Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 21 Ιουνίου 2019]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας


Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟΥ
ΣΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ


Για το βιβλίο του
Κορνήλιου Καστοριάδη
Πεπραγμένα και πρακτέα
Ύψιλον, 2019.

            Το βιβλίο αυτό είναι το προτελευταίο στη σειρά «Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου» και εκδόθηκε ζώντος του Κορνήλιου Καστοριάδη. Θα έλεγα ότι συμπυκνώνει την φιλοσοφία μιας ζωής με έναν ιδιαίτερο τρόπο, αφού στο βασικό του κείμενο, που δίνει και τον τίτλο στο βιβλίο, ο Καστοριάδης απαντά σε κριτικές που ασκήθηκαν στις απόψεις του από πανεπιστημιακούς και άλλους διανοουμένους, οι οποίες δημοσιεύθηκαν το 1989 σε ένα συλλογικό τόμο προς τιμήν του. Μπορεί να πει κανείς πως οι κριτικές αυτές συμπυκνώνουν τους κύριους τόπους των κριτικών που ασκήθηκαν στο έργο του και από αυτήν την άποψη έχει μοναδικό ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς τις απαντήσεις σε αυτές άμεσα από τον ίδιο.
            Αναγκάζεται έτσι ο Καστοριάδης να επανεξετάσει και να διευκρινίσει τις βασικές γραμμές του έργου του, σχεδόν σε όλους τους τομείς, οντολογία, ψυχανάλυση, ηθική, πολιτική. Από αυτήν την άποψη αποτελεί ένα είδος πνευματικής αυτοβιογραφίας και φιλοσοφικής, ψυχαναλυτικής και πολιτικής διαθήκης, αν και όλο το έργο του ασφαλώς είναι μιά ανοικτή διαθήκη. Το βιβλίο περιέχει και άλλα κείμενα για την σχέση φιλοσοφίας και ψυχανάλυσης, καθώς και το ιστορικό της φαντασίας, προσθέτοντας καινούριες οπτικές σε αυτά τα πεδία που αποτελούν κύριους πυλώνες της φιλοσοφίας του.
            Δύο από τα πιο σημαντικά ζητήματα τα οποία προκύπτουν από αυτό το βιβλίο, και πρέπει να αναδειχθούν είναι: πρώτον, τι το νέο και διαφορετικό έφερε ο Καστοριάδης στη φιλοσοφία και δεύτερον: ποια είναι η αξία του στη φιλοσοφία και την πολιτική. Φυσικά εδώ δεν μπορεί να γίνει αναλυτική εξέταση, είναι όμως καλό να υποτυπωθούν κάποια στοιχεία, τα οποία χρειάζεται να αναπτυχθούν σε ευρύτερη εργασία. 
            Το νέο που έφερε ο Καστοριάδης  στη φιλοσοφία, με την βοήθεια της φροϋδικής θεωρίας και της ψυχανάλυσης, έγκειται στην δημιουργία μίας νέας οντολογίας, της οντολογίας του φαντασιακού, η οποία εκδέχεται το Είναι όχι ως πλήρως καθορισμένο και καλώς ορισμένο, όπως η παραδοσιακή φιλοσοφία, αλλά ως ακαθόριστο. Με την έννοια αυτή είναι επιδεκτικό στην αυτοαλλοίωση μέσα στον χώρο και στον χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, απορρίπτοντας τις αντιλήψεις της κληρονομημένης ελληνοδυτικής σκέψης, ο Καστοριάδης εισάγει μια νέα σύλληψη της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας. Η  κοινωνία και η ιστορία δεν υπόκεινται σε αδήριτους αντικειμενικούς οικονομικούς νόμους, δεν υπακούουν στην καθοριστικότητα. διαρρηγνύουν τα πλαίσια του καθορισμένου, είναι δημιουργίες ακαθόριστες.
            Η ιστορία είναι δημιουργία, ποίησις, γένεση οντολογική νέων μορφών, νέων ειδών. H καταγωγή της κοινωνίας και των θεσμών οφείλεται στο κοινωνικό φαντασιακό, το οποίο δημιουργεί καινούρια είδη, οντολογικά είδη, καινούργιες μορφές, μορφές άλλες και όχι απλώς διαφορετικές. Αυτές οι νέες μορφές είναι οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, ήτοι όροι και αναφορές που δεν ανάγονται σε (ή που δεν παράγονται από) κάποια «πραγματικότητα», «λειτουργικότητα» και «ορθολογικότητα». Αντιθέτως η πραγματικότητα, η λειτουργικότητα και η ορθολογικότητα είναι δημιουργήματα του φαντασιακού, είναι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες.
Η οντολογία αυτή σηματοδοτεί μια ρήξη με την παραδοσιακή σκέψη από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τον Κάντ, τον Χέγκελ, τον Μαρξ και τον Χάιντεγκερ. Από τη στιγμή που η κληρονομημένη σκέψη στηρίζεται στην καθοριστικότητα, εγκλωβίζεται ταυτοχρόνως σε αυτήν, με αποτέλεσμα να απωθεί από την οπτική της τη φαντασία και το φαντασιακό, να εξορίζει την δημιουργία του νέου, του άλλου. Και εδώ έγκειται η αξία και η τεράστια σημασία της καστοριαδικής οντολογίας: αναδεικνύει το φαντασιακό ως το κύριο στοιχείο του ανθρώπου και ως πηγή της ανθρώπινης δημιουργίας.  Όμως αυτό που της δίνει μία άλλη δυναμική και την  προεκτείνει στον 21ο αιώνα, έγκειται στο γεγονός ότι ήταν αποτέλεσμα της κατά μέτωπον σύγκρουσής της όχι μόνο με τον κυρίαρχο μαρξισμό αλλά και με τον μεταφιλοσοφικό μηδενισμό και τον μεταμοντέρνο σχετικισμό της εποχής της.          
