Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ του ΓΙΩΡΓΟΥ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ



ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ 2016
ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ

Γιώργου Ν. Οικονόμου

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ
ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Πλαίσιο για μια νέα πολιτική δράση


Ένα σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της γενικευμένης ελληνικής χρεοκοπίας είναι ο ρόλος του εσωτερικού παράγοντα, ο οποίος στις περισσότερες αναλύσεις συγκαλύπτεται, καθώς η χρεοκοπία αποδίδεται κυρίως σε εξωτερικά αίτια (διεθνή κρίση,  παγκοσμιοποίηση, Ευρωπαϊκή Ένωση, ευρώ).  
Αναζητώντας τα αίτια και τους ενόχους, το βιβλίο αναλύει   το κυρίαρχο πολιτικό θεσμικό σύστημα, τον τρόπο λειτουργίας του, τις ευθύνες της νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής  εξουσίας, των κομμάτων και της κυρίαρχης νεοελληνικής ιδεολογίας -    συνολικώς τους παράγοντες που καθόρισαν τις λανθασμένες επιλογές και την καταστρεπτική πορεία.
Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται και το «βαθύ κράτος» (αστυνομία, στρατός, εκκλησία) που στήριξε το κυρίαρχο πλέγμα εξουσίας. Αναλύεται επίσης ο ρόλος του συνδικαλισμού, των ΜΜΕ και της Αριστεράς.
Με βάση την ανάλυση αυτή προτείνεται ένας άλλος δρόμος πολιτικής κοινωνικής δράσης για έξοδο από τη γενικευμένη παρακμή, με βασικό στόχο ριζικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα.   



Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΝΟΗΜΑΤΑ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 7 Δεκεμβρίου 2016]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΝΟΗΜΑΤΑ

Απόσπασμα από την ομιλία που έγινε στην εκδήλωση για τα 150 χρόνια από την ίδρυση του Δικηγορικού Συλλόγου Μεσολογγίου (από τους αρχαιότερους Δικηγορικούς Συλλόγους της χώρας),  στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης «Διέξοδος», Μεσολόγγι, 23 Οκτωβρίου 2016.

            Ο ελληνοδυτικός πολιτισμός ξεκινά με το αίτημα για δικαιοσύνη. Αυτό είναι εμφανές στα καταγωγικά κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας στην «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» του Ομήρου (8ος π.Χ.) και στα «Έργα και Ημέραι» του Ησιόδου (7ος π.Χ.).  Πράγματι από τα έργα αυτά αναδύεται ένα σαφές αίτημα για δικαιοσύνη, όπως φαίνεται τόσο στο περιεχόμενο όσο και στους χρησιμοποιούμενους όρους που υποδηλώνουν ή εκφράζουν την έννοια της δικαιοσύνης. Το αίτημα αυτό δεν είναι μόνο γραμματειακό ή ποιητικό, αλλά αντανακλά κοινωνικές διεργασίες που γίνονταν κυρίως στα κατώτερα και μεσαία στρώματα, τα οποία υπέφεραν από την άκρατη καταπίεση του αριστοκρατικού καθεστώτος και τον φόβο της δουλείας.
            Το αίτημα για δικαιοσύνη έγινε στις αρχαιοελληνικές πόλεις  κοινωνικό πρόταγμα, το οποίο οδήγησε κατ’ αρχάς στη δημιουργία του γραπτού νόμου και εν συνεχεία σε σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις. Στην πορεία αυτή διακρίνονται δύο σημαντικοί σταθμοί, δύο μεγάλα «συμβάντα».  
            Το πρώτο συμβάν ήταν οι μεταρρυθμίσεις στην Αθήνα που είναι γνωστές με το όνομα του Σόλωνα (594 π.Χ.). Αυτές προήλθαν από την δυναμική εξέγερση των κατωτέρων στρωμάτων που ανέδειξε τον Σόλωνα ως νομοθέτη και είχαν ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την κατάργηση των χρεών, την απαγόρευση υποδούλωσης των ανθρώπων λόγω χρεών και τη συμμετοχή για πρώτη φορά των στρωμάτων αυτών στην εξουσία, κυρίως τη δικαστική. Με τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα η εξουσία διανέμεται αναλόγως του κοινωνικο οικονομικού  status των μερών που αποτελούν την πόλιν. Έτσι η πολιτική δικαιοσύνη λαμβάνει τη μορφή της αναλογικότητας. Η αλλαγή αυτή αποτελεί τη γενέθλια πράξη του δικαιικού και πολιτικού πολιτισμού.
            Το δεύτερο σημαντικό συμβάν ήταν η ίδρυση της δημοκρατίας στην Αθήνα με τις μεταρρυθμίσεις που φέρουν το όνομα του Κλεισθένη (508 π.Χ.). Και αυτές οι μεταρρυθμίσεις προήλθαν από τη θέληση του δήμου, ο οποίος αυτοθεσμίζεται για πρώτη φορά ως η μοναδική πηγή του νόμου και του δικαίου, ασκώντας άμεσα την εξουσία υπό όλες τς μορφές της, κυβερνητική, νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Η δημοκρατία έφερε στο προσκήνιο νέες σημασίες, όπως ελευθερία, ισονομία, ισηγορία και παρρησία. Έτσι η δημοκρατική έννοια της δικαιοσύνης ταυτίζεται με την απόλυτη πολιτική ισότητα: όλοι συμμετέχουν εξίσου στην εξουσία, ανεξαρτήτως περιουσίας, καταγωγής και παιδείας. «Δίκαιον εστί το ίσον», γράφει ο Αριστοτέλης.     
            Ένα τρίτο καθοριστικό συμβάν στη διαμόρφωση του ελληνοδυτικού πολιτισμού ήταν η μακρά ευρωπαϊκή Αναγέννηση από τον 12ο αιώνα, η οποία στηρίχθηκε στον αρχαίο ελληνικό δημοκρατικό πολιτισμό. Ακολούθησαν η ανάπτυξη της νεωτερικής επιστήμης και ο Διαφωτισμός που άλλαξαν ριζικά την κοσμοεικόνα και τις αντιλήψεις και έδωσαν τις κοσμοϊστορικές επαναστάσεις στην Αγγλία (1688), στην Β. Αμερική (1776) και στη Γαλλία (1789).[1] Με τις επαναστάσεις αυτές άλλαξε ο αυταρχικός και ανελεύθερος κόσμος του Μεσαίωνα, ανατράπηκαν οι απόλυτες μοναρχίες και οι θεοκρατικές εξουσίες αιώνων, κατακτήθηκαν συν τω χρόνω τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι ατομικές ελευθερίες, το καθεστώς του κοινοβουλευτισμού με την καθολική ψηφοφορία και την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας.[2] Με τη δυναμική των επαναστάσεων αυτών και τα ρηξικέλευθα μηνύματά τους καταργήθηκε η δουλεία τον 19ο αι. και οι γυναίκες απέκτησαν σταδιακώς δικαιώματα και ισοτιμία στον 20ο αιώνα.Έτσι η νεωτερική μορφή της δικαιοσύνης σημαίνει τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες για όλους και την ίδρυση του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος. 
            Και τα τρία αυτά ιστορικά πολιτικά συμβάντα προήλθαν από κοινωνικές εξεγέρσεις που έθεσαν τα προτάγματα της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας, επέφεραν σημαντικές θεσμικές αλλαγές, άλλαξαν τον ρού της ιστορίας και συγκρότησαν τον ελληνοδυτικό πολιτισμό. Χωρίς αυτά τα συμβάντα δεν υφίσταται η δυτική ταυτότητα. Επομένως, η έννοια της δικαιοσύνης είναι βασική για τον ελληνοδυτικό πολιτισμό αφού έχει τεθεί ως κοινωνικό και πολιτικό πρόταγμα σε χαρακτηριστικές φάσεις του και οδήγησε στη δημιουργία της δημοκρατίας. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες η δικαιοσύνη και η δημοκρατία δεν αποτελούν αντικείμενο συζήτησης και αναζήτησης. Οι πολιτικές εξουσίες, οι διανοούμενοι και η κοινωνία δεν ενδιαφέρονται καθόλου γι αυτές - η δικαιοσύνη και η δημοκρατία είναι ξεχασμένα νοήματα. Η λήθη αυτή είναι και ένας από τους λόγους που έφεραν την πρωτοφανή κρίση που μαστίζει τον ελληνοδυτικό πολιτισμό.
            Συνεπώς το ουσιαστικό ζήτημα που τίθεται είναι εάν σήμερα, που η ανθρωπότητα διέρχεται μεγάλη κρίση και η Ελλάς ακόμη μεγαλύτερη, μπορεί να υπάρξει κάποιο αίτημα δικαιοσύνης, το οποίο  να αποτελέσει έναυσμα για μιαν άλλη δημοκρατική πορεία. Δικαιοσύνη με την έννοια της πολιτικής ισότητας και Δημοκρατία με την έννοια της κοινωνικής συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον έλεγχο της εξουσίας. Το  πρόταγμα αυτό δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο αν η ίδια η κοινωνία απαιτήσει δικαιοσύνη και δημοκρατία.




