κράτει με σκανδαλώδες καθεστώς αφορολόγητου και πληρωμή των μισθών των ιερέων και των μητροπολιτών από το δημόσιο ταμείο.
Οπωσδήποτε υπάρχουν και άλλες επί μέρους προτάσεις για αλλαγές, αλλά οι βασικές είναι αυτές, οι οποίες θέτουν επί τάπητος την πολιτειακή αλλαγή με Συντακτικές Συνελεύσεις. Οι αλλαγές αυτές δεν μπορεί να ευδοκιμήσουν χωρίς ορισμένες βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, χωρίς την ριζική αναδιάρθρωση του πλέγματος εξουσίας, που συγκροτείται από θεσμούς, νόμους, δομές, μηχανισμούς, γραφειοκρατίες και ποικίλα διαπλεκόμενα συμφέροντα – κομματικά, συνδικαλιστικά, συντεχνιακά, μιντιακά, εκκλησιαστικά. Και δεύτερον, χωρίς κάθαρση του κρατικού μηχανισμού, της κρατικής διοίκησης, και του συνολικού δημοσίου βίου. Αυτό σημαίνει πρωτίστως κατάργηση της υπουργικής και βουλευτικής ασυλίας και άρση όλων των παραγραφών των πολιτικών αδικημάτων από το 1974 και μετέπειτα, εκδίκασή τους από μία αναδιαρθρωμένη δικαστική εξουσία, ουσιαστική εφαρμογή του «πόθεν έσχες» και πραγματική τιμωρία των ενόχων (επιστροφή των κλεμμένων, πρόστιμα, δήμευση περιουσιών, κ.λπ).
Χρειάζεται επομένως μία συνειδητή δράση της κοινωνίας για τη ριζική αναδιάρθρωση του εδραιωμένου ολιγαρχικού πλέγματος εξουσίας. Το συμπέρασμα από τις κινητοποιήσεις στις πλατείες είναι πως υπάρχει ένα σημαντικό πλήθος ανθρώπων που έχει απεγκλωβισθεί από το κομματικό σύστημα, επιθυμεί να υπάρξει αυτόνομα και να δράσει για την άμεση δημοκρατία. Το μέγιστο λάθος θα είναι το πλήθος αυτό να επιστρέψει στα αδιέξοδα των κομμάτων, των εκλογών και της αντιπροσώπευσης. Άλλωστε έχει γίνει εμφανές τοις πάσι ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πια στα κοινοβούλια, αλλά στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή σε οργανισμούς που δεν εκλέγονται από κανέναν λαό, αλλά από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όμως και πριν από την έλευση της τρόικας το κοινοβούλιο, τα κόμματα και οι εκλογές οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Συνεπώς η εναπόθεση των ελπίδων στο κοινοβούλιο, στα κόμματα, και στις εκλογές είναι μάταιη, αδιέξοδη και μαζοχιστική. Με άλλα λόγια ο μόνος δρόμος εξόδου από την τρόικα και την παρακμή, από την κομματοκρατία και την ολιγαρχία είναι η ανάληψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινωνία, δηλαδή οι πλατείες, οι συνελεύσεις, η αυτοπληροφόρηση, η αλληλογνωριμία, η αλληλεγγύη, το μοίρασμα, ο αυτοκαθορισμός και οι αυτόνομες δράσεις. Είναι ο μόνος δρόμος προς την άμεση δημοκρατία.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

H AMEΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ

[Δημοσιεύθηκε στο συλλογικό "Demokratie in Bewegung. Η
δημοκρατία σε κίνηση", έκδ. ΑΣΚΤ, Αθήνα 2009]

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Δρ Φιλοσοφίας

Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ


Aπό το φθινόπωρο του 2008, η ανθρωπότητα ζει μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία της: την κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού-οικονομικού συστήματος μετά από την πανθομολογούμενη αποτυχία της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Όμως η κρίση αυτή είναι βαθύτερη, είναι κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού και της ιδεολογίας του, αφού όπως αποδείχθηκε ο νεοφιλελευθερισμός είναι η αναγκαστική επέκταση ή το ανώτατο στάδιο του φιλελευθερισμού. Είναι κυρίως κρίση κοινωνική, κρίση δομών, αξιών και σημασιών. αφορά και το λεγόμενο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στη Δύση εδώ και δύο αιώνες. Αυτό διαπιστώνεται εδώ και μερικά χρόνια από πολλές πλευρές. οι διαγνώσεις και οι αιτιολογίες όμως ποικίλλουν αναλόγως της οπτικής του εκάστοτε ερευνητή.[1]
Από την άλλη παντού, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, σε βιβλία και στην τηλεόραση το πολίτευμα αυτό αποκαλείται δημοκρατία, ενίοτε συνοδευόμενη από ένα επίθετο αναλόγως της αρεσκείας εκάστου (αντιπροσωπευτική, έμμεση, αστική, κοινοβουλευτική, σύγχρονη κ.λπ). Μάλιστα ο πολύς Φ. Φουκουγιάμα το 1989, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, δήλωνε σε άπταιστο προφητικό στυλ το «τέλος της ιστορίας», γράφοντας χαρακτηριστικά τα εξής: «παρατηρούμε το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και την καθολικοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως τελικής μορφής της ανθρώπινης διακυβερνήσεως».
Eίναι όμως έτσι; Είναι τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες; Φιλελεύθερες, αντιπροσωπευτικές, κοινοβουλευτικές ή έμμεσες; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να εξετασθεί πρώτα τι είναι δημοκρατία. Για να διασαφηνισθεί αυτό θα πρέπει να δούμε συνοπτικώς τι ήταν η δημοκρατία όταν επινοήθηκε και δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στις αρχαιοελληνικές πόλεις, κυρίως στην Αθήνα, και όταν επίσης για πρώτη φορά οι άνθρωποι στοχάσθηκαν γύρω από τη δημοκρατία.

Η άμεση δημοκρατία

Αυτό που πρέπει πρωτίστως να τονισθεί είναι ότι η δημοκρατία δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά άπαξ δια παντός, αλλά βαθμιαία και σταδιακά από τους αγώνες του δήμου, των κατωτέρων στρωμάτων. είναι το αποτέλεσμα της ρητής συλλογικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Δημοκρατία σημαίνει κράτος του δήμου, κυριαρχία του δήμου, την πραγματική κυριαρχία των πολιτών και όχι των κομμάτων. Τα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως διαμορφώθηκαν στην αρχαία ελληνική δημοκρατία αποκλείουν την μεταβίβαση εξουσιών σε αντιπροσώπους, αφού ο δήμος είναι η κύρια πηγή όλων των εξουσιών και δεν αναγνωρίζει άλλη πηγή και αιτία της θέσμισης και του νόμου παρά μόνο τον εαυτό του (ἔδοξεν τῆ βουλῆ καὶ τῷ δήμῳ). Αυτό σημαίνει πραγματική συμμετοχή σε όλες τις μορφές της εξουσίας, κυβερνητική, δικαστική, νομοθετική, εκτελεστική. άμεση συμμετοχή όλων στη συζήτηση και τη διαμόρφωση των νόμων, στη λήψη των αποφάσεων.