Πράγματι, στις δεκαετίες 1960-1980 στη Γαλλία αλλά και σε άλλες χώρες κυριαρχούσαν ο μαρξισμός από τη μια και ο δομισμός, ο μεταδομισμός και ο μεταμοντερνισμός από την άλλη. Η συντριπτική πλειονότητα των διανοουμένων (Αλτουσέρ, Λεβί-Στρος, Φουκώ, Λακάν, Μπάρτ, Ντεριντά) είχαν επηρεασθεί από αυτά τα ρεύματα σκέψης και από μία ισχυρή δόση νιτσεϊσμού και χαϊντεγκεριανισμού που θεμελίωναν την ανθρώπινη ύπαρξη στην αδυνατότητά της να υπερβαίνει και να αλλάζει την κατάστασή της. Επικύρωναν έτσι το ισχύον και το θεσμισμένο. Η μηδενιστική χαϊντεγκεριανή θεώρηση  του Είναι συμφωνεί με την απαίτηση του συστήματος να ελέγχει τα πάντα, οικονομία, πολιτική, κουλτούρα. Με «το τέλος της φιλοσοφίας» και «το πεπρωμένο του Είναι» (Χάϊντεγκερ), με τον «θάνατο του ανθρώπου» (Φουκώ) και του υποκειμένου (Λακάν), ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως υφιστάμενος ένα βιολογικό,  ένα οικονομικό  και ένα συμβολικό σύστημα και άρα ως αντικείμενο μιας βιοπολιτικης εξουσίας, την οποία ασκεί επάνω του το πολιτικό σύστημα.
Στην αντίληψη αυτή ανήκει και ο Αγκάμπεν με την αποψή του για την διαμόρφωση της σύγχρονης κοινωνίας σε «στρατόπεδο συγκέντρωσης», από το οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής και ο καθένας είναι μελλοντικός homo sacer.[1] Με άλλα λόγια υπήρχε και υπάρχει μία οντολογία του κυρίαρχου, του ισχύοντος και του θεσμισμένου, μια οντολογία του κλειστού συστήματος χωρίς κάποιο «έξω», η οποία προσυπογράφει εν τέλει το «τέλος της ιστορίας». Σε αυτήν προσχώρησαν ο Κλωντ Λεφόρ και ο Μαρσέλ Γκωσέ.
Σε αυτήν την κυρίαρχη οντολογία του μηδενισμού, του μεταμοντερνισμού, της παθητικότητας και της υπακοής, ο Καστοριάδης δημιούργησε μία νέα οντολογία του φαντασιακού και της δημιουργίας, που αναπτύσσει και στο παρόν σημαντικώτατο βιβλίο. Μία οντολογία ικανή να αντιπαρατεθεί στην κυρίαρχη οντολογία και ιδεολογία. Όλη αυτή η καινοτόμος σύλληψη του Είναι έχει ως ρητή ή υπόρρητη μέριμνα την ατομική και κοινωνική αυτονομία, και από αυτήν την άποψη δικαίως χαρακτηρίσθηκε ως ο στοχαστής της αυτονομίας και της δημοκρατίας. Σε αυτές τις δύο κυρίως αναφέρεται, κατά τη γνώμη μου, ο δεύτερος όρος στον τίτλο του βιβλίου: πρακτέα.
Θα ήθελα, τέλος, να επισημάνω την ποιότητα τόσο της έκδοσης από το «Ύψιλον» όσο και της μεταφραστικής εργασίας του Κωστή Σπαντιδάκη, πίσω από την οποία υπάρχει πολύμοχθη και πολύχρονη προσπάθεια, γνώση, ευσυνειδησία και ευαισθησία - και μάλιστα σε έργα σαν κι αυτό που θέτουν μεγάλα μεταφραστικά προβλήματα, όπως ακριβώς και η «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας». Χωρίς τον Σπαντιδάκη οι μεταφράσεις των έργων του Καστοριάδη στα Ελληνικά θα είχαν ατυχήσει. Είμασταν τυχεροί, και του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ. 


[1] Την συνοπτική αυτή εικόνα αναπτύσσει περισσότερο η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη. 

