Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΑΝΑΓΚΗΣ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 8 Ιανουαρίου 2014]
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΑΝΑΓΚΗΣ

Η χώρα ζει από το 2010 σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που έχει επιβληθεί από το εγχώριο οικονομικό-μιντιακό-δικαστικό-πολιτικό σύστημα. Φυσικά η κατάσταση αυτή δεν είναι εξαίρεση στη νεοελληνική ιστορία, αλλά ο κανόνας. Πράγματι, είτε υπό τη μοναρχία είτε χωρίς αυτήν, η αυθαιρεσία της εξουσίας  ήταν διαρκές γνώρισμα του νεοελληνικού πολιτικού βίου. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν το πραξικόπημα του 1909, η κατάσταση πριν και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή (1922),  το πραξικόπημα Πλαστήρα-Γονατά, το Ιδιώνυμο του Ελ. Βενιζέλου (1929), ο εμφύλιος 1944-45 και 1946-49, το ανώμαλο μετεμφυλιακό καθεστώς μέχρι το 1967 (ΑΝ 509/1947), και επί πλέον οι δικτατορίες του Γ. Κονδύλη, του Θ. Πάγκαλου, του Ι. Μεταξά (1936-41) και των συνταγματαρχών (1967-1974). 
Δεν θα ήταν υπερβολή εάν κάποιος ισχυριζόταν ότι οι καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης και οι δικτατορίες έχουν γίνει περιοδικό νεοελληνικό φαινόμενο και ότι μάλλον η κοινωνία έχει εθισθεί σε αυτό. Τελευταίες ανησυχητικές ένδείξεις είναι η επαναφορά από το 2010 σε ένα μέρος του κοινωνικού σώματος των απόψεων υπέρ της δικτατορίας, η απήχηση των εθνικιστικών και αυταρχικών αντιλήψεων και κυρίως το σχετικά υψηλό εκλογικό ποσοστό που συγκέντρωσαν οι νεοναζιστές, το οποίο αυξάνουν δημοσκοπικώς ακόμη και μετά την απεχθή δολοφονία του Π. Φύσσα! 
Ενώ λοιπόν οι καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης και οι δικτατορίες, αποτελούν ένα ιδιάζον «κανονικό» χαρακτηριστικό της νεοελληνικής ιστορίας, ουδεμία σοβαρή συζήτηση ξεκίνησε στη Μεταπολίτευση μεταξύ των διανοουμένων, των νομικών και των συνταγματολόγων, πράγμα που δηλώνει την προσχώρησή τους είτε στο καθεστώς της ολιγαρχικής εξουσίας είτε στην αριστερή κομματική ιδεολογία. Στη δεύτερη περισσεύει η ιδεολογική πολεμική, ο μεσσιανικός σοσιαλισμός και ο καταγγελτικός λαϊκισμός, τα οποία δεν συνιστούν ασφαλώς σοβαρή συζήτηση και πολιτική αναζήτηση.
Αντιθέτως, η σχετική συζήτηση ξεκίνησε, ως συνήθως, σε  άλλες χώρες όπως με τον Ιταλό Τζιόρτζιο Αγκάμπεν από τη δεκαετία 1990. Η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης είναι για τον Αγκάμπεν το δεσπόζον παράδειγμα διακυβέρνησης στα σύγχρονα δυτικά κράτη και έχει ως ουσιώδες γνώρισμα τη σύγχυση μεταξύ των πράξεων της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας. Είναι δε από τη μία, χώρος κενός δικαίου και από την άλλη, καθεστώς δικαίου στο οποίο ο κανόνας εξακολουθεί να ισχύει αλλά δεν εφαρμόζεται (καθόσον δεν έχει ισχύ) και κυβερνητικές πράξεις που δεν έχουν αξία νόμου αποκτούν όμως την ισχύ νόμου. Είναι ταυτόσημη έτσι με ένα είδος ανομίας και προσομοιάζει με στρατόπεδο συγκέντρωσης. Οι διαπιστώσεις αυτές, απότοκες των προβληματικών απόψεων των Αντόρνο-Χορκχάιμερ («Διαλεκτική του Διαφωτισμού»), είναι μάλλον πολύ θεωρητικές και υπερβολικές για πολλές δυτικές χώρες,  ισχύουν όμως εν μέρει στη σημερινή χρεοκοπημένη Ελλάδα.