Η συμμετοχή αυτή επιτυγχάνεται με δύο θεσμούς: πρώτον, την εκκλησία του δήμου που επιτρέπει την άμεση παρουσία όλων των πολιτών στη νομοθετική και κυβερνητική εξουσία. δεύτερον, την κλήρωσιν, η οποία επιτρέπει τη συμμετοχή στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Η συντριπτική πλειονότητα των αξιωματούχων (99,9%) ορίζεται με κλήρωση. Πράγματι, οι 6000 δικαστές της Ηλιαίας, οι 500 βουλευτές της Βουλής των Πεντακοσίων, οι εννέα άρχοντες και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι κληρώνονται. Οι άρχοντες για τους οποίους απαιτούνται ειδικές γνώσεις, πείρα και ικανότητες (στρατηγοί, ταμίαι κ.λπ) εκλέγονται δια χειροτονίας στην εκκλησία του δήμου. Όπως είναι εμφανές η κλήρωση είναι η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας ενώ οι εκλογές η ειδοποιός διαφορά της ολιγαρχίας, όπως αναγνωρίζει και ο Αριστοτέλης.[2]
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ουσιαστική ανεξαρτησία των τεσσάρων εξουσιών (κυβερνητικής, εκτελεστικής, δικαστικής, νομοθετικής) από τη στιγμή που ασκούνται από όλους τους πολίτες. Όπως επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης, στη δημοκρατία υπάρχει μια θεωρία, όχι του διαχωρισμού, αλλά της διασύνδεσης των εξουσιών, και σε μια μορφή που αποφεύγει τη σύγχρονη πολιτική φενάκη που γνωρίζουμε από τον 18ο αιώνα, με τον Λοκ και τον Μοντεσκιέ. Το σημαντικό και νευραλγικό όργανο της (άμεσης) δημοκρατίας είναι η απόδοση της δικαιοσύνης από όλους τους πολίτες και προς όλους τους πολίτες. Ουδείς εξαιρείται ούτε είναι υπεράνω υποψίας, υπεράνω του νόμου. Απαραίτητο προς τούτο στοιχείο είναι η ανεξαρτησία και η πραγματική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας, ο αποκλεισμός της δυνατότητας διαφθοράς ή εξαγοράς των δικαστών. Για να εξασφαλισθεί αυτή η απαίτηση δεν υπάρχει άλλος τρόπος από τη συλλογική συμμετοχή όλων των πολιτών στη δικαστική εξουσία, είτε μέσω της εκκλησίας του δήμου και της κληρωτής βουλής των Πεντακοσίων είτε μέσω κληρώσεως στα πολυμελή τμήματα της Ηλιαίας. Αυτή η αρχή εισάγεται για πρώτη φορά από τον Σόλωνα και παρέμεινε έκτοτε η σίγουρη και αδιαφιλονίκητη βάση της δημοκρατίας. Ακόμη και ο Αριστοτέλης, που επικρίνει τη δημοκρατία σε άλλα ζητήματα, αναγνωρίζει ότι η άσκηση της δικαστικής εξουσίας είναι απαραίτητο στοιχείο του πολίτη: «O πολίτης δεν ορίζεται με καλύτερο τρόπο παρά με τη συμμετοχή του στη δικαστική εξουσία και στις αρχές».[3]
Η συμμετοχή των πολιτών στη δικαστική εξουσία έχει ως αποτέλεσμα ότι όλες οι πράξεις της διοικήσεως και όλοι ανεξαιρέτως οι άρχοντες, αιρετοί και κληρωτοί, υφίστανται διαρκή έλεγχο (δοκιμασία, εύθυνα), δίνουν λόγο και λογαριασμό για τις πράξεις τους (λόγον διδόναι) και είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, η δε θητεία τους είναι ετήσια. Δηλαδή ο έλεγχος των αρχών είναι διαρκής και ουσιαστικός, πολιτικός και ποινικός. Οι αρχαίοι ήξεραν πολύ καλά αυτό που διατύπωσε τον 19ο αιώνα ο λόρδος Άκτον: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».
Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι η ελευθερία, που σημαίνει την άμεση εναλλαγή στην εξουσία όλων των πολιτών, και όχι των κομμάτων: «χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι το να άρχουν όλοι δι’ εναλλαγής».[4] Η ούτως εννοημένη και πραγματοποιημένη ελευθερία συνιστά και εξασφαλίζει την ισότητα των πολιτών. Η πολιτική ισότητα είναι απόλυτη για όλους τους πολίτες και δεν έρχεται σε αντίφαση με την ελευθερία, όπως υποστηρίζει η ιδεολογία του φιλελευθερισμού.