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2019

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ή ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ;


ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ή ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ;

Γιώργος Ν. Οικονόμου

            Το μεγάλο πρόβλημα με τους νεο-λενινιστές είναι η πίστη, η πίστη στα λενινιστικά δόγματα ερήμην της πραγματικότητας, των τεκμηρίων και της ιστορίας. Γι' αυτό στο προηγούμενο κείμενό μου «Διευκρινίσεις για λενινιστές και μπολσεβίκους» μίλησα για «επίγεια θρησκεία». Η μόνη λύση σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η δημοσίευση των ιστορικών στοιχείων και η επιχειρηματολογία, και όσοι είναι ανοικτοί θα αλλάξουν, ενώ κάποιοι θα παραμείνουν αμετανόητοι στα λενινιστικά σπήλαια. Έχουμε πολλά παραδείγματα,  λενινιστών και των μετέπειτα μεταμορφώσεών τους σταλινικών, τροτσκιστών, μαοϊκών, καστρικών αλλά και μαρξιστών που άλλαξαν και άλλων που αναφέρονται στα κωδικοποιημένα δόγματα, και επιμένουν στη συνειδητή αποσιώπηση και συγκάλυψη των εγκλημάτων του Λένιν, του Τρότσκυ και των μπολσεβίκων. Παραμένουν δηλαδή πιστοί λενινιστές ενώ έχουν την εντύπωση ότι δεν είναι – ευτυχώς είναι ελάχιστοι σήμερα.
            Από την άλλη, δεν μπορείς να δηλώνεις ότι δεν είσαι λενινιστής και ταυτοχρόνως ότι δεν είσαι ούτε αντιλενινιστής. Εν προκειμένω δεν υπάρχει κάποια ενδιάμεση κατάσταση, του ουδέτερου παρατηρητή, των ίσων αποστάσεων, διότι η αποκρουστική πραγματικότητα βοά. Πρόκειται  για ένα βασικό ηθικό και πολιτικό ζήτημα: τα εγκλήματα των μπολσεβίκων και τη δικτατορία τους. Θα πρέπει κανείς να διαλέξει και να εγκαταλείψει την λογική «και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ»»– «δυοίν θάτερον», έλεγαν οι αρχαίοι. Ελευθερία ή λενινισμός; Δημοκρατία ή ολοκληρωτισμός; Και τα δύο δεν γίνονται, ούτε με την τυπική ούτε με τη διαλεκτική λογική. Υπάρχουν αρκετές στιγμές τέτοιων αποφάσεων στην ιστορία και αρκετά εκατομμύρια ανθρώπων τάχθηκαν με το μέρος της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αξιοπρέπειας. Όσοι νομίζουν ότι καταργούν αυτά τα διλήμματα και την λήψη αποφάσεων κοροϊδεύουν τον εαυτό τους, όχι τους άλλους. Εάν κάνουν ότι δεν τα βλέπουν ή αρνούνται να τα δουν, δεν μπορεί να γίνει σοβαρή και δημιουργική συζήτηση. 
            Φυσικά οι νεο-λενινιστές, ακόμη και όσοι δεν παραδέχονται ότι είναι, από τη στιγμή που υποστηρίζουν τα πεπραγμένα του λενινισμού, έχουν ταχθεί de facto με το μέρος των εγκλημάτων, της ανελευθερίας και του ολοκληρωτισμού. Η άγρια σφαγή του σοβιέτ της Κροστάνδης, των εξεγερμένων του Ταμπόφ, των αγωνιστών του Μάχνο στην Ουκρανία το 1921 από τον Κόκκινο Στρατό του Τρότσκυ και του Λένιν  και τόσα άλλα είναι γι αυτούς απλά αμελητέα επεισόδια στον δρόμο για την νίκη του Κομμουνιστικού Κόμματος, για την επιβολή του «σοσιαλισμού και της δικτατορίας του προλεταριάτου». Ιδού η άκρατη εφαρμογή της ιησουίτικης αρχής και του απεχθούς κυνισμού.
            - Όσον αφορά την Λούξεμπουργκ και αυτά που έγραψε μέσα στη φυλακή (κυρίως την κριτική στο, μετά τον Οκτώβριο 1917, μονοκομματικό και δικτατορικό καθεστώς των μπολσεβίκων), οι νεο-λενινιστές, υπαινίσσονται ότι η Πολωνοεβραία επαναστάτρια είχε περιορισμένες πηγές. Να σημειωθεί πως τον περισσότερο χρόνο της η Λούξεμπουργκ τον πέρασε στις διάφορες φυλακές, οπότε αν ακολουθήσουμε την νεο-μπολσεβίκικη άποψη θα πρέπει να γίνει επανεξέταση των γραπτών της. Το ίδιο θα ίσχυε και για τον Γκράμσι. Αστεία πράγματα!  Εάν υπήρχε κάτι στο κείμενό της που δεν την εξέφραζε, όταν βγήκε από την φυλακή θα το αποκήρυσσε ή θα το διόρθωνε η ίδια. Αλλά από όσο ξέρω κάτι τέτοιο δεν έκανε. Θα διόρθωνε μήπως τα γεμάτα ευαισθησία και τρυφερότητα γράμματά της που έστειλε από την φυλακή σε φίλες και φίλους της και δείχνουν τα ειλικρινή αισθήματα φιλία και αγάπης και τον συγκινητικό ανθρωπισμό της; Οι πηγές της Λούξεμπουργ ήταν άμεσες και έγκυρες. Πάντως οι σημερινοί νεο-μπολσεβίκοι ενώ έχουν αφθονία πηγών επιμένουν να τις αγνοούν και να μην τις μελετούν. Πόσο υπολείπονται της «κόκκινης Ρόζας», η οποία έγραψε έναν αιώνα πρίν! Η στάση τους στο ζήτημα αυτό είναι σαφώς ιδεολογική, με την έννοια της ψευδούς συνείδησης: εάν κάτι δεν τους συμφέρει προσπαθούν να το σχετικοποιήσουν ή να το απαξιώσουν με ανυπόστατα τεχνάσματα και αστήρικτες υποθέσεις.