[1] Στη δυναμική των επαναστάσεων αυτών και υπό την επιρροή τους έγινε και η ελληνική επανάσταση το 1821, στην οποία συνετέλεσαν παράγοντες, όπως η ίδρυση   της Φιλικής Εταιρείας (1814) και το σπουδαίο έργο του νεοελληνικού Διαφωτισμού (Ρήγας, Κοραής, Παμπλέκης, Μοισιόδαξ, «Ελληνική Νομαρχία» κ.ά.).
[2] Ο χωρισμός αυτός δεν έχει γίνει ακόμη στην παρακμιακή Ελλάδα του 21ου αιώνα. 

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 18 Νοεμβρίου 2016]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας,
oikonomouyorgos.blogspot.com


ΤΟ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


 Οι τελευταίες ακροδεξιές δηλώσεις του αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου στον ΣΚΑΙ προκαλούν θλίψη, ανησυχία και ταυτοχρόνως πρόκληση για τους πολίτες που διαθέτουν κάποια ψήγματα φιλελευθερισμού, ευαισθησία για την κοσμική πολιτεία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το πιο ανησυχητικό είναι πως από τα κόμματα μόνο το Ποτάμι και η ΔΗΜΑΡ επέκριναν δημοσίως τις απαράδεκτες απόψεις του αρχιεπισκόπου. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ χρεώνεται ακόμη μία αποτυχία, παραμένοντας δέσμιος της παλαιοκομματικής νοοτροπίας και των συντηρητικών αντιλήψεων,  προωθώντας το εθνικιστικό και θρησκευτικό φαντασιακό με πρόσωπα όπως Καμμένος,  Παυλόπουλος, Πολύδωρας, Ζουράρις, Ιερώνυμος.
  Αυτή η νοσηρή κατάσταση προέρχεται από το μέχρι τώρα ευνοϊκό status της Εκκλησίας με ευθύνη της Πολιτείας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία  συνιστά μέρος του κράτους (ΝΠΔΔ) και μάλιστα είναι κράτος εν κράτει, αφού έχει ανεξαρτησία όσον αφορά τα εσωτερικά της ζητήματα, με την δική της διοίκηση. Ταυτοχρόνως όμως οι υπεράριθμοι 10.000 ιερείς και 90 μητροπολίτες είναι κρατικοί υπάλληλοι μισθοδοτούμενοι από τα χρήματα των φορολογουμένων (το 2010 κόστιζαν 350 εκατ. ευρώ ετησίως). Το παράλογο της υπόθεσης είναι πως το κράτος μισθοδοτεί μόνο 7.000 περίπου γιατρούς, ενώ δεν υπάρχουν αρκετοί νοσοκόμοι-ες, δικαστικοί, δάσκαλοι, καθηγητές και ασθενοφόρα που έχει ανάγκη η κοινωνία στις δύσκολες συνθήκες της χρεοκοπίας.
Η Εκκλησία έχει επί πλέον εξασφαλίσει αφορολόγητο και η περιουσία της δεν ελέγχεται από κρατικές υπηρεσίες, ούτε είναι καταγεγραμμένη και γνωστή. Εν τούτοις στρέφεται πολλάκις εναντίον της Πολιτείας ζητώντας περισσότερα προνόμια και επιβολή των ιδεολογικών της πιστεύω, όπως στο θέμα των ταυτοτήτων και του μαθήματος των Θρησκευτικών. Αντιδρά πάντοτε σε οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική προσπάθεια και έχει τη δύναμη, κυρίως με τους ψηφοφόρους που ελέγχει, να  επιβάλει τη θέλησή της στην πολιτεία για διάφορα ζητήματα στην εκπαιδευτική πολιτική και να αρνείται την κατάργηση της πρωινής σχολικής προσευχής, του υποχρεωτικού μαθητικού εκκλησιασμού και των θρησκευτικών εικόνων από τα σχολεία και τις δημόσιες υπηρεσίες.  
Η Εκκλησία έχει καταφέρει επίσης για μεγάλο διάστημα να επιβάλει, μαζί με τη συντηρητική πολιτική και πνευματική εξουσία, το ιδεολόγημα του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», που δημιούργησε καταστροφικές επιδράσεις στη νεοελληνική κοινωνία με κορυφώσεις τον «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» της δικτατορίας του Ι. Μεταξά και το  «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της επτάχρονης δικτατορίας. Έχει επί πλέον υποστηρίξει συντηρητικές ιδεολογίες και παρατάξεις (Δεξιά, Ακροδεξιά, μοναρχία, δικτατορίες), αναζωπυρώνοντας τη μισαλλοδοξία και τον φανατισμό. Πρόσφατα δείγματα υπήρξαν στη δεκαετία 1990, κατά τη διάρκεια του «μακεδονικού», που πήρε θέση εναντίον της σύνθετης ονομασίας της γείτονος χώρας, καθώς επίσης  στο «γιουγκοσλαβικό» που τάχθηκε υπέρ των ορθοδόξων χριστιανών σφαγέων των Βαλκανίων Μιλόσεβιτς, Κάρατζιτς, Μπλάντιτς.
Κορύφωση της εκκλησιαστικής δημαγωγίας υπήρξε ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης που επί μία δεκαετία (1998-2008) με τον λαϊκισμό του και τον εθνικισμό του σαγήνευσε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, κατακεραύνωνε τους διαφωνούντες με βίαιη ορολογία, έσπερνε τον διχασμό και τη μισαλλοδοξία. Έτσι διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην άνοδο των εθνικιστικών, αντιδυτικών και αντιευρωπαϊκών απόψεων. Το μισαλλόδοξο έργο του συνεχίζουν αρκετοί εθνικιστές και σκοταδιστές μητροπολίτες.
Από την άλλη, η ορθόδοξη Εκκλησία φάνηκε πολύ μεροληπτική έως αδιάφορη και κυνική σε ζητήματα που θα έπρεπε να δείξει κάποια ανθρωπιστική ευαισθησία για να αποτρέψει ή τουλάχιστον να καταδικάσει ορισμένα αποτρόπαια γεγονότα, σύμφωνα υποτίθεται με τα ανθρωπιστικά κηρύγματα του ιδρυτή της. Τέτοια γεγονότα υπήρξαν πολλά κατά τη δικτατορία του Μεταξά, κατά τον εμφύλιο και τη μετεμφυλιακή περίοδο, στα οποία το εκκλησιαστικό ιερατείο ουδόλως συνέδραμε τους χιλιάδες κατατρεγμένους, κυνηγημένους, βασανισθέντες και αναξιοπαθούντες που υπέφεραν από την εκδικητικότητα των νικητών στις φυλακές, στα ξερονήσια, στα στρατοδικεία και στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Αντιθέτως, συντάχθηκε πλήρως με την κρατική βαρβαρότητα.
Άλλωστε τον Νοέμβριο του 1973, η Εκκλησία δεν έπραξε τίποτε για να εμποδίσει τη σφαγή των άοπλων νέων στο Πολυτεχνείο ούτε έστειλε βοήθεια στις απεγνωσμένες εκκλήσεις του ραδιοφωνικού σταθμού του το βράδι πριν από την επέμβαση των τανκς, που ζητούσε ανθρωπιστική βοήθεια, τρόφιμα, ασθενοφόρα, φάρμακα, για τους εκατοντάδες από αστυνομικές σφαίρες τραυματίες. Ούτε μετά καταδίκασε τη σφαγή, δείχνοντας έτσι όχι μόνον υποκρισία και αναλγησία, αλλά πλήρη συμφωνία με τις βάρβαρες πράξεις του δικτατορικού καθεστώτος. Εν τούτοις δεν έγινε καμία κάθαρση στους κόλπους της από τα φιλοχουντικά και φιλοφασιστικά στοιχεία, ούτε αργότερα έγινε δυνατή η περιβόητη «αυτοκάθαρση» από τα παρανομούντα, διεφθαρμένα μέλη της που κηρύσσουν ρατσιστικά, ομοφοβικά, αντιεβραϊκά, αντιισλαμικά νοήματα. Έτσι εξηγείται η υποστήριξή της σε όλες τις βασιλικές, δεξιές, δικτατορικές, αυταρχικές και αντισυνταγματικές κυβερνήσεις καθόλη τη διάρκεια της νεοελληνικής ιστορίας και τελευταίως στους νεοναζιστές από ένα μέρος της.
Η Ελλάς είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν έχει γίνει ο χωρισμός Πολιτείας και Εκκλησίας, πράγμα που έχει πολλά αρνητικά αποτελέσματα. Τα κυριώτερα είναι ότι ο αστικός εκσυγχρονισμός και η πολιτική κοινωνία καθίστανται πολύ δυσχερείς, και κάθε προσπάθεια για εκδημοκρατισμό του συστήματος, για εκκοσμίκευση της εκπαίδευσης, για φιλελεύθερη πολιτική αγωγή των ατόμων με ελευθερία, ισότητα, δημοκρατία αναστέλλεται διαρκώς. Στο πλαίσιο αυτό η Εκκλησία υπήρξε σημαντικός παράγοντας οπισθοδρόμησης και στήριγμα του ολιγαρχικού συστήματος διακυβέρνησης που οδήγησε στη χρεοκοπία. Όσο η Πολιτεία δεν αποφασίζει τον χωρισμό της από τήν Εκκλησία και επί πλέον την κολακεύει ποικιλοτρόπως, τόσο η Εκκλησία δεν αλλάζει και τόσο η κοινωνία παραμένει στην παρακμή.

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ. Η περίπτωση Κώστα Δουζίνα



[Δημοσιεύθηκε στο Ο Δρόμος της Αριστεράς, τχ. 330, 22 Οκτωβρίου 2016]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας


ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ
Η περίπτωση Κώστα Δουζίνα

            Στο κείμενό του «Αυτονομία ή κυβερνησιμότητα» (Εφημερίδα των Συντακτών, 25. 7. 2016)  ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Δουζίνας προσπαθεί να υποστηρίξει την κυβερνητική λογική του κόμματος του οποίου είναι βουλευτής. Έχει όμως πολλά προβληματικά σημεία, τα οποία θα δούμε εν συντομία.
            1. Κατ’ αρχάς res publica είναι το δημόσιο πράγμα - και όχι το κοινό όπως γράφει ο κυβερνητικός βουλευτής. Κοινό πράγμα είναι το res communis, το κοινό συμφέρον το κοινό αγαθό θα λέγαμε. Η διευκρίνιση αυτή δεν είναι τυπική, αφού το δημόσιο δεν είναι και κοινό. Παράδειγμα,  ή ίδια η ρωμαϊκή πολιτεία στην οποία ο όρος res publica δεν σημαίνει το κοινό αγαθό, διότι αυτό ουσιαστικά το διαχειριζόταν η ρωμαϊκή ολιγαρχία μέσω της Συγκλήτου και των ποικίλων αξιωματούχων (ύπατοι, πραίτορες κ.λπ). Η εξουσία ανήκε στην αριστοκρατία των ευγενών (patres, optimates). Ο ρωμαϊκός λαός από την πλευρά του δεν είχε ουσιαστική εξουσία παρά τις κατακτήσεις που επέτυχε με τους αγώνες του  (comitia, consilia plebis, tribuni plebis κ.ά.). Το κοινό αγαθό υπήρχε  στην αθηναϊκή δημοκρατία διότι καθορίζονταν από κοινού, από όλους τους πολίτες στη συνέλευση των πολιτών (εκκλησία του δήμου). Στη νεώτερη εποχή, ο λεγόμενος Δημόσιος τομέας, δηλαδή ο κρατικός μηχανισμός και η κρατική γραφειοκρατία δεν είναι κοινά, δεν ανήκουν σε όλους τους κατοίκους, είναι προσβάσιμα μόνο στους κομματικούς οπαδούς και ψηφοφόρους.  Επί πλέον οι γραφειοκράτες του λεγόμενου δημοσίου τομέα δεν εκφράζουν το κοινό αγαθό. Επίσης ο δημόσιος χώρος της πληροφόρησης δεν είναι κοινός, αλλά κτήμα των κυβερνητικών, των κομματικών και των ιδιωτικών ΜΜΕ. Το res communis υπάρχει μόνο στη δημοκρατία, όπως θα δούμε πιο κάτω.
            2.  Γράφει επίσης ο Κ. Δ. πως «η θεωρία της δημοκρατίας ξεκινάει με το έργο του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ Κοινωνικό Συμβόλαιο». Το σωστό είναι ότι αυτή ξεκινάει με τον Ρουσσώ στη νεωτερικότητα, διότι η θεωρία της δημοκρατίας ουσιαστικά ξεκινάει στην αρχαία Ελλάδα με τον Πρωταγόρα και στοιχεία της υπάρχουν στον Ηρόδοτο, στον Δημόκριτο, στον Θουκυδίδη (ιδίως στον Επιτάφιο), και στα Πολιτικά του Αριστοτέλη.[1]  Το σημαντικό ασφαλώς δεν είναι τόσο η θεωρία όσο η ίδια η ύπαρξη της δημοκρατίας, η οποία δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στις αρχαίες ελληνικές πόλεις και ιδίως στην Αθήνα. Η δημοκρατική πράξις ήταν το καθοριστικό συμβάν στην ιστορία της ανθρωπότητας: οι θεσμοί, οι νόμοι, οι διαδικασίες, η πρακτική, η δημόσια σφαίρα, ο δημοκρατικός πολιτικός βίος με τις νέες κοινωνικές και πολιτικές σημασίες, όπως τις ανέδειξαν πολλοί στοχαστές και κυρίως ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Χωρίς την δημοκρατική πρακτική δεν θα υπήρχε ούτε δημοκρατική θεωρία ούτε ενδιαφέρον στους μεταγενέστερους για απελευθέρωση από τα δεσμά της απολυταρχίας, του αυταρχισμού και της θεοκρατίας, για δικαιοσύνη, ελευθερία και ισότητα.
            3. République στον Rousseau δεν σημαίνει αναγκαστικά δημοκρατία ή άμεση δημοκρατία, όπως γράφει ο Κ. Δ. Σημαίνει γενικώς έννομη πολιτεία, όπως δηλώνεται σαφώς στο Κοινωνικό Συμβόλαιο: «Αποκαλώ, λοιπόν, république κάθε κράτος που κυβερνάται από νόμους, οποιαδήποτε μορφή κυβέρνησης και άν έχει: μόνο τότε κυβερνά το δημόσιο συμφέρον και υπάρχει πραγματικά η κοινή πολιτεία. Κάθε νόμιμη μορφή κυβέρνησης είναι républicain(e). Με αυτή τη λέξη δεν εννοώ μόνο μία αριστοκρατία ή μία δημοκρατία, αλλά γενικά κάθε κυβέρνηση που καθοδηγείται από τη γενική βούληση, που είναι ο νόμος».[2] 
            Από την άλλη, ο Rousseau είναι σαφής για τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα της αντιπροσώπευσης, διότι αυτή αφαιρεί την δύναμη από τον λαό και την αναθέτει στους ολίγους αντιπροσώπους. Είναι σαφής επίσης ότι το δημοκρατικό πολίτευμα (Démocratie), είναι αντίθετο στην αντιπροσώπευση, αφού η ευθύνη της κυβέρνησης σε αυτό ανήκει σε όλον τον λαό και ότι η γενική βούληση που σχηματίζεται στη λαϊκή συνέλευση δεν μπορεί να αντιπροσωπευθεί. «Η κυριαρχία δεν μπορεί να αντιπροσωπευθεί για τον ίδιο λόγο που δεν γίνεται να απαλλοτριωθεί». Ο Rousseau γράφει επίσης ότι «επειδή ο νόμος είναι η διακήρυξη της γενικής βούλησης, είναι σαφές ότι στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας ο λαός δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται».  Οι δε βουλευτές δεν είναι αντιπρόσωποι του λαού, αλλά επίτροποί του και δεν μπορούν να αποφασίσουν τίποτα οριστικά.[3] Φυσικά ο όρος «δημοκρατία» στον Ρουσσώ σημαίνει αυτό που λέμε σήμερα άμεση δημοκρατία.
            Έτσι République, από την νεοτερικότητα μέχρι και σήμερα, δεν σημαίνει ότι η «εξουσία ασκείται αμεσοδημοκρατικά», όπως γράφει ο βουλευτής της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά σημαίνει το μη μοναρχικό πολίτευμα, το αντιπροσωπευτικό, στο οποίο η εξουσία ασκείται από τον πολύ μικρό αριθμό αντιπροσώπων που εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία από τις κομματικές λίστες και συνιστούν ολιγαρχική μειοψηφία.