Η κοινωνική ζωή στη δημοκρατία ρυθμίζεται από κανόνες γενικής ισχύος, οι οποίοι συζητούνται και νομοθετούνται άμεσα από την κοινότητα, υφίσταται δηλαδή η κυριαρχία του γραπτού νόμου και όχι των ατόμων. Δεν υπάρχουν ιεραρχίες ούτε κράτος με την σημερινή έννοια, δηλαδή ένας μηχανισμός εξουσίας χωριστός από το σώμα της κοινωνίας και εφαρμοζόμενος επί της κοινωνίας. Δεν υπάρχουν οι «ειδικοί» της πολιτικής, οι επιστήμονες του Πλάτωνα, δεν υπάρχει επιστήμη της πολιτικής αλλά διαμάχη των δοξών. Όλες οι γνώμες μετρούν εξ ίσου και η πολιτική είναι υπόθεση όλων. Υπάρχει ένας ανοικτός δημόσιος χώρος που είναι πραγματικός δημόσιος, δεν είναι δηλαδή ιδιοκτησία κανενός, εντός του κυκλοφορούν και συζητούνται όλες οι σημαντικές πληροφορίες και λαμβάνονται άμεσα όλες οι κύριες αποφάσεις από τον δήμο. Η παρρησία και η ισηγορία επιτρέπει και επιβάλλει την ουσιαστική πολιτική διαμάχη – και όχι την διαστρεβλωμένη υπό τύπον θεάματος κομματική αντιδικία. Το μεγάλο πολιτικό μάθημα που μας προσφέρει η άμεση δημοκρατία είναι ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία ουδενός προσώπου και κόμματος, δεν ανήκει σε κανέναν, αλλά ασκείται και πρέπει να ασκείται από όλους τους πολίτες.
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα πολίτευμα, θεσμοί και διακυβέρνηση, αλλά και τρόπος του βίου. προϋποθέτει και συνεπάγεται μια ελεύθερη αντίληψη για τον πολίτη και τις σχέσεις του, για την κοινωνία γενικώτερα. Δημιουργεί άλλες καινούργιες αξίες, σημασίες που για πρώτη φορά στην ιστορία αναφέρονται στη συνεργασία, στην αλληλεγγύη, στη φιλία με την ουσιαστική έννοια της λέξεως (έρως), και τη δημιουργία σε όλους τους τομείς, που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός εκπληκτικού πολιτισμού που είναι διαρκής παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα (γλυπτική, αρχιτεκτονική, αγγειογραφία, ιστοριογραφία, ρητορική, τραγωδία, κωμωδία, φιλοσοφία, λόγος, δίκαιο, επιστήμη, ιατρική). Ο πολιτισμός αυτός είναι πολιτικός πολιτισμός, είναι δημιουργία της πόλεως και της δημοκρατίας. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία ο ανθρωπολογικός τύπος του πολιτικού ανθρώπου, του ανθρώπου που ασχολείται αυτοπροσώπως με πάθος με τα κοινά, την πολιτική και την εξουσία, που αναδεικνύει το ζήτημα της πολιτικής ελευθερίας ως το σημαντικώτερο της ανθρωπίνης υπάρξεως. Τη μέριμνα αυτή για το δημόσιο και κοινό συμφέρον - κοινοφιλής διάνοια με τους όρους του Αισχύλου - τονίζουν και εξυμνούν ο Σόλων, ο Περικλής, ο Πρωταγόρας, ο Δημόκριτος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Δημοσθένης.[5]

Tα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα

Είναι εμφανές ότι κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συναντάται στα σημερινά πολιτεύματα, πράγμα που σημαίνει ότι η (άμεση) δημοκρατία δεν έχει σχέση με τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Αρκεί μόνο να τονισθεί ότι τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα έχουν υποκαταστήσει την πολιτική έννοια της ελευθερίας – που, όπως είδαμε, στην άμεση δημοκρατία σημαίνει ισότιμη πραγματική συμμετοχή όλων των πολιτών στην εξουσία - με τις ατομικές ελευθερίες των δικαιωμάτων: ελευθερία της έκφρασης, ελευθερία του λόγου, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, της πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά αγαθά όπως η πληροφόρηση και η εκπαίδευση. Όμως και αυτά είναι δικαιώματα ευκαιριών και όχι αποτελεσμάτων, δηλαδή είναι θεωρητικές διακηρύξεις, μερικές και αμυντικές, οι οποίες σήμερα φαλκιδεύονται συνεχώς.
