Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ


[Δημοσιεύθηκε στο συλλογικό, Η άμεση δημοκρατία στον 21ο αιώνα, Νησίδες, Θεσ/κη, 2013]


Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
oikonomouyorgos.blogspot.com


ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ


Aπό τις 25 Μαΐου 2011, που άρχισαν οι συγκεντρώσεις και οι συνελεύσεις στις πλατείες της χώρας και ιδιαιτέρως στην πλατεία Συντάγματος με αίτημα την  άμεση δημοκρατία, γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την τελευταία τόσα όσα δεν είχαν γραφεί από συστάσεως νεοελληνικού κράτους. Γέμισαν ξαφνικά τα ΜΜΕ και τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης από «ειδήμονες» και «ερμηνευτές» της άμεσης δημοκρατίας. Οι περισσότεροι δεν είχαν γράψει πριν κάτι σχετικό ούτε τους είχε απασχολήσει ποτέ το ζήτημα ή είχαν εκφρασθεί αρνητικά. όμως επειδή η άμεση δημοκρατία βρέθηκε στην επικαιρότητα αναγκάσθηκαν να γράψουν γι’ αυτήν. Αρκετά από αυτά ήταν διαστρεβλωτικά, απαξιωτικά, γεμάτα παρερμηνείες, προέρχονταν δε και από τον αριστερό χώρο.