Η πραγμάτευση του θέματος από τον Αγκάμπεν γίνεται με θεσμούς και όρους της ρωμαϊκής πολιτείας, της res publica. Οι όροι του ρωμαϊκού δικαίου  με τους οποίους πραγματοποιεί την ανάλυσή του (senatus consultum ultimum, iustitium, tumultus, dictator, homo sacer) δηλώνουν τόσο την ρωμαϊκή καταγωγή των νεωτερικών αντιλήψεων, όσο και το ρωμαϊκό πλαίσιο εντός του οποίου σκέφτεται ο Αγκάμπεν και συνεπώς τα όριά του. Η res publica δεν υπήρξε ποτέ δημοκρατία. Από την αρχή έως την κατάλυσή της από τον Οκταβιανό Αύγουστο 31 π.Χ. ήταν ολιγαρχία. Από αυτήν κατάγονται τα σημερινά ολιγαρχικά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα, τα οποία οι δυτικοί λανθασμένα αποκαλούν δημοκρατίες, το ίδιο και ο Αγκάμπεν. 
Και εδώ ίσως έγκειται η αδυναμία του να απαντήσει πειστικά σε ορισμένα ερωτήματα που ο ίδιος θέτει: «για ποιον λόγο έχει ο νόμος εκ συστάσεως ανάγκη την ανομία;». «Γιατί η Δύση είναι αναγκασμένη να αναμετράται με αυτό το εσωτερικό νομικό κενό;». Τα ερωτήματα αυτά είναι  κατά βάση ρωμαϊκά και εγκλωβισμένα στο σύγχρονο αντιπροσωπευτικό φαντασιακό. Ο «νόμος» των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων δεν είναι δημοκρατικός, δεν είναι νόμος της κοινότητας, αλλά των ολίγων αντιπροσώπων που εκφράζουν το οικονομικό-πολιτικό πλέγμα συμφερόντων. Όταν η εξουσία κινδυνεύει και δεν δύναται να κυβερνήσει προς όφελος των ανώτερων τάξεων, υπό τον κίνδυνο των αντιδράσεων και εξεγέρσεων των κατώτερων θιγομένων στρωμάτων, επικαλείται λόγους τάξεως και ασφαλείας για την επιβολή καταστάσεως εκτάκτου ανάγκης και ανομίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάς στις περιόδους που ανέφερα στην αρχή, και ασφαλώς στη σημερινή χρεοκοπία, η οποία αντιμετωπίζεται με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που έχουν ισχύ νόμου, «καταργώντας» εκ παραλλήλου συνταγματικές διατάξεις και νόμους. Προϊούσης δε της αδυναμίας της εξουσίας να χειρισθεί τα τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, το σύστημα απεργάζεται περαιτέρω μέτρα «ανομίας», στο πλαίσιο των οποίων εντάσσεται και η «χρησιμοποίηση» των ταγμάτων εφόδου των νεοναζιστών.  Το ισχύον Σύνταγμα (άρθρο 48) άλλωστε δίνει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να κηρύξει τη χώρα σε «κατάσταση πολιορκίας».  
Μετά από τριάντα έξι έτη έχουν επανακάμψει τα φαντάσματα της αυταρχικής διακυβέρνησης. Θα μπορέσoυν τα καθημαγμένα κοινωνικά στρώματα να αντισταθούν; Απαραίτητος όρος είναι η απεξάρτησή τους από τον εθνικισμό, τα κόμματα και τις συντεχνιακές κρατικοδίαιτες συνδικαλιστικές ηγεσίες, έτσι ώστε να μπορέσουν να συγκροτήσουν αυτόνομο κοινωνικό και πολιτικό κίνημα.    