Στα σημερινά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα η ουσιαστική εξουσία σε όλες τις μορφές της - εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, κυβερνητική - ασκείται από τους ολίγους των κομμάτων εξουσίας και τους βουλευτές του κοινοβουλίου. Ὀλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται και οι νόμοι θεσπίζονται από τους ολίγους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα δικά τους συμφέροντα, των κομμάτων τους και των ισχυρών ανωτέρων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων.[6] Συνεπώς τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα είναι καθαρές ολιγαρχίες - φιλελεύθερες ολιγαρχίες τα αποκάλεσε ο Κ. Καστοριάδης.
Έτσι οι όροι αντιπροσωπευτική, έμμεση, κοινοβουλευτική δημοκρατία κ.λπ με τους οποίους ονομάζεται η σημερινή ολιγαρχία είναι όλοι ψευδείς και απατηλοί. Ο «γεωμετρικός τόπος» όλων αυτών των «δημοκρατιών» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανυπαρξία και η συγκάλυψη της αληθούς δημοκρατίας. Με τον τρόπο αυτό προσπαθούν oι πολιτικοί και οι θεωρητικοί να αποκρύψουν τον ολιγαρχικό χαρακτήρα των σημερινών κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων και το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπάρχει πουθενά στον σημερινό κόσμο. Έτσι συγκροτούν τον ισχυρό πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας – η ιδεολογία εννοείται εδώ όχι ως ένα απλό σύνολο ιδεών, αλλά με την έννοια της ψευδούς συνείδησης που ανέλυσε ο Μαρξ: ως ένα σύστημα ιδεών που προσφέρεται όχι για την κατανόηση αλλά για τη συγκάλυψη της πραγματικότητας. δηλαδή ένα σύστημα εννοιών με ακατοίκητες λέξεις, λέξεις χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς γείωση στην πραγματικότητα. Η ιδεολογία χαρακτηρίζεται από διχασμό ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, από ασυμφωνία ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Επομένως, η χρήση του όρου δημοκρατία, έστω και με την προσθήκη διαφόρων επιθέτων για τον προσδιορισμό των σημερινών κοινοβουλευτικών συστημάτων, από πολιτικούς, κόμματα και δημοσιογράφους αλλά και από πολιτειολόγους και θεωρητικούς, είναι εσφαλμένη και παραπλανητική. Όποιος συνεπώς θεωρεί και αποκαλεί τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες, συνοδευόμενες έστω με ένα επίθετο της αρεσκείας του, απατά ή απατάται, άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
Τελευταίως παράγεται ένας ακόμη πληθωρισμός του όρου δημοκρατία - με την προσθήκη επιθέτων όπως «συμμετοχική», «ισχυρή», «διαβουλευτική», «ηλεκτρονική» κ.ά. Όλα αυτά τα επίθετα προσφέρονται από τους εισηγητές τους για να δηλώσουν «πολιτεύματα» που αποτελούν βελτίωση ή υπέρβαση του υπάρχοντος κοινοβουλευτισμού. Στην καλύτερη περίπτωση στα «πολιτεύματα» αυτά oι εισηγητές τους ενσωματώνουν στοιχεία από την (άμεση) δημοκρατία, οπότε είναι εμφανές ότι τα καινοφανή επίθετα είναι περιττά και επιζήμια, διότι δημιουργούν συγχύσεις. Εξυπηρετούν μόνο την προσωπική ματαιοδοξία των εισηγητών τους. Δεν χρειάζονται καινούρια επίθετα για τη δημοκρατία. Το μόνο επίθετο που μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι «άμεση», αν και αυτό είναι πλεονασμός. Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση.