            Επίσης οι νεο-λενινιστές διδασκόμενοι από τον παμπόνηρο μανιακό της εξουσίας μεταθέτουν τα ζητήματα για να μην απαντήσουν επί της ουσίας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η Λούξεμπουργκ δεν κάνει αντιλενινιστική κριτική, αλλά συντροφική. Μα το ζήτημα δεν είναι αυτό,   δεν τέθηκε σε τέτοια βάση, αλλά το ότι η Λούξεμπουργκ ασκεί ουσιαστική ριζική κριτική στις ολοκληρωτικές και αντιδημοκρατικές παρεκκλίσεις της μπολσεβίκικης κυβέρνησης, και το ότι οι μετέπειτα εξελίξεις στη Ρωσία την δικαίωσαν και επαλήθευσαν τις διαγνώσεις της. Άλλωστε και το 1904 η Λούξεμπουργκ είχε ασκήσει δρυμύτατη κριτική στον αυταρχικό, υπερσυγκεντρωτικό, αντιδημοκρατικό και γραφειοκρατικό τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης του μπολσεβίκικου κόμματος, το οποίο παρομοιάζει με στρατώνα και με καπιταλιστικό έργοστάσιο – η ιστορία επίσης την δικαίωσε. Αν η Λούξεμπουργκ δεν δολοφονούνταν το 1919, σίγουρα θα έγραφε νέο κείμενο, είτε μέσα στη φυλακή είτε έξω, εναντίον των μπολσεβίκικων εγκλημάτων και της λενινιστικής δικτατορίας. 
            Θα έλεγε κανείς ότι οι νεο-μπολσεβίκοι έχουν αφομοιώσει (συνειδητώς ή ανεπιγνώστως) την υπόγεια τακτική και την πανουργία που χρησιμοποιούσε ο Λένιν για να κάνει την προπαγάνδα του, να διαστρεβλώνει τις πραγματικές διαστάσεις των προβλημάτων και των καταστάσεων, να μεταθέτει τα ζητήματα με τεχνάσματα, να απαξιώνει τις διαφορετικές απόψεις με σοφίσματα. Η συντριπτική πλειονότητα των γραπτών του είναι προπαγανδιστικά και ιδεολογικά κείμενα. Οπότε η διαρκής γειτνίαση με τις λενινιστικές γραφές και πρακτικές (συνδυαζόμενη με την συνεχή κατάδυση στην μαρξιστική ιδεολογία) διαποτίζει αργά και υπογείως το άτομο, το καθιστά άτρωτο στην ανοικτή, ελεύθερη και δημοκρατική σκέψη. Είναι το γνωστό φαινόμενο του μιθριδατισμού.
            - Για την διάλυση της Συντακτικής από τους μπολσεβίκους θα πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι το δίλημμα «Σοβιέτ ή Συντακτική» τέθηκε μόνο από τους μπολσεβίκους το 1917 - και σήμερα τίθεται μόνο από τους νεο-μπολσεβίκους. Όλα  τα άλλα σοσιαλιστικά και αριστερά κόμματα (και η Λούξεμπουργκ) ήταν υπέρ της συνύπαρξης των δύο θεσμών, όπως και οι μπολσεβίκοι πρίν από τον Οκτώβριο. Το πραγματικό δίλημμα όμως για τους μπολσεβίκους, όπως έδειξε η ιστορία, δεν ήταν «Συντακτική ή Σοβιέτ», αλλά «Συντακτική ή Μπολσεβίκοι». Την Συντακτική την κατήργησαν διότι δεν είχαν την πλειοψηφία σε αυτήν και δεν μπορούσαν να την ελέγχουν. Εάν υπήρχε τρόπος να την ελέγξουν θα την διατηρούσαν ως μοχλό και όργανο των σχεδίων τους. Αλλά η Συντακτική ήταν εμπόδιο ακριβώς στα σχέδιά τους.
            Όσον αφορά στα σοβιέτ, και πριν, αλλά κυρίως μετά την πραξικοπηματική κατάκτηση της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, είχαν πάψει να είναι όργανα λαϊκής βούλησης και η βάση απλώς ανέθετε σε αντιπροσώπους τις υποθέσεις, χωρίς η ίδια να αποφασίζει για ουσιαστικά ζητήματα. Οι αντιπρόσωποι με τη σειρά τους ανέθεταν την εξουσία  στην Εκτελεστική Επιτροπή του σοβιέτ (το τριτοβάθμιο όργανο), στην οποία τον κύριο λόγο είχαν στην αρχή όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα και μετά την διάλυσή τους από τους μπολσεβίκους, μόνο ο Λένιν και το Κόμμα του. Πρόκειται δηλαδή για πολιτική αλλοτρίωση. Συνεπώς τα σοβιέτ μετά τον Οκτώβριο δεν ήταν δημοκρατικός θεσμός, δεν ήταν όργανα αυτοδιεύθυνσης, αλλά βοηθητικά όργανα της μπολσεβίκικης κυβέρνησης, όπως επισήμανε από νωρίς ο Pannekoek. Το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ» σήμαινε ουσιαστικά «Όλη η εξουσία στους μπολσεβίκους» με την στήριξη των σοβιέτ. Συνεπώς, στη λενινιστική δικτατορία τόσο η αντιπροσώπευση όσο και η άμεση συμμετοχή ήταν απάτη.
