Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1973: ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ


[Δημοσιεύθηκε στο συλλογικό Εκ των Υστέρων, Λιβάνης, 1993.
 Επανέκδοση στο συλλογικό Το Πολυτεχνείο ζει; Λιβάνης, 2004]


Γιώργος Ν. Οικονόμου


ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1973:
ΑΥΤΟΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ


Πέρασαν για πάντα
οι παλιές ιδέες, οι παλιές αγάπες,
οι κραυγές
γίνανε παιχνίδι στα χέρια των παιδιών.
Δ. Σαββόπουλος

Οι διαστρεβλώσεις


Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για την εξέγερση και την κατάλη­ψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973, ώστε κάθε καινούρια προσπάθεια υπάρχει κίνδυνος να φανεί ως επανάληψη ανού­σια ή παράκαιρη φιλολογία. Όμως είκοσι χρόνια τώρα, πολ­λές και ποικίλες επιχωματώσεις έχουν θάψει το νόημα και το πνεύμα της εξέγερσης: τα πομπώδη συνθήματα των μεγαφώ­νων, τα τραγούδια και οι παράτες, οι πανηγυρικοί και οι επι­κήδειοι, οι κομματικές φανφάρες και οι παρελάσεις, τα βουνά των λουλουδιών και των στεφανιών, οι σχολικές και φοιτητι­κές γιορτές...
Είκοσι χρόνια τώρα έγιναν πολλές διαστρεβλώσεις, παραποιήσεις και συγχύσεις, όπως για παράδειγμα: - Η σκόπιμη σύγχυση που έγινε με την ταύτιση αντίστασης και αντίθεσης στη δικτατορία. Ο σκοπός ήταν να καταξιωθούν ως αντιστασιακοί διάφοροι επώνυμοι και πολιτικές ηγεσίες, που στην καλύτερη περίπτωση ήταν αντίθετοι με τη δικτατορία. Όπως επίσης δεν ήταν λίγοι εκείνοι που άνοιξαν διάλογο και διαπραγματεύτηκαν μαζί της. - Άλλη σύγχυση: Καλλιεργήθηκε η εντύπωση, όλα αυτά τα χρόνια, ότι η αντίσταση στη δικτατορία ήταν «παλλαϊκή», «κα­θολική» και «πανεθνική», ενώ δεν ήταν. - Τρίτη σύγχυση: Καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι τα κόμ­ματα ήταν από τους βασικούς συντελεστές της κατάληψης και της εξέγερσης, ενώ δεν ήταν.
Οι γραμμές που ακολουθούν είναι μια προσπάθεια συνα­γωγής των πολιτικών συμπερασμάτων από την κατάληψη και την εξέγερση, προσπάθεια ανίχνευσης του πολιτικού χαρα­κτήρα και του πνεύματος της εξέγερσης.

Οι συνθήκες. Ανικανότητα της παραδοσιακής πολιτικής


Κατ' αρχήν, το κλίμα και οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννή­θηκε και ξέσπασε η εξέγερση. Το 1973, ο παραδοσιακός πολι­τικός κόσμος παρουσιάζει ανικανότητα και αδυναμία να απο­τελέσει ένα σοβαρό αντίπαλο της δικτατορίας. Δεν έχει τη δυ­νατότητα -ίσως ούτε και τη θέληση- εξήμισι χρόνια μετά την επιβολή του στρατιωτικού πραξικοπήματος, να της προξενή­σει κάποιο πρόβλημα και να γίνει ένας αντίπαλος πόλος. Η οποιαδήποτε αντιπολίτευση από την πλευρά του, δεν κατάφε­ρε να αποκτήσει ούτε τη δύναμη και τη μαζικότητα, ούτε την πολιτική αποτελεσματικότητα, που θα τον αναδείκνυαν σε ουσιαστικό και καθοριστικό παράγοντα εξελίξεων. Έτσι, τα προβλήματα της δικτατορίας είναι όχι μόνο αμελητέα, αλλά αυτή αισθάνεται επιπλέον αρκετά ισχυρή, ώστε να προχωρήσει στη νομιμοποίηση της με το άνοιγμα Μαρκεζίνη, χρησιμοποιώντας ακριβώς αυτόν τον πολιτικό κόσμο ως μοχλό για την επίτευξη των σκοπών της.
Η προσπάθεια αυτή «φιλελευθεροποίησης» και «εκδημο­κρατισμού», θα της έδινε, με τη συμμετοχή του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου, το μανδύα της νομιμότητας και θα της εξα­σφάλιζε τη μονιμότητα. Η λύση αυτή Μαρκεζίνη είχε κάθε πι­θανότητα επιτυχίας. Το καθεστώς ήταν κυρίαρχο του παιχνιδιού.