            Ενώ στην (άμεση) δημοκρατία η εξουσία ασκείται από όλους τους πολίτες, οι οποίοι  συμμετέχουν άμεσα, αυτοπροσώπως, στη θέσπιση των νόμων, στη λήψη όλων των σημαντικών αποφάσεων και στον ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας – δεν αναθέτουν την εξουσία με εκλογές σε αντιπροσώπους. Η εξουσία δεν ανήκει σε κάποιο ιδιαίτερο σώμα χωριστό από το σύνολο των πολιτών, σε ένα πρόσωπο, σε ένα κόμμα, στους ολίγους, αλλά σε όλους τους πολίτες. Με αυτήν την έννοια η εξουσία είναι res communis και είναι μόνο στήν δημοκρατία.   
            4.  Μιας και ο λόγος περί Rousseau, να σημειωθεί πως αυτό με το οποίο άρχιζε τις παραδόσεις του Κ. Δ., («οι πολίτες είναι ‘’κυρίαρχοι’’ μόνο τα λίγα δευτερόλεπτα κάθε πέντε χρόνια που χρειάζονται για να  βάλουν τον σταυρό στο ψηφοδέλτιο») είναι παραλλαγή χωρίου του Rousseau, στο οποίο καυτηριάζεται ακριβώς η πολιτική αλλοτρίωση και ετερονομία που επιφέρει η αντιπροσώπευση, δηλαδή η ανάθεση της εξουσίας σε άλλους, σε ετέρους. Ο Rousseau γράφει: «Ο αγγλικός λαός νομίζει ότι είναι ελεύθερος. απατάται οικτρά. είναι ελεύθερος μόνο κατά τη διάρκεια της εκλογής των μελών του κοινοβουλίου. μόλις εκλεγούν, είναι δούλος, δεν είναι τίποτα».[4] Φυσικά αυτό που γράφει ο Ρουσσώ ισχύει και για τα σημερινά κοινοβούλια, άρα και για το ελληνικό, μέλος του οποίου είναι ο Κ. Δ. Με άλλα λόγια, ο Κ.Δ. είναι συνυπεύθυνος για την κατάσταση πολιτικής δουλείας αφού την επικυρώνει με τα γραπτά του, με την παρουσία του και τη δράση του ως αντιπρόσωπος.  Αλλά αυτό είναι το χαρακτηριστικό της ιδεολογίας: επιτρέπει να γράφεις και να μιλάς αριστερά και να πράττεις δεξιά ή κεντρώα.   να μιλάς για δημοκρατία και να υποστηρίζεις με την θεωρία και την πράξη σου την ολιγαρχία.   
            5. Μία άλλη έννοια που διαστρεβλώνεται από τον Κ. Δ. είναι η «δημοκρατική αυτονομία». Αυτονομία σημαίνει, όπως το αναλύει ο στοχαστής της αυτονομίας Κορνήλιος Καστοριάδης, ότι τα άτομα δίνουν αυτά τα ίδια τον νόμο στον εαυτό τους - και όχι μέσω αντιπροσώπων, όπως γράφει ο Κ. Δουζίνας. Η αυτονομία δεν είναι δυνατή δίχως ένα καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, της οποίας οι πολίτες είναι πολιτικά ίσοι, δηλαδή συμμετέχουν όλοι άμεσα στην άσκηση της εξουσίας υπό όλες τις μορφές της. Αυτή η πολιτική ισότητα δεν υπάρχει στα σημερινά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα, στα οποία τα άτομα είναι μόνον «ηθικά και νομικά ίσα». Σε αυτά υπάρχει δηλαδή πολιτική ανισότητα, η οποία εξασφαλίζεται από το κανονιστικό θεμέλιο του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος που  είναι η ετερονομία, με την έννοια ότι τους νόμους δεν τους θεσπίζουν τα ίδια τα άτομα, αλλά κάποιοι άλλοι (έτεροι), οι ολίγοι αντιπρόσωποι, ενώ τα άτομα, έχοντας αποδεχθεί την παραχώρηση της εξουσίας στους αντιπροσώπους, εφαρμόζουν πιστά τους νόμους που δεν ψήφισαν οι ίδιοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η κυβέρνηση της Αριστεράς, που κάνει ό,τι ακριβώς έκαναν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις της Δεξιάς και του Κέντρου: ψηφίζει νόμους μνημονιακούς, οι οποίοι εφαρμόζονται καταναγκαστικά στην κοινωνία, χωρίς τα άτομα να ερωτηθούν ή να συμμετέχουν στη διαμόρφωση και την ψήφισή τους. Σε αυτή την ετερονομία είναι συνυπεύθυνος και ο ίδιος ο Κ.Δ. ως μέλος της κυβερνητικής παράταξης και του αστικού κοινοβουλίου.
            6. Η ίδια αριστερή ιδεολογία μιλάει και σε αυτά που λέει ο Κ.Δ. για την «μεταδημοκρατική συνθήκη». Για να υπάρξει «μεταδημοκρατική συνθήκη» θα πρέπει να έχει υπάρξει πριν η δημοκρατία. Όμως  τέτοια δεν υπήρξε, διότι το αντιπροσωπευτικό σύστημα ποτέ δεν ήταν δημοκρατικό, αλλά ξεκίνησε και παρέμεινε σε όλη την ιστορία του ολιγαρχικό. Ο όρος λοιπόν «μετα-δημοκρατική συνθήκη» είναι εσφαλμένος και παραπλανητικός, πρόκειται για «μετα-αντιπροσωπευτική συνθήκη». Κατά συνέπεια, η παρουσία του Κ.Δ. στο ελληνικό κοινοβούλιο αποτελεί επικύρωση της «μετα-αντιπροσωπευτικής συνθήκης» στην οποία κατ’ εξοχήν συμμετέχει το ελληνικό σύστημα και η κυβέρνηση Αριστεράς-εθνικιστικής Δεξιάς. Πάλι εδώ συναντάμε το φαινόμενο της ιδεολογίας: ο Κ.Δ. αναλύει ή καταγγέλει τη «μετα-αντιπροσωπευτική συνθήκη», αλλά την εξυπηρετεί και ταυτόχρονα επωφελείται από τα προνόμια που αυτή του παρέχει.
            7. Διαβάζοντας κάποιος αυτά που γράφει ο Κ. Δ. θα νόμιζε ότι ζούμε σε δημοκρατία, έστω στην «απισχνασμένη δημοκρατία μας»,  όπως ο ίδιος γράφει, πράγμα που δεν ισχύει βέβαια, διότι όπως είπαμε το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα είναι ολιγαρχικό. Επί πλέον θα πίστευε αυτά που γράφει ο Κ. Δ., ότι αυτό το αντιπροσωπευτικό σύστημα έρχεται η «συμμετοχική» και η «διαβουλευτική» θεωρία να το εφοδιάσει με «θεσμούς άμεσης δημοκρατίας», οι οποίοι κατά τον Κ.Δ. είναι: δημοψηφίσματα, δυνατότητα ανάκλησης βουλευτών, λαϊκή απόρριψη νόμων, κοινωνική οικονομία, αυτοδιοικητικές λαϊκές συνελεύσεις σε συνοικίες και γειτονιές. Κάποιες διευκρινίσεις για τα λεγόμενα του Κ.Δ. είναι απαραίτητες.