            - Από την άλλη θα πρέπει να ξεκαθαρισθεί ότι το δημοκρατικό πολίτευμα δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την αυταρχική τακτική των μπολσεβίκων και του Λένιν και με το ολοκληρωτικό καθεστώς που εγκαθίδρυσαν. Όποιος έχει διαβάσει λίγο Καστοριάδη μπορεί να καταλάβει τις ιλιγγιώδεις διαφορές που χωρίζουν τα δύο καθεστώτα. Το πρόταγμα της αυτονομίας που ανέδειξε ο συγγραφέας της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας ουδεμία σχέση έχει με το λενινιστικό αυταρχικό κομμουνιστικό μοντέλο. Φυσικά τα σημερινά συστήματα είναι ολιγαρχικά και τα αστικά κοινοβούλια είναι θεσμοί-φορείς της ολιγαρχίας. Όμως σε μία υποτιθέμενη δημοκρατική αλλαγή δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθεί το αστικό κοινοβούλιο από κάποιο κόμμα που θα είναι μειοψηφικό ή έστω οριακώς πλειοψηφικό, ούτε να καταργηθούν τα άλλα κόμματα, οι ατομικές ελευθερίας, τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, ούτε να συλληφθούν οι διαφορετικώς σκεπτόμενοι και να ριχτούν στην φυλακή, να εξορισθούν ή να εκτελεσθούν, όπως έκαναν οι μπολσεβίκοι μετά τον Οκτώβριο 1917. 
            Η εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού καθεστώτος δεν θα γίνει με την κατάργηση του κοινοβουλίου και την αντικατάστασή του με κάποιον άλλον αυταρχικό θεσμό, με την μονοκρατορία του Κόμματος και του Κράτους, όπως έκανε ο Λένιν. Η αλλαγή θα γίνει από την ίδια την κοινωνία, χωρίς κάποιο μπολσεβίκικο κόμμα, διευρύνοντας τις ελευθερίες σε όλον τον πληθυσμό. Το κοινοβούλιο δεν θα καταργηθεί, αλλά με διαβούλευση θα αναδιαρθρωθεί και θα αποκτήσει νέα λειτουργία, νέες αρμοδιότητες, σε μιά διαφορετική οργάνωση της δημοκρατικής πολιτείας - μπορεί να συνυπάρχει με τις οργανώσεις στη βάση (συνελεύσεις, συμβούλια), όπως λ.χ. η κληρωτή βουλή των 500 με την εκκλησία του δήμου στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία. Το κοινοβούλιο δεν θα είναι το κέντρο της εξουσίας, όπως είναι σήμερα, αλλά συμπληρωματικό των συνελεύσεων και των άλλων οργάνων, με εκτελεστικές κυρίως αρμοδιότητες, με κληρωτά ή αιρετά μέλη, ανακλητά και υποκείμενα στον διαρκή και ουσιαστικό έλεγχο. Το κύριο όργανο της κυβερνητικής και της νομοθετικής εξουσίας, του ορισμού των αρχών και των θεσμών θα είναι οι συνελεύσεις. Άλλωστε η γενική αρχή της δημοκρατικής πολιτείας είναι η επέκταση κατά κάποιον τρόπο των αρμοδιοτήτων του σημερινού κοινοβουλίου σε όλους τους πολίτες – δηλαδή όλοι θα συμμετέχουν άμεσα  στην λήψη των κεντρικών και σπουδαίων αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη διαμόρφωση του δικαίου και στον έλεγχο της εξουσίας, με ελευθερία και ισότητα, με ισηγορία και παρρησία – αρχές και σημασίες άγνωστες και απαγορευμένες στον λενινιστικό ολοκληρωτισμό.
            Καθ’ όσον με αφορά, σε όλα σχεδόν τα σχετικά βιβλία και άρθρα μου όχι μόνο δεν υπάρχει κάποιος  «κοινοβουλευτικός φετιχισμός», αλλά αντιθέτως διαρκής και ουσιαστική κριτική του κοινοβουλευτισμού, των κομμάτων, της αντιπροσώπευσης, των εκλογών και της γραφειοκρατίας, με σκοπό την πραγματική δημοκρατική πολιτεία.     