Οι δύο τάσεις


Απέναντι σ' αυτό το παιχνίδι, ο μόνος αντίπαλος που υπάρχει, είναι το φοιτητικό κίνημα, το οποίο έχοντας ξεκινήσει με τις προσφυγές στα πρωτοδικεία εναντίον των διορισμένων από τη δικτατορία φοιτητικών συμβουλίων, ζυμωμένο στους φοιτητι­κούς τοπικούς συλλόγους, έχει εμφανιστεί στο προσκήνιο με μια καινούρια αντίληψη και δυναμική: τη μαζική και κλιμα­κούμενη αντιπαράθεση με την εξουσία, φτάνοντας με τις κα­ταλήψεις της Νομικής στην ανοιχτή σύγκρουση (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1973). Παρουσιάζει έτσι την εικόνα ενός εγκύ­ρου και σοβαρού αντιπάλου της δικτατορίας, λειτουργώντας ως πόλος συσπείρωσης και έκφρασης ευρύτερων ομάδων.
Αυτή η αντίληψη και δυναμική στο εσωτερικό του φοιτητι­κού κινήματος εκφράζεται από τη ριζοσπαστική τάση - αυ­τούς που χαρακτηρίστηκαν ως αριστεριστές, μαοϊκοί, τροτσκι­στές, αντιεξουσιαστές. Η άλλη τάση που δρα μέσα στους κόλ­πους του φοιτητικού κινήματος, είναι αντίθετη μ' αυτή την αντίληψη και εκφράζεται από τα παραδοσιακά κόμματα και ιδίως τα δύο κομουνιστικά, πού έχουν και τη μεγαλύτερη επιρροή. Είναι η αντιπολιτευτική ή συμβιβαστική τάση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το φοιτητικό κίνημα είχε καθοδηγη­θεί ή χειραγωγηθεί από κάποια κομματική ή παραταξιακή δύναμη, όπως συνέβη μετά τη μεταπολίτευση. Βεβαίως, στους κόλπους του υπήρχαν και συγκρούονταν ποικίλες απόψεις, δυνάμεις και γραμμές, τις οποίες χοντρικά θέσαμε σε δύο τά­σεις παραπάνω. Όμως, αυτό διατήρησε το δικό του πρόσωπο, τη δικιά του παρουσία και δυναμική την αυτονομία του.
Έτσι λοιπόν, η ριζοσπαστική τάση ήταν υπέρ μιας άμεσης, ανοιχτής και μαζικής αντιπαράθεσης με τη δικτατορία, ενώ η συμβιβαστική ήταν αντίθετη μ' αυτήν. Η σύγκρουση των δυο αυτών γραμμών, αντιλήψεων και «στρατηγικών» πραγματοποιέίται σε πολλούς τομείς: στη στάση απέναντι στον ελιγμό δικτατορίας-Μαρκεζίνη, στο αν πρέπει να γίνει ή όχι η κατά­ληψη του Πολυτεχνείου, στο χαρακτήρα της, στα συνθήματα, στους στόχους.
1. Όσον αφορά τη «φιλελευθεροποίηση» και τη νομιμοποί­ηση που επιχειρεί η δικτατορία με το άνοιγμα Μαρκεζίνη, μέ­σω ενός ελεγχόμενου κοινοβουλευτικού παιχνιδιού, η συμβι­βαστική τάση κρατάει στάση αναμονής· αποδέχεται δηλαδή στην πράξη αυτό τον ελιγμό, ο οποίος είχε τεράστιες πιθανό­τητες και δυνατότητες να επιτύχει. Διότι, όλες οι παραδοσια­κές πολιτικές δυνάμεις δεν είχαν άλλη λύση και διέξοδο ως ευ­ρισκόμενες στο περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων και ήταν ανίκανες να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Έτσι, το μόνο που τους απέμενε ήταν η συμμετοχή τους στο παιχνίδι Μαρκεζίνη. Δη­λαδή, το πρόβλημά τους δεν ήταν αν θα συμμετείχαν ή όχι, αλ­λά με ποιους όρους θα συμμετείχαν. Η ριζοσπαστική τάση, όμως, είναι αντίθετη μ' αυτή τη στρατηγική και ουσιαστικά ο μόνος αντίπαλος της.
2. Όσον αφορά στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, η συμβι­βαστική τάση δεν τη θέλει, σε αντίθεση με τη ριζοσπαστική,  η οποία την επιβάλλει, παρά τις πιέσεις, εκβιασμούς, τρομοκρα­τήσεις, προβοκατορολογίες, αποχωρήσεις... Έτσι, αφού στα­θεροποιείται και οργανώνεται, λειτουργεί ως πόλος συσπεί­ρωσης και έκφρασης ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Έτσι α­νοίγει ο δρόμος προς την εξέγερση.
3. Όσον αφορά στη συνέχιση και διατήρηση της κατάλη­ψης, η συμβιβαστική τάση προβάλλει εμπόδια και προσπαθεί
να τη διαλύσει, προτείνει την αποχώρηση με διαδηλώσεις στους δρόμους, υπό το πρόσχημα μιας «νικηφόρας υποχώρη­σης».
4. Όσον αφορά στο χαρακτήρα της κατάληψης, η συμβιβα­στική τάση είναι αντίθετη με την πολιτικοποίηση και το άνοιγ­μα της. Τη θέλει περιορισμένη στα στενά πανεπιστημιακά και φοιτητικά πλαίσια. Ενώ η ριζοσπαστική, από την_αρχή ήδη, επιμένει και τελικώς επιβάλλει την πολιτικοποίηση. Έτσι, η εξέγερση γίνεται πολιτική, με καθαρά πολιτικούς στόχους και συνθήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι και όταν ακόμη η εξέγερ­ση έχει γενικευτεί, την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου, και ο κόσμος δίνει μά­χες στους δρόμους της Αθήνας με την Αστυνομία και υπάρ­χουν οι πρώτοι τραυματίες, η συμβιβαστική τάση προσπαθεί να περάσει ανακοινώσεις στο ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυ­τεχνείου, για «ελεύθερες φοιτητικές εκλογές»!