     

Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 10 Δεκεμβρίου 2013]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
oikonomouyorgos.blogspot.com

Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Η χρεοκοπία που διέρχεται η χώρα δεν είναι μόνο οικονομική και πολιτική αλλά πρωτίστως και κυρίως χρεοκοπία «ταυτότητας». Τα στοιχεία που συγκρότησαν τη νεοελληνική ταυτότητα ήταν κυρίως εθνικά και θρησκευτικά, με έμφαση στον Έλληνα και στον πιστό. Οι ιδέες και οι σημασίες στις οποίες στηρίχθηκε η ύπαρξη και η πορεία του νεοελληνικού μορφώματος ήταν: το «αναλλοίωτο» διαχρονικό έθνος, η «ανωτερότητα» της Ορθοδοξίας, η αυτοκρατορική δύναμη του χριστιανικού Βυζαντίου και η αίγλη της αρχαίας Ελλάδας.
Οι ιδέες αυτές προσέδωσαν μία επίπλαστη συλλογική ταυτότητα, μία ψευδαίσθηση του συνανήκειν, διότι ήταν νεκρά παρελθοντικά στοιχεία και ως εκ τούτου δεν μπόρεσαν να στοιχειοθετήσουν πραγματικά στηρίγματα για πορεία στον σύγχρονο κόσμο. Εφ’ όσον το «ένδοξο» παρελθόν θεωρείται δικαίωση, τότε συνεπάγεται αυτοϊκανοποίηση και επανάπαυση, άρα απουσία κάθε  προσπάθειας για αξιόλογη δημιουργία στο παρόν. Η «δικαίωση» μέσα από το παρελθόν είναι το άλλοθι για το μίζερο παρόν και το άθλιο μέλλον, το άλλοθι για τη διαρκή πολιτική παρακμή και πολιτισμική μιζέρια, τη στεγανοποίηση των σημασιών, την έλλειψη κριτικής αντιμετώπισης και αμφισβήτησης της παράδοσης. Κατασκευάζει δηλαδή περίφραξη της σημασίας, κλειστότητα του νοήματος και κυριάρχηση ιδεολογημάτων και ιδεοληψιών.
Έτσι, η νεοελληνική κοινωνία αποτελεί κλασική περίπτωση ετερόνομης κοινωνίας, εγκλωβισμένης στον «ναρκισσισμό της νωθρής ιδιαιτερότητας», κατά την έκφραση του φιλοσόφου Κώστα Αξελού. Με αποτέλεσμα τον επαρχιώτικο εγκλεισμό, την άρνηση ανοίγματος στον διαφωτισμό, την αδυναμία δημιουργίας μίας γνήσιας και σημαντικής κουλτούρας με θεσμούς και πολιτικές σημασίες δικαιωμάτων και ελευθεριών.
 Έτσι στάθηκε αδύνατο τα στοιχεία του παρελθόντος να ανοίξουν έναν δρόμο για κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις, με βάση κοινωνιοκεντρικά και πολιτικά  αιτήματα, υποστηριζόμενα από μία πολιτική δραστηριότητα για θεσμικές αλλαγές– δραστηριότητα που δεν έχει σχέση με κομματικές γραφειοκρατίες και ηγεσίες. Αντιθέτως, αυτά τα στοιχεία ταυτότητας έστρεψαν τα άτομα στον ατομικισμό και επέτρεψαν την παράκαμψη του νόμου αντί της αλλαγής του, δηλαδή τη φοροδιαφυγή, τη διαφθορά, το πελατειακό κράτος, την επικράτηση του οικογενειακού, κομματικού και συντεχνιακού συμφέροντος. με άλλα λόγια επέβαλαν την κατίσχυση του ιδίου συμφέροντος, την ιδιοτέλεια, την ιδιοποίηση του δημοσίου αγαθού, την ιδιώτευση, την αδιαφορία και την απάθεια για το κοινό αγαθό. Αυτό συνιστά περιστολή των δυνατοτήτων των ατόμων και της κοινωνίας σε κάτι περιορισμένο και μικρό, περιορισμό των οριζόντων και των οραμάτων σε έναν «ελάχιστο εαυτό» (με την ορολογία του  Cristopher Lash).