            - Οι νεο-λενινιστές επικαλούνται επί πλέον τον Maurice Brinton,  για να δικαιώσουν τον λενινισμό. Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα θέλουν και όπως νομίζουν, καθώς εξηγώ ευθύς αμέσως. Ο Brinton στο βιβλίο του για τον εργατικό έλεγχο στην περίοδο 1917-1921, αποδεικνύει ότι οι μπολσεβίκοι όχι μόνο δεν ενδιαφέρθηκαν για τον εργατικό έλεγχο αλλά κατήργησαν και τα τελευταία ψήγματά του. μιλάει για «μισοστρατιωτικό πραξικόπημα μιας μειοψηφίας» και βεβαιώνει ότι πολλά από τα αντιδημοκρατικά μέτρα του Λένιν δεν επιβλήθηκαν «εξ αιτίας του εμφυλίου πολέμου», όπως νομίζουν οι νεο-μπολσεβίκοι. Περιγράφει επίσης με ντοκουμέντα την καθιέρωση της αναγκαστικής εργασίας και την στατιωτικοποίησή της καθώς και την τελική εκκαθάριση του Κομμουνιστικού Κόμματος από τους τελευταίους διαφωνούντες της «Εργατικής Αντιπολίτευσης». Αναφέρει επί πλέον τις πραξικοπηματικές ενέργειες των μπολσεβίκων που καθαιρούσαν τις εκλεγμένες Επιτροπές των Συνδικάτων και εγκαθιστούσαν δικούς τους, όπως λ.χ. στο Τέταρτο Πανρωσικό Συνέδριο των Συνδικάτων (1921).
            Σε αυτό το Συνέδριο βγήκε απόφαση με πλειοψηφία 1.500 ψήφων έναντι 30, που δεν άρεσε στην Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος επειδή περιείχε κάτι αυτονόητο, ότι δηλαδή η εκλογή τής συνδικαλιστικής ηγεσίας θα πρέπει να αφεθεί στους ίδιους τους συνδικαλιστές, και όχι στο Κόμμα. Οι μπολσεβίκοι κατήργησαν αμέσως τον αντιπρόσωπο της Κεντρικής Επιτροπής στο Συνέδριο (Τόμσκυ), επειδή διέπραξε το «έγκλημα» να αφήσει το Συνέδριο να εκφρασθεί ελεύθερα! Τον αντικατέστησαν με τους γνωστούς μεγάλους συνδικαλιστές Λένιν, Στάλιν και Μπουχάριν και φυσικά άλλαξαν την πρώτη απόφαση του Συνεδρίου! Αυτά ίσχυαν στην λενινιστική δικτατορία για τους «εκλεγμένους και ανακλητούς εκπροσώπους», που, όπως συμπληρώνει ο Brinton, ήταν εκλεγμένοι από τα μέλη του συνδικάτου και ανακλητοί από την ηγεσία του Κόμματος!
            Ο Brinton αποδεικνύει πως όσα συνέβησαν στην δικτατορική διακυβέρνηση του Λένιν και του Τρότσκυ προετοίμασαν τη συνέχεια για τον ολοκληρωτισμό του Στάλιν. Δεν υπάρχει κανένα «χάσμα» μεταξύ των δύο εποχών και η όλη πορεία των γεγονότων δεν ήταν «ιστορικά αναπόφευκτη» και «αντικειμενικά καθορισμένη». Ο σύντροφος του Καστοριάδη χαρακτηρίζει τον μπολσεβικισμό «ως τερατώδη παρεκτροπή, ως τελευταία αμφίεση της αστικής ιδεολογίας». Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να αναφέρω μία προσωπική μαρτυρία από την γνωριμία μου με τον  Brinton το 1998 στην πολιτική κηδεία του Καστοριάδη στο Παρίσι. Από τις συνομιλίες μας σχημάτισα την εικόνα ενός ανθρώπου που παρέμεινε σαφώς σύμφωνος με τον Καστοριάδη στις βασικές σχετικές ιδέες για το εν λόγω ζήτημα και πιστός στις αντιλενινιστικές απόψεις του, τις οποίες τεκμηρίωσε με ιστορικά ντοκουμέντα στο βιβλίο του. Τελειώνοντας το βιβλίο του ο Brinton γράφει: «Αν κάποιος που έχει διαβάσει τούτες τις σελίδες εξακολουθεί να είναι ‘’συγχυσμένος’’, αιτία θα είναι ότι θέλει να παραμείνει σε αυτήν την κατάσταση – ή ότι έχει συμφέρον να παραμείνει έτσι, σαν μελλοντικός προνομιούχος μιας κοινωνίας παρόμοιας με τη ρωσική».
            Νομίζω πως η μελέτη των βιβλίων τόσο του Brinton όσο και του Καστοριάδη θα διαλύσει πολλές συγχύσεις. Όπως επίσης η μελέτη των σχετικών βιβλίων της Emma Goldman, του Alexander Berkman, του Volin, του Pannekoek, που έζησαν από κοντά και άμεσα τα γεγονότα στη Ρωσία. Ασφαλώς και τα οξυδερκή και με σωστές διαγνώσεις κείμενα της Ρόζας Λούξεμπουργκ που επαληθεύθηκαν από την μετέπειτα εξέλιξη.  