Αντιπροσώπευση και ολιγαρχία

Η ολιγαρχική δομή των σημερινών πολιτευμάτων στηρίζεται στην αντιπροσώπευση και στα κόμματα. H «αντιπροσώπευση» δημιουργεί μία «διαίρεση της πολιτικής εργασίας», διαίρεση σε κυριάρχους και κυριαρχουμένους, σε εξουσιάζοντες και εκτελεστές, σε αυτούς που αποφασίζουν και σε αυτούς που εκτελούν. Ο καταμερισμός αυτός επιτυγχάνεται με τις εκλογές. Ο Rousseau είναι από τους πρώτους μοντέρνους στοχαστές που το διαπίστωσε: «Υποστηρίζω ότι η κυριαρχία είναι η άσκηση της γενικής βούλησης, δεν μπορεί ποτέ να απαλλοτριωθεί, και ότι ο κυρίαρχος, ως συλλογική οντότητα, δεν είναι δυνατόν να αντιπροσωπευθεί παρά μονάχα από τον εαυτό του». «Η γενική βούληση δεν αντιπροσωπεύεται με κανένα τρόπο: υπάρχει είτε αυτή η ίδια ή κάτι άλλο. δεν υπάρχει μέσος όρος». Eπίσης: «Επειδή ο νόμος είναι η διακήρυξη της γενικής βούλησης είναι σαφές ότι στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας ο λαός δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται».
Ο Ρουσσώ έγραφε επίσης για τον λαό της Αγγλίας (διότι εκεί μόνο υπήρχε κοινοβούλιο και εκλογές στην εποχή του Ρουσσώ) ότι αυτός πιστεύει ότι είναι ελεύθερος αλλά απατάται οικτρώς διότι στην πραγματικότητα είναι ελεύθερος μόνο κατά την στιγμή που γίνονται οι εκλογές για την ανάδειξη του κοινοβουλίου. Μετά ο λαός χάνει την ελευθερία του, είναι δούλος, δεν είναι τίποτα. Ο Κ. Καστοριάδης συμπληρώνει ότι ούτε καν τη στιγμή των εκλογών είναι ελεύθερος, διότι η «εκλογή» του έχει δρομολογηθεί και σηματοδοτηθεί καθ’ όλο το διάστημα πριν από τις εκλογές, από την ιδεολογική κυριαρχία των κομμάτων και των αντιπροσώπων. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που ο λαός αναθέτει την εξουσία στους αντιπροσώπους, την χάνει. «Από τη στιγμή που κάποιος λαός αποκτήσει αντιπροσώπους δεν είναι πλέον ελεύθερος, ούτε υπάρχει». Πράγμα το οποίο ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι Αθηναίοι, γι’ αυτό δεν είχαν αντιπροσώπους και θεωρούσαν τις εκλογές χαρακτηριστικό της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας ενώ την κλήρωσιν χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Αυτή την ειδοποιό διαφορά της δημοκρατίας δέχεται επίσης ο Montesquieu και ο Rousseau. Οι εκλογές άλλωστε στην Αρχαία Ελλάδα δεν είχαν σχέση με την αντιπροσώπευση, αλλά με την εκλογή των καλυτέρων, των αρίστων, στα αξιώματα στα οποία απαιτούνταν ειδικές γνώσεις, ικανότητες και πείρα.
Η κριτική του Rousseau, συνεχίζεται από τον Καστοριάδη, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από την στιγμή κατά την οποία αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά». Κριτική στην αντιπροσώπευση έχουν ασκήσει και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς όπως λ.χ. ο B. Barber που υποστηρίζει ότι πρέπει να συμμετέχουν όσον το δυνατόν περισσότεροι στις αποφάσεις. Κατά συνέπεια, η «αντιπροσώπευση» είναι και στη θεωρία και στην πράξη, αλλοτρίωση της κυριαρχίας των ανθρώπων. Η αλλοτρίωση εννοείται υπό τη νομική έννοια του όρου απαλλοτρίωση: μεταβίβαση ιδιοκτησίας, μεταβίβαση δηλαδή κυριαρχίας από τους ψηφοφόρους προς τα κόμματα. Συνεπώς στα σύγχρονα πολιτεύματα, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση αποτελούν χαρακτηριστικά της ολιγαρχίας και όχι της δημοκρατίας.