Οι ανώνυμοι


Η εξέγερση δεν ελέγχεται ούτε καθοδηγείται από κάποιο κόμμα ή άλλη δύναμη. Είναι, ίσως, στα νεότερα χρόνια, το μό­νο πολιτικό γεγονός μείζονος σημασίας που χαρακτηρίζεται από το αυθόρμητο, την αυτοοργάνωση, την πρωτοβουλιακή δράση. Αποκτάει πρόσωπο και χαρακτήρα μέσω συνεχούς και διαρκούς αντιπαράθεσης με τις κομματικές γραμμές, ντιρεκτί­βες και μανούβρες.
Στις εκκλήσεις του ραδιοφωνικού σταθμού, ο κόσμος συρ­ρέει στο Πολυτεχνείο, το πλαισιώνει, ενεργοποιείται, παίρνει πρωτοβουλίες: συνθήματα, χειρόγραφες προκηρύξεις, οδο­φράγματα, συγκρούσεις. τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ γραμ­μένα παντού, μεταφέρουν τα συνθήματα σε όλη την Αθήνα. Ο κόσμος έχει σπάσει την επί εξήμισι χρόνια κρούστα της σιωπής και της μρυγκαμάρας, του φόβου και της δυσπιστίας, της απάθειας και της ιδιώτευσης. Έχει αποτινάξει όλα αυτά που τον κρατούσαν δέσμιο και μιλάει ελευθέρα, εκφράζεται, δρα, βοηθάει, συνεισφέρει μ' όποιον τρόπο μπορεί, δημιουργεί. Εκδηλώνει και αξιοποιεί τις καλύτερες πλευρές του: το θάρ­ρος, την τόλμη, την επινοητικότητα, την πρωτοβουλία, την αλ­ληλεγγύη, τη φιλία, τον ερωτά, το δόσιμο, τη φαντασία. Ε­κπληκτικό φαινόμενο, σε παρασέρνει, σε διαποτίζει ολόκλη­ρο, σε συναδελφώνει με το διπλανό σου, τον πριν από λίγο άγνωστό σου. Παντού ξεχειλίζει η ηδονή της ελευθερίας, η χαρά της δράσης, η συγκίνηση της δημιουργίας, η συνείδηση ότι δημιουργείς ιστορία.
Αυτό που γίνεται, δεν χωρεί σε θεωρητικά σχήματα, σε κομ­ματικά πλαίσια, σε λογικές κατασκευές, σε προκρούστειες διαλεκτικές των τεχνικών της εξουσίας. Έχει τη δική του δυ­ναμική. Είναι από τις σπάνιες στιγμές όπου οι ανώνυμοι δημι­ουργούν την ιστορία. Γίνονται υποκείμενο της ιστορίας, και όχι αντικείμενο της, όπως στην υπόλοιπη ζωή τους. Είναι ακριβώς οι ανώνυμες παρέες, με τις οποίες δεν ασχο­λούνται οι πολιτειολόγοι, οι πολιτικές αναλύσεις, οι θεωρητι­κοί, οι βιογράφοι και οι τηλεοπτικές εκπομπές. Οι παρέες χω­ρίς οργανωμένο πολιτικό σχήμα, χωρίς κεντρικές επιτροπές και πολιτικά γραφεία. Οι παρέες των ανωνύμων, στο εσωτερι­κό όμως των οποίων ο καθένας είναι επώνυμος και λειτουργεί ως πρόσωπο: ο Γιώργος, η Κλαίρη, ο Βασίλης, η Μαρία, ο Γιάννης, ο  Θανάσης, η Έφη, ο Φοίβος, ο Κωστής, η Κική, ο Βαγγέλης, ο Δημήτρης, ο Σάκης, η Τούλα, ο Πάνος, η Λιά­να. Έξω απ' αυτές καταντάμε «εκπρόσωποι», ρόλοι, γρα­φειοκράτες, οικογενειάρχες, επιζητώντας προαγωγές, ανα­γνωρίσεις, μικροεξουσίες, ψήφους και δημοσιότητα.