Από τέτοιες κοινωνίες λείπουν η ιστορική αντίληψη, η κοινωνική και πολιτική συνείδηση, η κριτική δύναμη και η αμφισβήτηση, που είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις  για τον συσχετισμό εννοιών και την αξιολόγηση απόψεων. Απουσιάζουν η φιλοσοφική σκέψη, η θέληση για κοινωνική συνύπαρξη, συνομιλία και σύμπραξη, για άνοιγμα οπτικής και προσπάθεια κατανόησης του άλλου, για συνδυασμό και σύνθεση διαφορετικών ή αντιθετικών απόψεων, για αλληλοσυμπλήρωσή τους. Απουσιάζει με άλλα λόγια η πολιτική κοινωνία, με αποτέλεσμα την κυριαρχία ενός ολιγαρχικού κομματοκρατικού πολιτεύματος, της οικογενειοκρατίας και ενός διεφθαρμένου πελατειακού συστήματος, όχι μόνο ανίκανων να λύσουν τα προβλήματα, αλλά ικανών να οδηγήσουν τη χώρα στην καταστροφή.
Οι επενδύσεις στο παρελθόν δεν μπορούν να δημιουργήσουν εικόνα του παρόντος και του μέλλοντος. Κατασκευάζουν άτομα χωρίς γνώση της ελευθερίας και ευαισθησία δικαιωμάτων, χωρίς αντιστικτική πληροφόρηση και έλλογη διαβούλευση, χωρίς την αίσθηση έννομης τάξεως και συλλογικής βούλησης. Επομένως άτομα ανίκανα να συλλάβουν τις ιεραρχήσεις και προτεραιότητες που θέτουν οι ιστορικές συγκυρίες, ανίκανα να σχηματίσουν την έννοια της «αξίας».
Για να πραγματώσει μία κοινωνία κάτι αξιόλογο θα πρέπει να γνωρίζει τι είναι «αξία», να την επιθυμήσει, να την φαντασθεί και να την σκεφθεί. Για να τη σκεφθεί, όμως, πρέπει να ενεργήσει συλλογικά, με πολιτικές και πολιτισμικές προσπάθειες.  Όμως η νεοελληνική κοινωνία δεν έχει ασκηθεί σε τέτοιες, δεν διαθέτει επιθυμία για δημιουργικές αξίες που να υπερβαίνουν τόσο τον ελληνοκεντρισμό και τη θρησκεία όσο και τον ατομικισμό, τον συντεχνιασμό και το κομματικό συμφέρον.
Η ουσιαστική «ταυτότητα» σχηματίζεται από τη δυναμική που αναδύεται μέσα στον αγώνα για μία πολιτική κοινωνία, και συγκροτείται από συλλογικά οράματα, θεσμικούς προσανατολισμούς ελευθερίας, ισότητας, δημοκρατίας  και από έλλογες προσπάθειες για την πραγματοποίησή τους. Όλα αυτά λείπουν.
Η χαμένη νεοελληνική συλλογικότητα και δημιουργικότητα υποκαταστάθηκαν από τον εθνικισμό, τη θρησκεία, το Βυζάντιο και τον ναρκισσισμό της «αρχαίας καταγωγής». Μπορεί τα στοιχεία αυτά να χρεοκόπησαν, δυστυχώς όμως δεν έχουν καταρρεύσει, όπως ακριβώς και το χρεοκοπημένο οικονομικό-πολιτικό σύστημα που επιβιώνει ακόμη εις βάρος της κοινωνίας οδηγώντας την στον γκρεμό. Είναι αναγκαίο λοιπόν να υπάρξει αναπροσανατολισμός και αναθεώρηση: αντί για τον Έλληνα και τον πιστό να δοθεί προτεραιότητα στον άνθρωπο και στον πολίτη. Να υπάρξει μετατόπιση από τις εθνοκεντρικές και θρησκειοκεντρικές σημασίες σε κοινωνιοκεντρικά και ανθρωποκεντρικά νοήματα. Θα μπορέσει η νεοελληνική κοινωνία να αλλάξει ταυτότητα; Αυτό είναι το διακύβευμα του μέλλοντος.