            Κατ΄αρχάς αυτές οι νέες προτάσεις ήλθαν στην επιφάνεια με τα κινήματα του κοινωνικού πλήθους στις πλατείες το 2011 και στη συνέχεια διάφοροι αριστεροί διανοούμενοι τις επανέλαβαν για ποικίλους λόγους, κυρίως για να τις σφετερισθούν, να τις χρησιμοποιήσουν με τον δικό τους τρόπο, να τις εντάξουν στον αποδυναμωμένο ιδεολογικό τους λόγο, να συγκροτήσουν ένα  ανανεωμένο (update) αφήγημα για να προσελκύσουν οπαδούς και ψηφοφόρους. Όμως τα Αριστερά κόμματα δεν τις ενστερνίσθηκαν ουσιαστικά. Ακόμα και όταν αυτά αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να μιλήσουν την νέα ορολογία μοιάζουν αστεία ή καταλήγουν σε επικίνδυνα μονοπάτια, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, με το λεγόμενο δημοψήφισμα τον Ιούλιο 2015, όταν το ευτέλισε διπλώς: τόσο με τον αιφνιδιαστικό τυχοδιωκτικό τρόπο προκήρυξής του όσο και με την μετατροπή εν μια νυκτί του ΟΧΙ σε ΝΑΙ.[5]
            Από την άλλη, αυτά που από τον Κ. Δ. ονομάζονται ευκόλως «θεσμοί άμεσης δημοκρατίας» (δημοψηφίσματα, κοινωνική οικονομία κ.ο.κ.) δεν είναι στοιχεία της άμεσης δημοκρατίας, αλλά θεσμοί που θα μπορούσαν κάλλιστα να ενσωματωθούν στο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, όπως έχει ενσωματωθεί το δημοψήφισμα σε άλλα πολιτεύματα και ιδίως στο ελβετικό πολίτευμα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η Ελβετία έχει άμεση δημοκρατία, όπως θεωρείται από μερικούς. Η άμεση δημοκρατία δεν είναι κάποιοι δευτερεύοντες θεσμοί που εισάγει ένας πολιτικός ή ένα κόμμα στο αντιπροσωπευτικό ολιγαρχικό σύστημα.  είναι ένα αυτόνομο σύνολο θεσμών και διαδικασιών, είναι ταυτοχρόνως πρόταγμα, πολίτευμα, κοινωνία, θεσμοί, διαδικασίες και έτσι δεν έχει καμία σχέση με το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα. Οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας υπάρχουν μόνο στο πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας και σε κανένα άλλο πολίτευμα. Όπως και οι θεσμοί της ολιγαρχίας και της αντιπροσώπευσης υπάρχουν μόνο στο ολιγαρχικό και αντιπροσωπευτικό πολίτευμα. Εισαγωγή πραγματικών θεσμών άμεσης δημοκρατίας (λ.χ. λαϊκές συνελεύσεις με ουσιαστικές αρμοδιότητες, κλήρωση εκτελεστικών οργάνων, δικαστήρια πολιτών, διαφάνεια των πράξεων της εξουσίας σε ένα πραγματικά δημόσιο κοινό χώρο, ενδελεχής έλεγχος των ασκούντων εξουσία, ανακλητότητα κ.ά) θα σήμαινε αλλοίωση του αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα του σημερινού πολιτεύματος, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να προέλθει από άνευρες συνταγματικές αναθεωρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ και των διανοουμένων του,[6] αλλά από ένα αυτόνομο κοινωνικό πολιτικό κίνημα.[7] 
            Οι αρχαίοι διέκριναν σαφώς τα πολιτεύματα μεταξύ τους, ενώ οι σύγχρονοι τα συγχέουν, είτε λόγω κομματικών και ιδεολογικών σκοπιμοτήτων είτε από άγνοια. Πάντως είναι παράδοξο και αδύνατο να συνυπάρχουν «θεσμοί άμεσης δημοκρατίας» και ολιγαρχίας. Ο πρώτος φιλόσοφος που αποπειράθηκε στο δεύτερο ήμισυ του 4ου αι. π.Χ. να κάνει αυτή τη μίξη στη θεωρία απέτυχε παταγωδώς. Απέτυχε με την έννοια ότι το «μεικτό» πολίτευμα που κατασκεύασε στη θεωρία δεν ήταν, ταυτοχρόνως δημοκρατία και ολιγαρχία,  όπως το θέλησε, αλλά απλώς ολιγαρχία.[8] Έδωσε όμως τη θεωρητική βάση για να δικαιολογηθεί μετέπειτα το οποιοδήποτε ολιγαρχικό πολίτευμα, ακόμα και το σημερινό αντιπροσωπευτικό. Έδωσε το άλλοθι του «μεικτού» πολιτεύματος στους υποστηρικτές των ολιγαρχιών, όπως ο Πολύβιος,  Θωμάς Ακινάτης και οι σύγχρονοι διανοούμενοι της Αριστεράς. Ουσιαστικά αυτό που κάνει ο βουλευτής της μνημονιακής Αριστεράς με την εσφαλμένη ορολογία (εισαγωγή «θεσμών άμεσης δημοκρατίας» στο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα), είναι αφ’ ενός η δημιουργία συγχύσεων και αφ’ ετέρου η απολογία και ο εξωραϊσμός του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος. είναι ιδεολογική κατασκευή στην υπηρεσία του συστήματος, κάτι σαν Demokratia ancilla rei publicae.
            Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να θεσπισθούν τέτοιες αλλαγές, που θα επιτρέπουν έναν άλλος τρόπο συμμετοχής, παρά απλώς ότι αυτές δεν είναι «θεσμοί άμεσης δημοκρατίας», αλλά θεσμοί αρωγής, ανανέωσης ή εμπλουτισμού του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, θεσμοί κάποιου είδους συμμετοχής των ατόμων, οι οποίοι θα απαλύνουν τη σημερινή αυχμηρή κατάσταση της παντελούς απουσίας της κοινωνίας από τον πολιτικό βίο. Στην πραγματικότητα όμως αυτό που διαπιστώνουμε είναι η δυσκολία και η άρνηση να γίνουν αυτές οι αλλαγές στα αντιπροσωπευτικά καθεστώτα. Η πραγματοποίησή τους στο μέλλον θα εξαρτηθεί από τη βούληση και τον αγώνα της κοινωνίας.  