Η αυτονομία


Η δυναμική και λειτουργία της κατάληψης στηρίζεται στην αυτοοργάνωση και αυτοδιεύθυνση. Διαρκείς συνελεύσεις εκλο­γή επιτροπών και Συντονιστικής με εικοσιτετράωρη θητεία. Επιτροπές για τη σίτιση, την περιφρούρηση, την υγειονομική περίθαλψη (ιατρείο, φαρμακείο), τον έρανο... Τα άτομα που συγκροτούν τη συντονιστική είναι εντολοδόχοι των συνελεύσε­ων. Το κυρίαρχο αποφασιστικό όργανο είναι η συνέλευση, η βάση. Έτσι, διασφαλίζεται η βούληση και η θέληση της βά­σης. Καμιά κομματική δύναμη δεν καθοδηγεί, ουδείς «ηγέτης» χειραγωγεί, ουδεμία έξωθεν εξουσία κινεί τα νήματα. Η μόνη εξουσία είναι η φαντασία, το αυθόρμητο και η πρωτοβουλιακή δράση. Η άμεση δημοκρατία στην πράξη, η αυτονομία.
Αυτό καθορίζει το χαρακτήρα και το πνεύμα της εξέγερ­σης. Τα συνθήματα ποικίλα· βρίσκονται δίπλα δίπλα συνθήμα­τα κατά της δικτατορίας, του φασισμού, του ιμπεριαλισμού, των Αμερικάνων, συνθήματα για την ελευθερία, τη δημοκρα­τία, την παιδεία, για τη λαϊκή κυριαρχία, κατά του κράτους και της γραφειοκρατίας. Αλλά υπάρχει και κάτι που δεν μπο­ρεί να χωρέσει σ' αυτά, να γραφτεί σε φράσεις μουσειακές και περιγραφικές. Κάτι που υπερβαίνει κάθε οροθέτηση, ξε­χειλίζει από κάθε σχήμα και έχει να κάνει με το πάθος, τη θέρμη, τον πυρετό, το απύθμενο της ψυχής, το ανεμόεν φρόνημα και τις αστυνόμους οργάς του Σοφοκλή. Είναι η θέληση και η πίστη για μια καλύτερη κοινωνία, για την προσωπική και συλλογική ελευθερία, για δημιουργία και δημοκρατία, οι οποίες δεν μπορούν να προέλθουν παρά από το ξεπέρασμα παρα­δοσιακών μορφών και δομών, από μια απελευθέρωση συνει­δήσεων και έκρηξη ψυχικών, πνευματικών δυνάμεων, ατομι­κών και συλλογικών.
Αυτό συνιστά το μήνυμα και το πνεύμα του Πολυτεχνείου· το οποίο έδωσε άλλη διάσταση στο ίδιο το νόημα της πολιτι­κής: κατάργησε όλες τις γραφειοκρατικές διαμεσολαβήσεις, μεσιτεύσεις, μεσάζοντες, «αντιπροσώπους». διαμόρφωσε και επέβαλε νέες οργανωτικές μορφές αντιιεραρχικές, αντιηγετικές, βασισμένες στην αυτοδιεύθυνση, αυτοοργάνωση, αυτονο­μία.