Την κατάσταση αυτή είχαν διαγνώσει από τις αρχές του 20ου αιώνα ο R. Μichels και ο M. Ostrogorski,[7] οι οποίοι υπογράμμισαν την ολιγαρχική τάση των κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων που εκδηλώνεται μέσω των κομμάτων και της αντιπροσώπευσης. Ο δεύτερος, αναλύοντας τη λειτουργία των κομμάτων στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, διαπιστώνει την χειραγώγηση που αυτά ασκούν στους ανθρώπους, την προσφυγή τους στη διαφθορά, τη διαρκή επέκταση της επιρροής και της δύναμής τους, τον συνακόλουθο σφετερισμό της εξουσίας, τη συρρίκνωση των πρωτοβουλιών και των εξουσιών των ανθρώπων, την απίσχνανση του πολιτικού διαλόγου και του επιχειρήματος. Εν ολίγοις, o Ostrogorski, αναδεικνύει τη βασική αλήθεια ότι τα κόμματα αποβλέπουν στην ολιγαρχική οργάνωση της κοινωνίας, ότι είναι ξένα προς το δημοκρατικό πολίτευμα και εχθρικά προς την πολιτική συμμετοχή και την ισότητα.
Η αντιπροσώπευση οδηγεί έτσι στην αδράνεια και απομάκρυνση των ανθρώπων από τα πολιτικά πράγματα, με συνέπεια να μην υπάρχει έλεγχος της εξουσίας και αντίσταση στις «ολοκληρωτικές» τάσεις της ολιγαρχικής και αυταρχικής διακυβερνήσεως. Αυτό συμβαίνει επειδή βασικός αντικειμενικός σκοπός των κομμάτων είναι να εμποδίσουν τους ανθρώπους να ασχολούνται και να αποφασίζουν για τα προβλήματά τους και τα προβλήματα της κοινωνίας. Η γραφειοκρατικοποίηση και η κομματοκρατία επιφέρουν την παθητικοποίηση και τη δυσκολία επικοινωνίας των ανθρώπων, που με τη σειρά τους οδηγούν στην ιδιώτευση. H πίστη στα κόμματα και η εξάρτηση από τους «αντιπροσώπους» υπονομεύει και ακυρώνει την ικανότητα των ανθρώπων να βοηθήσουν τον εαυτό τους, να λύσουν τα προβλήματά τους. Δημιουργείται λοιπόν μιά ετερόνομη κατάσταση, που δεν επιτρέπει τη συμμετοχή στη θέσπιση των νόμων και στη λήψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινότητα, από τους ίδιους τους ανθρώπους, κατάσταση αντίθετη προς την αυτονομία και την αυτοκυβέρνηση.