            8. Συνεπώς, αυτό που λέει ο Κ.Δ., ότι «η άμεση δημοκρατία επιστρέφει και μπολιάζει με νέα δυναμική την απισχνασμένη δημοκρατία μας», δεν ισχύει Από πού, άραγε, επιστρέφει η άμεση δημοκρατία; Μήπως από την αρχαία Αθήνα; Ακόμη και μεταφορικά είναι αδόκιμη η έκφραση. Το σωστό είναι ότι ξεκίνησε η συζήτηση για την άμεση δημοκρατία, ξεκίνησε όμως από τις κινητοποιήσεις του κοινωνικού πλήθους, από χώρους και πρόσωπα εκτός της κομματικής, συστημικής ή αντισυστημικής» Αριστεράς. Δεν ξεκίνησε ούτε από τους  αριστερούς οργανικούς διανοούμενους. Επί πλέον, ξεκίνησε όχι για να εξωραΐσει το ολιγαρχικό αντιπροσωπευτικό σύστημα αλλά ως μία άλλη εναλλακτική συνολική πρόταση διακυβέρνησης και ριζικής αλλαγής των θεσμών. Όχι ως αλλαγή κυβέρνησης, ως εναλλαγή κομμάτων στην κυβέρνηση. Τη συζήτηση όμως αυτή ο διανοούμενος του ΣΥΡΙΖΑ δεν την βοηθά, αλλά αντιθέτως την εμποδίζει και την ξεστρατίζει με τις παραποιήσεις και συγχύσεις που διαδίδει. Η Αριστερά επίσης εμποδίζει τη συζήτηση αυτή, διότι η δημοκρατία τής είναι «ξένη φορτική».[9]
            Η δημοκρατία δεν είναι κάτι που εμφανίζεται από το πουθενά ή από θεωρίες κάποιων αριστερών διανοουμένων, αλλά είναι πολιτική και κοινωνική σημασία, οφείλεται στον αγώνα του κοινωνικού πλήθους και στρέφεται κατά της αντιπροσώπευσης, της γραφειοκρατίας και των κομμάτων, των αριστερών συμπεριλαμβανομένων. Άμεση δημοκρατία σημαίνει πρωτίστως δύο θεσμούς: πρώτον, συνελεύσεις πολιτών με τις οποίες ασκείται η νομοθετική και η κυβερνητική εξουσία και δεύτερον, κλήρωση με την οποία ασκείται η δικαστική και εκτελεστική εξουσία. Αυτά ανέδειξε η ιστορική πραγματικότητα, αυτά κατέγραψαν οι ιστορικοί και αυτά ανέλυσαν οι φιλόσοφοι, επικροτώντας τα ή επικρίνοντάς τα. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν και οι αιρετοί άρχοντες για τα ανώτατα και τα πιο σπουδαία αξιώματα (στρατηγοί, ταμίαι), οι οποίοι εκλέγονταν για  συγκεκριμένα καθήκοντα του τομέα τους ως εκτελεστικά όργανα. δεν κυβερνούσαν ούτε ελάμβαναν αποφάσεις ούτε νομοθετούσαν αντί των πολιτών ως αντιπρόσωποι ή εκπρόσωποι. Πάντως όλοι οι άρχοντες αιρετοί και κληρωτοί υφίσταντο τον διαρκή και ουσιαστικό έλεγχο του δήμου, με αστικές και ποινικές κυρώσεις. Όλα αυτά πόρω απέχουν από τα σημερινά πολιτεύματα, τα οποία ο Κ.Δ. θεωρεί ότι είναι δημοκρατίες - αντιπροσωπευτικές, έμμεσες, κοινοβουλευτικές, αστικές κ.λπ.
            9. Έτσι λοιπόν η αρχαία Αθήνα δεν είχε κόμματα με τη σημερινή αποφασιστική εξουσία, όπως στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα, ούτε εκλογές με τη σημερινή έννοια ούτε αντιπροσώπους. Συνεπώς αυτό που λέει ο Κ. Δ. ότι η απλή αναλογική «επιστρέφει την πολιτική στον πολίτη και φέρνει τη δημοκρατία πιο κοντά στην αρχαία Αθήνα» είναι απολύτως ανακριβές και παραποιεί  τις έννοιες ταυτοχρόνως του πολίτη, της πολιτικής και της δημοκρατίας. Ας δούμε με τη σειρά τις έννοιες αυτές. Πρώτον, στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα δεν  υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι – οι πολίτες στη δημοκρατία συμμετέχουν στην εξουσία άμεσα αυτοπροσώπως, δεν εκλέγουν αντιπροσώπους και δεν εκτελούν αποφάσεις και νόμους στους οποίους δεν έχουν οι ίδιοι συμμετάσχει. Δεύτερον, δεν υπάρχει επίσης στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα πολιτική, διότι αυτή είναι αδιανόητη δίχως πολίτες – αυτή είναι η πρωταρχική και δημοκρατική έννοια της πολιτικής: παράγεται από πολίτες και όχι από επαγγελματίες του πολιτικού και αντιπροσώπους, ούτε από κόμματα και γραφειοκρατίες. Τρίτον, η δημοκρατία δεν στηρίζεται στις εκλογές, όπως αναφέρθηκε ήδη, οι οποίες είναι χαρακτηριστικό των ολιγαρχικών και αριστοκρατικών καθεστώτων. Αυτό το ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως λ.χ. οι φιλόσοφοι Πλάτων και Αριστοτέλης, αλλά και οι νεώτεροι στοχαστές, Σπινόζα, Χομπς, Μοντεσκιέ, Ρουσσώ.
            Έτσι, η απλή αναλογική στα σημερινά πολιτεύματα δεν έχει καμία σχέση με την (άμεση) δημοκρατία, ούτε τα φέρνει «πιο κοντά στην αρχαία Αθήνα», όπως γράφει ο Κ. Δ. Σημαίνει απλώς πως καθιστά αναλογικώτερη την κατανομή εδρών και επιτρέπει στα μικρά κόμματα να έχουν έδρες αντίστοιχες του εκλογικού τους ποσοστού και όχι λεηλετημένες από τα μεγάλα κόμματα με το πλειοψηφικό σύστημα και με μπόνους 50 ή 20 εδρών στο πρώτο κόμμα.  
            Συμπερασματικά, οι διαστρεβλώσεις σε βασικές έννοιες της πολιτικής και της φιλοσοφίας που υπάρχουν  στο άρθρο του Κ.Δ.  δημιουργούν πολλές συγχύσεις.