Η καπηλεία


Όπως το Πολυτεχνείο δεν έχρισε κανέναν καθοδηγητή του, έτσι δεν όρισε και κανέναν κληρονόμο του. Κανένα κόμμα, κανένα σύλλογο, καμιά οργάνωση, καμιά ΕΦΕΕ, κανέναν επώνυμο. Όμως, όλοι οι «τεχνικοί της εξουσίας», οι σπεκουλαδόροι της πολιτικής, οι κάπηλοι της ιστορίας, έσπευσαν να το οικειοποιηθούν, να το εκμεταλλευτούν, να αποκομίσουν τα κέρδη τους. Έσπευσαν να το περιχαρακώσουν, αναλόγως της προσωπικής ή κομματικής τους σκοπιμότητας. Να το καθάρουν από κάθε ενοχλητικό και επικίνδυνο στοιχείο, να το χτε­νίσουν, να το σουλουπώσουν, για να χωρέσει στη στενή, κο­ντόθωρη, αριβιστική και ψηφοθηρική λογική τους.
Έσπευσαν να αλέσουν τα γεγονότα στο μύλο τους, για να κατασκευάσουν άρτον για τα μέλη τους. Να μεταπλάσσουν την ιστορία σε μύθο, για να παραμυθιάσουν την πελατεία τους. Να μετασχηματίσουν το βίωμα σε θέαμα, για ψυχαγωγία των επερχομένων. Να φτιάξουν μια κατασκευή για να την παίξουν στο χρηματιστήριο της μεταπολίτευσης, εξασφαλίζοντας μετο­χές στη μεγάλη επιχείρηση της εξουσίας, στηρίζοντας έτσι τη δικιά τους μικροεξουσία.
Έκαναν το Πολυτεχνείο κινητή θρησκευτική «γιορτή», πνιγμένη στην ηρωολατρία και μαρτυρολογία. Άρχισε η τυμ­βωρυχία, η παραχάραξη, η διαστρέβλωση, η λασπολογία. Η πιο κραυγαλέα περίπτωση, ήταν αυτή του ΚΚΕ, του οποίου ο φοιτητικός κλάδος, το Φεβρουάριο 1974, στο έντυπο που εξέ­διδε τότε (Πανσπουδαστική No 8) χαρακτήρισε τους φοιτητές που κατέβηκαν από τη Νομική και μπήκαν στο Πολυτεχνείο την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 1973 και ήταν υπέρ της κατάληψης, ως «προβοκάτορες του Ρουφογάλη και της ΚΥΠ»! Καθώς επί­σης χαρακτήρισε γνωστό πρόσωπο του φοιτητικού κινήματος ως «προβοκάτορα και χαφιέ της Ασφάλειας και της ΚΥΠ», μόνο και μόνο επειδή ήταν αντίθετο με τη γραμμή του ΚΚΕ!
Το νόημα του Πολυτεχνείου, κάθε χρόνο στην επέτειο, εξαρτιόταν από το συσχετισμό των κομματικών δυνάμεων στο κεντρικό συμβούλιο της ΕΦΕΕ και από τις εκάστοτε κομματι­κές σκοπιμότητες. Εξαρτιόταν από το αν η καθιερωμένη κάθε χρόνο πορεία φθάσει στο Σύνταγμα, το Χίλτον ή την Αμερικα­νική Πρεσβεία.

Η κρίση


Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, βρισκόμαστε σε μια γενικευμένη κρίση, σε μια γενική σύγχυση και αβεβαιότητα. Κρίση σε όλους τους τομείς: εθνικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πνευματικό, που επισημαίνεται από πολλές πλευρές. Αρκεί να δούμε την κατάσταση της παιδείας: τα δημόσια σχολεία ασφυ­κτιούν ανάμεσα σε πρωινή βάρδια και νυκτερινή, έχουν καταντήσει τυπικό και ανούσιο πέρασμα για το απαραίτητο απολυ­τήριο. Η δε παραπαιδεία, με τα φροντιστήρια των εκατομμυ­ρίων κερδών, παραμένει ο έγκυρος θεσμός για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια. Σημειωτέον ότι η Ελλάς είναι και παραμέ­νει σταθερά η τελευταία χώρα της Ευρώπης, σε όλα τα μεγέθη και τις παραμέτρους. Στο μόνο που έχει τα πρωτεία, είναι από τη μια μεριά οι περιβόητοι «αριστούχοι» της Μέσης Εκπαίδευσης και ο αναλφαβητισμός. Ο τελευταίος αγγίζει το
25%. Δηλαδή, το 1/4 του πληθυσμού είναι λειτουργικά αναλ­φάβητοι. Το αίτημα της εξέγερσης για παιδεία παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο.
Η πτώση του πολιτιστικού και πνευματικού επιπέδου είναι εμφανής παντού. Η κυριαρχούσα αισθητική είναι αυτή του αυ­θαίρετου μπετόν και του «σκυλάδικου». Ο λαϊκισμός, ο εκβαρβαρισμός, η χυδαιότητα στη γλώσσα, στα ήθη, στην καθη­μερινή ζωή, η οποία υποβαθμίζεται συνεχώς προς τη ζωώδη κατάσταση, χωρίς ιδέες και αξίες, μόνο ένστικτα και ορμές· το ένστικτο της εγωκεντρικής ανόδου, οι ορμές της εγωιστικής απόλαυσης.
            Δεν υπάρχουν πια αγώνες, πόσο μάλλον θυσίες, ουδείς θυ­σιάζει κάτι από τον ατομικό του ευδαιμονισμό. Ο μόνος αγώ­νας είναι για το κόμμα και την εξασφάλιση του ατομικού και μόνο συμφέροντος. Εγκλωβισμένοι στην καταναλωτική απο­χαύνωση, την άκρατη ιδιώτευση, χωρίς την ελάχιστη αίσθηση συλλογικότητας, οδεύουμε προς τη φθορά. Βασιλεύει, ο κυνι­σμός, το κενό, η απάθεια, η αισθητική και πνευματική μιζέ­ρια1. Ο Ζαμπέτας είχε επισημάνει πολύ εύστοχα .ότι «και τον εθνικό ύμνο να ακούσουν οι Νεοέλληνες, θα τον χορέψουν τσιφτετέλι». Έτσι λοιπόν καταντήσαμε, όπως λέει κι ο Σαββόπουλος, κωλοέλληνες και τσιφτετέλληνες. Μήπως αυτό είναι το καινούριο «ανθρωπολογικό» είδος που'κατοικεί:στο -ελληνόφωνο κρατίδιο;