            - Αν όντως οι νεο-μπολσεβίκοι επιθυμούν να υπερβούν τον λενινισμό θα πρέπει να προσπαθήσουν, να κάνουν την δική τους πορεία και φυσικά θα έχουν κάθε βοήθεια και από άλλους, αν το θελήσουν. Το πρώτο βήμα σε αυτή την πορεία απεξάρτησης από τον λενινισμό είναι η γνώση των ιστορικών δεδομένων και η παραδοχή των αντιδημοκρατικών και ανελεύθερων πρακτικών του Λένιν και των μπολσεβίκων, και όχι η δικαιολόγησή τους. Το δεύτερο βήμα είναι οι ερωτήσεις και οι διευκρινίσεις για να κατατοπισθούν επαρκώς, και όχι το αναμάσημα των εκ των προτέρων ειλημμένων απόψεων. Το τρίτο βήμα είναι η περισυλλογή, η σοβαρότητα και ο προβληματισμός, και όχι τεχνάσματα που δεν οδηγούν πουθενά, απλώς συγκαλύπτουν το πρόβλημα. Εάν αυτά τα τρία δεν τηρούνται σημαίνει ότι η προσπάθειά τους να απεγκλωβισθούν από τον λενινισμό δεν είναι ειλικρινής, αλλά είναι η πονηρή λογική των δήθεν ίσων αποστάσεων που χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να επιτεθούν στην κριτική που ασκείται στον λενινισμό και να κάνουν προπαγάνδα για τη διάδοση των ιδεών τους υπέρ του μπολσεβικισμού-ολοκληρωτισμού.
            Το καλύτερο και υγιέστερο για όσους πραγματικά επιθυμούν να υπερβούν τον λενινισμό θα ήταν να το πάρουν απόφαση, να θάψουν τους εγκληματίες νεκρούς τους και τα αποτυχημένα ιδεολογήματα, να πενθήσουν επί ένα διάστημα πραγματικά και να πάψουν να ζούν με φαντάσματα. Διαφορετικά θα καταλήξουν στην πολιτική κατάθλιψη, στην «αριστερή μελαγχολία» όπως έλεγε ο Μπένγιαμιν, δηλαδή στην προσκόλληση σε παρωχημένα δόγματα που έχουν αποτύχει και στην δικαιολόγηση απεχθών πράξεων.

            ΣΗΜΕΙΩΣΗ

            Ελπίζω οι νεο-μπολσεβίκοι να περιμένουν μέχρι το φθινόπωρο για την δημοσίευση των Πρακτικών του Συνεδρίου και να έχουν τουλάχιστον την συναίσθηση να μην κάνουν κατάχρηση της φιλοξενίας.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΠΛΑΤΕΙΩΝ ΤΟ 2011


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Ιουνίου 2019]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΠΛΑΤΕΙΩΝ ΤΟ 2011

            Για τις κρατικές εξουσίες, τις κομματικές παρατάξεις, τις πολιτικές γραφειοκρατίες της αντιπροσώπευσης και τις οικονομικές ελίτ, η αυτόνομη δραστηριότητα του κοινωνικού πλήθους ανήκει στα απαγορευμένα, απωθημένα και φευκτέα κακά, ανήκει εξ ορισμού στο εχθρικό στρατόπεδο. Αυτό συνέβη και συμβαίνει με το κίνημα των πλατειών το καλοκαίρι του 2011, το οποίο από κάποιες πλευρές απαξιώνεται ή καταδικάζεται με διάφορα τεχνάσματα και σοφίσματα. Ένα από αυτά είναι να συγχέεται λ.χ. η πάνω με την κάτω πλατεία Συντάγματος. Όμως η «πάνω πλατεία» ήταν σαφώς χωριστή και διακριτή από την «κάτω», όχι μόνο τοπικώς αλλά κυρίως ποιοτικώς. Η «πάνω πλατεία» συγκέντρωνε ακροδεξιούς, εθνικιστές, λαϊκιστές, θρησκευτικούς φονταμενταλιστές κ.ο.κ., με ελληνικές σημαίες, βρισιές, μούντζες, και συνθήματα του τύπου «Να καεί το μπουρδέλο η Βουλή». Άναρθρες δηλαδή φωνές και κραυγές, τραμπουκισμοί, τσαμπουκάδες και απειλές  που δεν μπορούσαν να συγκροτήσουν πολιτικό λόγο και πολιτική πρακτική.
            Ενώ η κάτω πλατεία ουδεμία σχέση είχε με την πάνω, διότι χαρακτηρίσθηκε από τη Λαϊκή Συνέλευση κάθε βράδυ στις 9 η ώρα, η οποία διαμόρφωνε και συζητούσε τις προτάσεις για τον χαρακτήρα και τις πρακτικές του κινήματος με ελεύθερη και ισότιμη συμμετοχή των ομιλητών. Ο στόχος ήταν διατυπωμένος από την πρώτη στιγμή: αλλαγές στο υπάρχον αποτυχημένο πολιτικό σύστημα με στόχο την πραγματική δημοκρατία, την άμεση δημοκρατία. Και σήμαινε πολύ απλά, θεσμικές αλλαγές που θα επιτρέπουν την συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και στον έλεγχο της εξουσίας. Αυτό ήταν εμφανές τόσο στα ψηφίσματα της Συνέλευσης, στις τοποθετήσεις, στις συζητήσεις όσο και στις επιμέρους ομάδες εργασίας. Και η πρόταση για άμεση δημοκρατία, συνοδευόταν από την πλήρη άρνηση όλων των κομμάτων, την κριτική στην αντιπροσώπευση και αμφισβητούσε το υπάρχον ολιγαρχικό κοινοβουλευτικό καθεστώς που είναι υπεύθυνο για την γενικευμένη χρεοκοπία. Οι πλατείες στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες έθεσαν τα προτάγματά τους για πρώτη φορά μαζικά και με ριζοσπαστικό τρόπο, με ανοικτές λαϊκές συνελεύσεις. Ήταν ένα μαζικό  κοινωνικό και πολιτικό γεγονός μη κηδεμονευόμενο και μη ελεγχόμενο από κόμματα, γραφειοκρατίες, πολιτικούς, συνδικαλιστικές παρατάξεις και ιδεολογίες. ένα αυθόρμητο συμβάν, στηριγμένο στην αυτοοργάνωση και στον αυτοκαθορισμό με ελευθερία, ισότητα, αυτονομία και άμεση συμμετοχή, στοιχεία που του έδωσαν την εκπληκτική δυναμική του.     