            10. Υπάρχουν όμως και άλλα κείμενα του Κ.Δ. που κινούνται στο ίδιο πλαίσιο. Επιχειρούν λ.χ. να αναστήσουν νεκρές έννοιες, όπως «δημοκρατικός σοσιαλισμός» ή «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα», που δεν εκφράζουν πια τίποτε ουσιαστικό. Παραμένουν όμως ως «στρατηγικός στόχος» του ΣΥΡΙΖΑ. Προσπαθούν, επίσης, τα κείμενα του Κ.Δ., να οικειοποιηθούν όρους που ήλθαν στο προσκήνιο με το κίνημα των πλατειών ή κατασκευάζουν άλλους, με σκοπό να θολώσουν τα νερά, όπως τα θόλωναν μέχρι το Ιούνιο του 2015. Μιλάνε για «ισοδημοκρατία», «ισοελευθερία», για «μορφές άμεσης δημοκρατίας», «αμεσοδημοκρατικές πρωτοβουλίες» ή «αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες». Οι όροι αυτοί αποσπασμένοι από ένα γενικό δημοκρατικό πρόταγμα παραμένουν μετέωροι και αποστεωμένοι, άρα προβληματικοί και προσθέτουν περισσότερη σύγχυση στην ήδη υπάρχουσα, όπως ήδη εξήγησα.
                Σε ένα άρθρο του ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ έγραφε για τις κινητοποιήσεις των πλατειών το 2011: «Στην Ελλάδα η μεταμόρφωση του πλήθους των πλατειών σε λαό που υποστηρίζει την Αριστερά έχει δημιουργήσει τις συνθήκες ριζικής αλλαγής».[10] Φυσικά οι Συνελεύσεις των πλατειών και ιδιαιτέρως της πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα δεν ψήφισαν ποτέ υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ ή της Αριστεράς γενικώτερα. Αντιθέτως είχαν μεγάλη καχυποψία και άρνηση απέναντι σε όλα τα κόμματα, των αριστερών συμπεριλαμβανομένων, προτάσσοντας την αυτενέργεια του πλήθους, την κυριαρχία της Λαϊκής Συνέλευσης και την αμεσότητα της δράσης χωρίς ανάθεση και διαμεσολαβήσεις. Να σημειωθεί πως ο Κ.Δ. δεν είχε κανέναν υπαινιγμό στο κείμενό του για το κύριο πρόταγμα της πλατείας, την άμεση δημοκρατία.
            Κατά τον διανοούμενο λοιπόν της Αριστεράς, το κίνημα των πλατειών έγινε «λαός» (!) για να αντιπροσωπευθεί από την Αριστερά (!)  Έγινε για να υποστηριχθεί η Αριστερά, η οποία θα φέρει τη «ριζική αλλαγή»(!) Ποιά είναι αυτή η αλλαγή, δεν διευκρινίζεται. Μήπως η προβληματική «αντιμνημονιακή» αριστερή διακυβέρνηση, η οποία μετά τους ανερμάτιστους έξι πρώτους μήνες του 2015 έκανε στροφή 180 μοιρών και υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο; Μήπως το αιφνιδιαστικό δημοψήφισμα και ο ευτελισμός του τον Ιούλιο του 2015; Ή το ακυρωθέν σκίσιμο των μνημονίων και ο ματαιωθείς χορός των αγορών υπό τους ρυθμούς νταουλιών; Ή το μετριοπαθές πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του 2014 που ο ΣΥΡΙΖΑ το έκανε ουτοπικό; Μήπως η αναβληθείσα κάθαρση και η καταδίκη των υπευθύνων της χρεοκοπίας; Μήπως το ανέφικτο νεφελώδες όραμα της Αριστεράς για τον «σοσιαλισμό»; Φυσικά όπως φάνηκε εκ των υστέρων δεν υπήρξε καμία «ριζική αλλαγή», αλλά η ιδια πεπατημένη όπως και με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. [11]
            Ταυτοχρόνως όμως δεν υπήρξε καμία αυτοκριτική εκ μέρους του Κ. Δ. για τις εσφαλμένες θέσεις του περί «ριζικής αλλαγής» και άλλων τινών. Εδώ εκδηλώνονται τα μόνιμα χαρακτηριστικά των αριστερών διανοουμένων, η γενικολογία, η διαστρέβλωση των γεγονότων και η εκμετάλλευσή τους για κομματικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες, συνοδευόμενα από ανευθυνότητα, από έλλειψη αυτοκριτικής και ηθικής ευαισθησίας.
***
            Ο Κ. Δουζίνας μιλάει την αριστερή γλώσσα της ιδεολογίας ή μάλλον η αριστερή γλώσσα της ιδεολογίας μιλάει μέσω αυτού (για να σεβασθούμε τις γλωσσικές αναφορές του στον Βιτγκενστάιν και στον Χάιντεγκερ). Η ιδεολογία εννοείται εδώ ως ψευδής συνείδηση. Αυτά που γράφει εξυπηρετούν έναν και μόνον σκοπό, την κυβερνησιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ και όχι την αυτονομία. Αυτός ο ιδεολογικός τρόπος γραφής ανήκει σε μία αποτυχημένη και παρωχημένη Αριστερά, σε μία Αριστερά που έχει χάσει τον δρόμο της και την ταυτότητά της και ψάχνει εναγωνίως ένα άλλο πρόσωπο. Στην προσπάθεια της αυτή αναμειγνύει διάφορες ιδέες και προτάσεις που αναδεικνύουν τα κοινωνικά κινήματα και αποπειράται να σφετερισθεί πρακτικές που τής είναι ξένες. Έτσι προκύπτει ένας ιδεολογικός αχταρμάς, που περιέχει κάτι από Μαρξ και Αλτουσέρ, ολίγον Μπαντιού ή Ζίζεκ, με επιλεκτικές ανώδυνες αναφορές στην Άρεντ και στον Καστοριάδη. Ο σκοπός του ιδεολογικού χυλού είναι να εξωραΐσει τόσο τους αριστερούς διανοουμένους και την ίδια την Αριστερά όσο και το αντιπροσωπευτικό σύστημα το οποίο αυτή υπηρετεί.  
             Από ότι φαίνεται μέχρι τώρα, ο ρόλος του Κ.Δ. ήταν να προετοιμάσει τον δρόμο για την άνοδο της Αριστεράς στην κυβέρνηση και μετά την επίτευξη αυτού του στόχου να καταστήσει τον κόσμο υποστηρικτή της, παρόλες τις ανακολουθίες, διαψεύσεις, ανευθυνότητες, τυχοδιωκτισμούς. Είναι ο ρόλος του οργανικού διανοουμένου και φυσικά ανταμείφθηκε γι’ αυτόν. Ρόλος πολύ παλιός από τότε που οι διανοούμενοι ανακάλυψαν τον δρόμο των Συρακουσών και έθεσαν τον εαυτό τους στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας: Philosophia ancilla imperii. Όμως ο ρόλος της σκέψης και της φιλοσοφίας δεν είναι να διαδίδει συγχύσεις και ιδεολογία, υπηρετώντας ακρίτως και δουλικώς την εξουσία. είναι να διαυγάσει τις έννοιες ή να δημιουργήσει άλλες καινούργιες, να ασκήσει κριτική στην εξουσία, να αμφισβητήσει τα καθιερωμένα, να βοηθήσει στην κατανόηση των πραγμάτων, για ουσιαστική ελευθερία, ισότητα και αυτονομία.        