Αυτή η θεσμισμένη και εσωτερικευμένη ετερονομία διαπιστώνεται και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα: «Η ρύθμιση που περιέχουν οι κανόνες δικαίου, είναι ετερόνομη. Δηλαδή η συμπεριφορά του ανθρώπου δεν προσδιορίζεται και δεν υπαγορεύεται από τους ίδιους αλλά επιβάλλεται από άλλη βούληση, δηλαδή από το δίκαιο το οποίο τίθεται από την κρατική εξουσία».[8] Εκφράζεται δε με πλήρη σαφήνεια στον καταστατικό χάρτη του πολιτεύματος, στο Σύνταγμα, το οποίο, σύμφωνα με έγκριτο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου «αποτελεί τη συμπυκνωμένη νομική έκφραση και αποτύπωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων».[9] Ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τα κόμματα, τους ισχυρούς και τους πλούσιους, δηλαδή τους ολίγους και όχι τους πολλούς. Την αλήθεια αυτή είχαν διατυπώσει οι Σοφιστές στην κλασική Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα: «το ισχύον δίκαιο σε μια κοινωνία εκφράζει το δίκαιο του ισχυροτέρου».[10] Αλήθεια που έκτοτε συγκαλύφθηκε με διάφορους τρόπους από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τους μοντέρνους θεωρητικούς του «κοινωνικού συμβολαίου». Ο D. Hume (1711-1776) άσκησε κριτική στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, και γράφει χαρακτηριστικά: «σχεδόν όλα τα πολιτεύματα που υπάρχουν σήμερα ή που μαρτυρούνται από κάποιο ιστορικό κείμενο, έχουν εξαρχής θεμελιωθεί είτε σε σφετερισμό [της εξουσίας] ή κατάκτηση, είτε και στα δύο, χωρίς κάποια πρόφαση μιας πρόθυμης συναίνεσης ή θεληματικής υποταγής του λαού».[11]
Αυτό συνεπώς που προέχει είναι η χειραφέτηση από την ολιγαρχική ιδεολογία, η αποδέσμευση από τη λογική των κομμάτων και των «αντιπροσώπων» και η συνακόλουθη προώθηση της συμμετοχής των ανθρώπων στις αποφάσεις και στη θέσπιση των νόμων, ο ουσιαστικός διαχωρισμός των εξουσιών και ο ενδελεχής έλεγχός τους. Επιβάλλεται κυρίως η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας με στελέχωσή της από τμήματα πολιτών. Με άλλα λόγια αυτό που πρέπει να τεθεί ως κύριο αίτημα είναι η συμμετοχή όλων στην εξουσία, υπό όλες τις μορφές της.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Εκτός της H. Arendt και του Κ. Καστοριάδη υπάρχουν και άλλοι μελετητές που πραγματεύονται την κρίση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όπως ο Lasch, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφ. Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, 1999. Του ιδίου, Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της δημοκρατίας, μτφ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2004. K. Κράουτς, Μεταδημοκρατία, μτφ. Α. Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006. Κυρ. Σιμόπουλος, Η διαφθορά της εξουσίας, Αθήνα 1992.
2. Πολιτικά, 4, 1294β9-11: δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς τὸ δ’ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν.
3.Αριστοτέλης Πολιτικά, 3, 1275a25.
4. Ἐλευθερίας ἕν μὲν τὸ ἐν μέρει ἄρχεσθαι καὶ ἄρχειν (Αριστοτέλης Πολιτικά 6, 1317b2-3).
5. Για περισσότερα περί άμεσης δημοκρατίας βλ. Οικονόμου Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Αθήνα, 2007, και φυσικά τα σχετικά κείμενα του Κ. Καστοριάδη.
6. Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.
7. Ostrogorski, La démocratie et les parties politiques (1903), Fayard, Paris, 1993.
8. Δ. Χριστοφιλόπουλος, Εισαγωγή στο δίκαιο, Αθήνα 1998, σ. 13.
9. Α. Μάνεσης, «Πολιτική κρίση και κρίση της πολιτικής», Το Βήμα, 29 Ιανουαρίου 1995, σ. 11.
10. Η φράση είναι του Θρασυμάχου, όπως αναφέρεται στην πλατωνική Πολιτεία (1, 338γ): φημὶ γὰρ ἐγὼ εἶναι τὸ δίκαιον οὐκ ἄλλο τί ἢ τὸ τοῦ κρείτονος συμφέρον. Bλ. και Spinoza, Πολιτική πραγματεία, κεφ. 2, 4.
11. «To πρωταρχικό συμβόλαιο», στο Δοκίμια, οικονομικά-ιστορικά-πολιτικοκοινωνικά, πρόλ.-μτφ.-σχόλ. Ε. Παπανούτσος, Παπαζήσης, Αθήνα, 1979, σ. 77. Επίσης σ. 79-80. Επίσης ο Spinoza ήταν κατά του κοινωνικού συμβολαίου.