Ο δρόμος των αδιεξόδων


Έτσι, λοιπόν, μπρος σ' αυτό το γενικό μαρασμό, τη στιγμή που ,
το μέλλον της χώρας διακυβεύεται, τα κόμματα είναι ανίκανα να επεξεργαστούν και να προτείνουν λύσεις, αναλωνόμενα σε φλύαρες και ανούσιες διακηρύξεις, με άθλιο πολιτικό λόγο, με ανύπαρκτο πολιτικό διάλογο, τυφλά για να δουν πέρα από το στενό κομματικό τους συμφέρον κομματικοποιούν όλα τα θέματα προς άγραν ψηφοφόρων. Καταγγέλλουν το ένα το άλ­λο για σκάνδαλα, εξαχρείωση, λοβιτούρες, προδοσίες, απο­στασίες. Οι δομές τους είναι απαρχαιωμένες· παραμένουν αρ­χηγικά, αυταρχικά, φεουδαρχικά. Το πολιτικό προσκήνιο κα­ταλαμβάνεται από τα ίδια πρόσωπα εδώ και μια τριακονταε­τία. Η γραφειοκρατία βασιλεύει. Το ρουσφέτι παραμένει ο μοχλός της πολιτικής ζωής. Η δικαστική εξουσία αναποτελεσματική για οποιαδήποτε εξιχνίαση σκανδάλων και κάθαρση. Η Βουλή προσπάθησε ματαίως να την υποκαταστήσει. Η εξωτερική πολιτική και διπλωματία, ανίκανη να χειριστεί και τα πιο στοιχειώδη εθνικά θέματα, παραπαίει ανάμεσα σε άγνοια, ανετοιμότητα, διχασμό πρωθυπουργού και υπουργών, εθνικισμό στο "εσωτερικό, επαιτεία στο εξωτερικό. Οι αφαι­μάξεις των δημοσίων ταμείων συνεχίζονται ασύστολα, είτε σε αντιπαραγωγικές σπατάλες είτε σε προεκλογικές παροχές, αυξάνοντας έτσι επικίνδυνα το δημόσιο χρέος κατά κάμποσα τρις δραχμές ετησίως, υποθηκεύοντας δηλαδή το μέλλον της χώρας «χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ». Ως πότε θα μας ξελασπώ­νουν οι παροχές και τα δάνεια της ΕΟΚ;
Είναι φανερή, λοιπόν, η ανάγκη μιας αλλαγής, μιας άλλης κατάστασης πραγμάτων η ανάγκη για μια άλλη πορεία, για ανανέωση, για αναδιάρθρωση σε όλους τους τομείς, σε όλες τις δομές. Αλλά αυτό απαιτεί καινούρια πρόσωπα, καινούριες ιδέες, καινούρια αντίληψη της πολιτικής, της οποίας βασικά στοιχεία θα είναι το ξεπέρασμα της μικροκομματικής σκοπιμότητας και το καινούριο ήθος και ύφος.
Είναι φανερή η ανάγκη να θυμηθούμε το νόημα του Πολυ­τεχνείου, είκοσι χρόνια μετά. Είναι φανερή η ανάγκη να βαδί­σουμε, επιτέλους, μια και το απαίτησαν εκατοντάδες χιλιάδες φωνές, όλα αυτά τα χρόνια, «στο δρόμο που χάραξε ο Νοέμβρης».  Πώς, όμως; Με ποιους; Οι νέοι, τότε, είχαν μια θέληση, μια επιθυμία, μια βούληση, ένα πάθος, ένα όραμα. Οι νέοι, τότε, πρόλαβαν να ονειρευτούν. Οι σημερινοί δεν προλαβαίνουν. Τα όνειρα, σήμερα, είναι προκάτ και προγραμματισμένα από τις κομματικές φάμπρικες, τα τηλεοπτικά προγράμματα, τα computers και τα softwares, τις ποδοσφαιρικές και καλαθοσφαιρικές εταιρείες.           
Ίσως μοναδική ελπίδα είναι πάλι οι ανώνυμοι του '73 και του '93. Οι ανώνυμοι που δεν συμμετείχαν και δεν συμμετέχουν στις κομματικές εργολαβίες, που ιδιώτευσαν και ιδιωτεύουν, που δεν εξαργύρωσαν τη συμμετοχή τους στην εξέγερση, που παρέμειναν και παραμένουν στον ηθικό αριστερισμό. Ίσως αυτό να μοιάζει ανεδαφικό, ρομαντικό, ουτοπικό ή παραλήρημα. Ίσως να μην το συμμερίζονται πολλοί, αλλά μια μειοψηφία. Ας είναι: μειοψηφία τότε, το '73, μειοψηφία και σήμερα.
......................
1. Για άλλες πτυχές της κρίσης, βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Ποσειδωνιάται,», στο πε­ριοδικό Οριοθετήσεις, No 4, 1992.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΚΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6. 12. 2012]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
Oikonomouyorgos.blogspot.com