[1] Βλ. αναλυτικά Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, Αθήνα 2007.
[2] Rousseau, Κοινωνικό Συμβόλαιο ΙΙ 6.
[3] Τα χωρία αυτά είναι από Rousseau, Κοινωνικό Συμβόλαιο ΙΙΙ 15.
[4] Να σημειωθεί πως ο Rousseau αναφέρεται στον αγγλικό λαό διότι μόνο στην Αγγλία υπήρχε κοινοβουλευτικό καθεστώς και εκλογές τότε που έγραφε ο Rousseau, δηλαδή τον 18ο αιώνα. Στο ίδιο πνεύμα ο Κορνήλιος Καστοριάδης γράφει: «Από την στιγμή κατά την οποία αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά».   
[5] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ και οι συγχύσεις περί δημοψηφίσματος», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 4 Ιουλίου 2015 (σάιτ). Γ. Ν. Οικονόμου, «Το χρονικό μίας προαναγγελθείσης αποτυχίας», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 28 Ιουλίου 2015. Τα δύο κείμενα υπάρχουν   και στο oikonomouyorgos.blogspot.com. 
[6] Δεν είναι καν ικανοί να επιχειρήσουν τον χωρισμό κράτους και εκκλησίας, που είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας. Άλλωστε τα άρθρα 1 και 110 του ισχύοντος Συντάγματος καθορίζουν την μορφή και την ουσία του υπάρχοντος πολιτεύματος και χωρίς την κατάργησή τους δεν δύναται να προέλθει ουσιαστική πολιτειακή αλλαγή. Όμως τα άρθρα αυτά δεν τα θέτει σε αναθεώρηση ο ΣΥΡΙΖΑ και οι διανοούμενοί του, επειδή έχουν ίσως το επιχείρημα ότι αυτά τα άρθρα αυτοπροστατεύονται από κάθε αναθεώρηση. Τότε όμως θα πρέπει να σταματήσει η κατά κόρον εσφαλμένη χρήση του όρου «άμεση δημοκρατία» από τους διανοουμένους του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, διότι δύο τινά συμβαίνουν: είτε αυτοί απατούν είτε απατώνται.
[7] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία,. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, Αθήνα 2014, σ. 223 κ.ε.. 
[8] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Η αριστοτελική πολιτεία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2008, σ. 113 κ.ε.  
[9] Βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, «Τα αδιέξοδα του ΣΥΡΙΖΑ», The BooksJournal, Νοέμβριος 2012. Και Γ.Ν. Οικονόμου, «Το τέλος της Αριστεράς και η αρχή του δημοκρατικού κινήματος», Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, Αθήνα 2014,
[10] Η Αυγή, 9. 2. 2014, σ. 30.
[11]  Για να μη νομισθεί πως κρίνουμε εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς παραπέμπουμε στο κείμενο Γ. Ν. Οικονόμου, «Τα αδιέξοδα του ΣΥΡΙΖΑ», The BooksJournal, τχ. 25, Νοέμβριος 2012. Διαθέσιμο στο oikonomouyorgos.blogspot.com.