            Στην πλατεία Συντάγματος με αποφάσεις της Λαϊκής Συνέλευσης έγιναν δύο πολύ μεγάλες  μαζικές αντικυβερνητικές συγκεντρώσεις (πάνω από 500.000 άτομα), οι οποίες υπέστησαν την άγρια καταστολή με δακρυγόνα, ΜΑΤ και τους γνωστούς κουκουλοφόρους) - ειδικώς η δεύτερη συγκέντρωση στις 15/6 που με απόφαση της Λαϊκής Συνέλευσης προσπάθησε να περικυκλώσει τη Βουλή και να εμποδίσει τους βουλευτές να εισέλθουν για να μην ψηφίσουν το μεσοπρόθεσμο νομοσχέδιο που επέβαλε η συμφωνία με την τρόϊκα. Τέτοιες πολυπληθείς συγκεντρώσεις αμιγώς πολιτικές,, αντικυβερνητικές και ακηδεμόνευτες δεν έχουν ξαναγίνει. Ούτε πριν ούτε μετά υπήρξε παρόμοια κοινωνική πολιτική κινητοποίηση. Οι προεκλογικές συγκεντρώσεις των κομμάτων στην ίδια πλατεία με προσέλευση από όλη την Ελλάδα τις παλιές καλές εποχές του δικομματισμού, της ρεμούλας και της διαπλοκής, ήταν φιέστες και επιδείξεις δύναμης, καταλλήλως σκηνοθετημένες ως θεατρικές παραστάσεις ή διαφημιστικά προϊόντα, με το χειροκρότημα στον αρχηγό, τις πλαστικές σημαιούλες και τα προκάτ ανούσια συνθήματα, δίχως κανένα γνήσιο πολιτικό ενδιαφέρον και κοινωνικό πρόταγμα. ήταν παθητικές συγκεντρώσεις κομματικών υποταγμένων μαζών.
            Στις πλατείες το 2011 πάνω από ένα μήνα ένα κοινωνικό πλήθος κυρίως νέων, διαφορετικών προελεύσεων και αντιλήψεων προσπάθησε να επικοινωνήσει, να βρεί κοινή γλώσσα, κοινούς στόχους και να δημιουργήσει έναν κοινό δημόσιο χώρο, στον οποίο να συνυπάρξουν άτομα με διαφορετικές απόψεις, να ληφθούν από κοινού αποφάσεις, να συγκροτηθεί μία συλλογικότητα. Πράγμα που φάνηκε και στην αντιμετώπιση των επιθέσεων των ΜΑΤ και ιδίως της καταστροφής των σκηνών και των μικροφωνικών εγκαταστάσεων στην πλατεία Συντάγματος στις 15 Ιουνίου από τις μαινόμενες δυνάμεις καταστολής: με την αυθόρμητη συνεργασία χιλιάδων ατόμων η πλατεία επανήλθε στην προτεραία της κατάσταση και ξαναβρήκε το πρόσωπό της.  Έγινε επίσης στην ίδια πλατεία στις 17 Ιουνίου μία ουσιαστική συζήτηση για πρώτη φορά περί άμεσης δημοκρατίας με χιλιάδες συμμετέχοντες. Παρόμοιες εκδηλώσεις έγιναν και στις υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Αυτά τα στοιχεία αρκούν για να καταξιώσουν το κίνημα των πλατειών 2011 ως μέγιστο πολιτικό συμβάν.
            Η σημασία του, καθώς και η σημασία των άλλων παρεμφερών κινημάτων που έγιναν και σε άλλες χώρες (Αίγυπτο, Τυνησία, Υεμένη, Ισπανία, ΗΠΑ) είναι ότι για μεγάλα κοινωνικά πλήθη υπάρχει πλέον η πεποίθηση πως τα υπάρχοντα πολιτικά συστήματα και οι υπάρχουσες δυνάμεις, κόμματα, αντιπρόσωποι και γραφειοκράτες εξυπηρετούν μόνο τις δικές τους επιδιώξεις και τα συμφέροντα των οικονομικών ελίτ. Συνεπώς, οι παραδοσιακές δυνάμεις είναι διεφθαρμένες και ανίκανες να εξυπηρετήσουν το κοινό συμφέρον. Η πεποίθηση αυτή που εκφράσθηκε σε μία νέα αυτή αντίληψη τόσο οργανωτικά όσο και πολιτικά είναι μία παρακαταθήκη και μία υπόσχεση. Ήδη υπήρξαν συνεχιστές στην Τουρκία, στην Γαλλία και στην Αλγερία. Από ό,τι φαίνεται από την διαρκή κρίση και ανικανότητα του υπάρχοντος συστήματος είναι ο μόνος δρόμος.