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ
ΚΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Το Πολυτεχνείο 1973 συνιστά πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα πολιτικό γεγονός και ως τέτοιο άφησε σημαντική παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές, όπως φάνηκε από την πολιτική δυναμική και τις εντάσεις που δημιουργούσε επί δεκαετίες κάθε χρόνο στην επέτειο. H κατάληψη-εξέγερση τον Νοέμβριο 1973 έχει τα χαρακτηριστικά ενός αυτόνομου κινήματος, με πολιτικό περιεχόμενο και πολιτικούς στόχους, ανεξάρτητο από κόμματα, ηγέτες, ιδεολογίες και γραφειοκρατίες.
 Ένας από τους κύριους στόχους του Πολυτεχνείου 1973 ήταν η Δημοκρατία. Όχι φυσικά κάποια αποκατάσταση του προηγουμένου διεφθαρμένου και αποτυχημένου κοινοβουλευτισμού ή κάποια βελτιωμένη εκδοχή του, αλλά ένα πολίτευμα στο οποίο ο δήμος θα είναι ουσιαστικά κυρίαρχος, θα υπάρχει «λαϊκή κυριαρχία» ή «λαϊκή εξουσία» (χρησιμοποιώ εδώ τους όρους που υπήρχαν στα συνθήματα των εξεγερμένων και στην Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής). Οι όροι αυτοί δεν είχαν τις σημασίες που έχουν συνήθως στα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα και συντάγματα, και ισοδυναμούν με την απουσία λαϊκής κυριαρχίας – «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό και ασκούνται από τους αντιπροσώπους». Υπήρχε σαφής εκφρασμένη απόρριψη του προδικτατορικού καθεστώτος, όχι μόνο της μοναρχίας, αλλά και του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, που είχε καταντήσει έρμαιο των δημαγωγών, του παρακράτους, του Στρατού και των επεμβάσεων των Ηνωμένων Πολιτειών. Το προδικτατορικό καθεστώς για τους συμμετέχοντες σε καμία περίπτωση δεν ήταν δημοκρατικό, εν αντιθέσει με την κυρίαρχη ιδεολογία της Μεταπολίτευσης ότι με το τέλος της δικτατορίας το 1974 «αποκαταστάθηκε η δημοκρατία»!
Μία σαφής ένδειξη για την ιδέα της δημοκρατίας που είχαν κατά νου οι συμμετέχοντες, ή τουλάχιστον η πλειονότητά τους, ήταν η εσωτερική αυτοοργάνωση και ο αυτοκαθορισμός της κατάληψης. Η δυναμική και η λειτουργία της στηριζόταν  στην αυτοδιεύθυνση: συγκρότηση επιτροπών για τη σίτιση, την περιφρούρηση, για τις πρώτες βοήθειες και το φαρμακείο, τον έρανο κ. ά. Διαρκείς συνελεύσεις των σχολών, εκλογή ατόμων για τη συγκρότηση Συντονιστικής Επιτροπής με εικοσιτετράωρη θητεία, η οποία εκτελούσε τις αποφάσεις των συνελεύσεων και συντόνιζε τον αγώνα. Το κυρίαρχο όργανο ήταν οι γενικές συνελεύσεις οι οποίες ελάμβαναν όλες τις καθοριστικές αποφάσεις για το πολιτικό περιεχόμενο και την πορεία της κατάληψης. Οι αποφάσεις εκφράζονταν άλλωστε από τα μεγάφωνα, τους πολυγράφους και τον ραδιοφωνικό σταθμό. Έτσι διασφαλιζόταν η διαφάνεια, η πληροφόρηση, η βούληση και η θέληση των συμμετεχόντων. Δεν καθοδηγούσε καμία κομματική οργάνωση, δεν χειραγωγούσε ουδείς «ηγέτης», δεν κινούσε τα νήματα καμία έξωθεν εξουσία. Η άμεση δημοκρατία στην πράξη, η αυτονομία ως έμπρακτη πρόταση. 
Η πρόταση αυτή είναι ένα το καινούριο που κομίζει το Πολυτεχνείο στην πολιτική πράξη, συνδεδεμένο με μία άλλη αντίληψη περί πολιτικής, η οποία συγκαλύπτεται σκοπίμως από τις κυρίαρχες δυνάμεις του συστήματος (ιδεολογίες, κόμματα, πολιτικούς, ΜΜΕ). Αυτή η έννοια της πολιτικής στηρίζεται στην ιδέα πως αυτό που δημιουργεί τις ουσιαστικές αλλαγές και τους θεσμούς είναι το ανθρώπινο πράττειν, το σκεπτόμενο πράττειν της ανώνυμης συλλογικότητας, χωρίς προκατασκευσμένες οδηγίες, ιδεολογικά δόγματα και κομματικές συνταγές. Πολιτική δεν είναι η εφαρμογή κάποιας θεωρίας ούτε η χειραγώγηση των ανθρώπων από κάποιους υποτιθέμενους ειδικούς, κομματικούς διανοουμένους, επαγγελματίες πολιτικούς και γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Η πολιτική είναι υπόθεση της κοινωνίας, των δρώντων υποκειμένων που βασίζονται στην αυτοοργάνωση, στην αυτόνομη θέλησή τους και δεν εκποιούν την επιθυμία και τη δύναμη τους στους ολίγους, στα κόμματα, στους «αντιπροσώπους», δηλαδή δεν αλλοτριώνονται πολιτικώς. Η άμεση πολιτική συμμετοχή στις συλλογικές διαβουλεύσεις και αποφάσεις, λειτουργεί και ως σχολείο αυτοσυνείδησης και αυτομόρφωσης των πολλών.
Η πολιτική  ανακτά έτσι το γνήσιο νόημά της: την άμεση ενασχόληση με τα κοινά, τη συμμετοχή μαζί με άλλους σε οριζόντια αντιιεραρχική, αντιγραφειοκρατική δράση. την υπέρβαση της παραίτησης, της ιδιώτευσης και της ανάθεσης των κοινών σε αντιπροσώπους. Η δημοκρατική πολιτική συνεπάγεται την άμεση ψυχοσωματική επένδυση στην ενεργό πολιτική δράση. Ενώ το βασικό χαρακτηριστικό των κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού είναι η λήψη των αποφάσεων από τις γραφειοκρατικές ηγεσίες «πριν από εμάς για εμάς», η πολιτική που ανέδειξε το Πολυτεχνείο είναι «εμείς οι ίδιοι για εμάς τους ίδιους», άμεσα, χωρίς μεσολαβητές, «ειδικούς» και γραφειοκράτες.  Στην αντίληψη αυτή για να υπάρξει οποιαδήποτε ουσιαστική θεσμική αλλαγή χρειάζεται κοινωνική συλλογική δράση, ρητή και διαυγής, στη μορφή της και στους στόχους. Χρειάζεται μία πολιτική συλλογικότητα που να αγωνίζεται και να δρα, έξω (και μη εξαρτώμενη) από κόμματα, εκλογές, κοινοβούλια, αντιπροσώπους και κράτος. Οι μεγάλες θεσμικές αλλαγές δεν προήλθαν από αυτούς. Το πεδίο της πολιτικής δεν βρίσκεται εκεί. Βρίσκεται παντού, είναι η ίδια η κοινωνία.