Περιεχόμενο της δημοκρατίας

Μία μερίδα της Αριστεράς θεωρεί πως η αθηναϊκή πολιτεία του 5ου –4ου αιώνα π.Χ. δεν ήταν δημοκρατία επειδή υπήρχαν τάξεις, επειδή ήταν ταξική κοινωνία. Η αλήθεια είναι πως μέχρι σήμερα όλες οι κοινωνίες ήταν ταξικές, όμως είχαν διαφοροποιήσεις στα πολιτεύματά τους, στις αξίες, στον πολιτισμό και στην αντιμετώπιση των μελών τους. Πράγματι, ταξικές κοινωνίες ήταν οι αρχαίες τυραννίδες, ολιγαρχίες, βασιλείες και αριστοκρατίες, οι φεουδαρχίες και οι απολυταρχίες, τα στρατιωτικά δικτατορικά καθεστώτα, τα σημερινά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα, τα δικτατορικά των ανατολικών «σοσιαλιστικών» κρατών, τα μουσουλμανικά αραβικά καθεστώτα και τα ολοκληρωτικά (φασισμός, ναζισμός, σταλινισμός). Όλα αυτά όμως δεν ταυτίζονται ούτε μπαίνουν στην ίδια κατηγορία, και φυσικά έχει μεγάλη σημασία και διαφορά αν ζεις υπό ολοκληρωτικό ή κοινοβουλευτικό καθεστώς. Aυτή η αριστερή αντίληψη ισοπεδώνει τα πολιτεύματα και τις κοινωνίες, δεν βλέπει τις μεγάλες ή ουσιαστικές διαφορές μεταξύ τους, στο όνομα τής, κατά τον Μαρξ, «αναπόφευκτης» αταξικής κοινωνίας.
Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται πως η άμεση δημοκρατία δεν δύναται να υπάρξει εάν δεν καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, εάν δεν καταργηθούν οι κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής, εάν δεν εγκαθιδρυθεί ο «σοσιαλισμός», ο «κομμουνισμός» και η αταξική κοινωνία. Έτσι στην αντίληψη αυτή η άμεση δημοκρατία ταυτίζεται με την «κατάργηση της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας», με τον «κομμουνισμό». Είναι εμφανές πως αυτά απηχούν μαρξιστικούς και κομμουνιστικούς χώρους, επαναλαμβάνουν τα παλαιά απαξιωμένα ιδεολογήματα, προσπαθώντας να τα ανανεώσουν υπό νέα μορφή, αυτή της άμεσης δημοκρατίας.
Μία πρώτη απάντηση στην άποψη αυτή είναι πως εκεί που η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αντικαταστάθηκε από την κρατική και κομματική ιδιοκτησία δημιουργήθηκαν δικτατορικά και ανελεύθερα καθεστώτα, ακριβώς για να εξασφαλίσουν την μονοκομματική γραφειοκρατική εξουσία (πρώην ανατολικές δικτατορίες γνωστές με τα ονόματα των «λαϊκών δημοκρατιών», των «σοσιαλιστικών» ή «κομμουνιστικών» καθεστώτων, που ακόμη και σήμερα διάφοροι αριστεροί αποκαλούν με τον άστοχο όρο «υπαρκτό σοσιαλισμό»). Δεν υπήρξε πουθενά και ποτέ, έστω για δείγμα, ένα σοσιαλιστικό ή κομμουνιστικό καθεστώς, με ελευθερίες, δικαιώματα, εκλογές κ.λπ. Συνεπώς τα ζητήματα της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας και της εγκαθίδρυσης του «κομμουνισμού» δεν είναι τόσο απλά και αυτονόητα όσο θεωρούνται από ορισμένους, γι‘ αυτό ακριβώς χρειάζεται εξαντλητική και ουσιαστική ενημέρωση, ελεύθερη συζήτηση, δημόσια διαβούλευση και αβίαστη απόφαση του συνόλου της κοινωνίας. Ο σκοπός είναι η πειθώ και η αυξημένη πλειοψηφία. Αυτές οι προϋποθέσεις μπορούν να υπάρξουν μόνο σε μία αμεσοδημοκρατική κοινωνία.   
Έτσι ερχόμαστε στο επόμενο επιχείρημα κατά της ταύτισης άμεσης δημοκρατίας και κομμουνισμού, που έχει σχέση με το θέμα της προτεραιότητας μεταξύ των δύο. Το περιεχόμενο της άμεσης δημοκρατίας δεν μπορεί να καθορισθεί εκ των προτέρων, από αυθαίρετες προσωπικές προθέσεις και επιθυμίες, διότι ο προκαθορισμός αυτός αντίκειται προς τη βασική αρχή του αυτοκαθορισμού. Επί πλέον η άμεση δημοκρατία δεν προκύπτει από κάποια ιστορική, οικονομική, φυσική ή ανθρωπολογική αναγκαιότητα. δεν απορρέει από κάποιους αντικειμενικούς νόμους, ιστορικούς  ή κοινωνικούς ή από κάποια άλλη τελεολογία. δεν είναι εγγεγραμμένη στα ανθρώπινα γονίδια ούτε στη φύση. Είναι ανθρώπινο δημιούργημα και κοινωνική δυνατότητα. Οπότε και η πολιτική συμμετοχή  δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου φυσικού ενστίκτου ή ειδολογικού χαρακτηριστικού, αλλά κάτι που αποκτάται με θέληση και αγώνα, κάτι στο οποίο (αυτο)εκπαιδεύεται κανείς.
Όπως το ιστορικό και εννοιολογικό της πλαίσιο υποδηλώνει, η δημοκρατία είναι πρωτίστως η αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων, η κατάργηση του διαχωρισμού τους σε κυβερνήτες και υπηκόους, σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, σε αυτούς που αποφασίζουν και σε αυτούς που εκτελούν. Είναι η άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών σε όλες τις μορφές εξουσίας, χωρίς αντιπροσώπους και κόμματα, συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην απονομή του δικαίου και στον έλεγχο της εξουσίας. Στην άμεση δημοκρατία όλα τα ζητήματα είναι αντικείμενα δημόσιας διαβούλευσης και συλλογικής απόφασης από την κοινωνία. Προαπαιτούμενο για την συζήτησή τους είναι η συγκρότηση ενός ουσιαστικού δημοσίου χώρου, όπου οι πολίτες με ανοικτές συνελεύσεις θα ενημερώνονται, θα συζητούν και θα αποφασίζουν για το μέλλον τους.
Προηγείται λοιπόν η εγκαθίδρυση της άμεσης δημοκρατίας, η πολιτική ισότητα, και έπεται η συζήτηση περί οικονομικής ή κοινωνικής ισότητας. Η άμεση δημοκρατία δεν είναι οικονομικό και κοινωνικό καθεστώς, αλλά πρωτίστως πολιτικό και βεβαίως ανοικτό σε μετέπειτα προτάσεις. H προτεραιότητα ανήκει στην πολιτική και όχι στην οικονομία. Το αντίστροφο οδηγεί στον μαρξιστικό οικονομισμό στον οποίο είναι εγλωβισμένη η Αριστερά. Έτσι ο «κομμουνισμός» και η «κατάργηση της εργατικής τάξης και της μισθωτής εργασίας» δεν μπορεί να είναι προαποφασισμένα θεωρητικά ζητήματα από διανοουμένους, «ειδικούς» και κομματικές μειοψηφίες, που θα θελήσουν να τα επιβάλλουν με τον οποιονδήποτε βίαιο τρόπο, χωρίς τη συγκατάθεση της κοινωνίας, όπως έγινε στο παρελθόν στις πρώην ολοκληρωτικές «σοσιαλιστικές» και «κομμουνιστικές» χώρες με τα γνωστά οικτρά αποτελέσματα. Είναι μετα-δημοκρατικά ζητήματα και, όπως όλα, εκφράζονται και υλοποιούνται σε ένα πλαίσιο θεσμών και νόμων, με τους οποίους λειτουργεί και τους οποίους εγκαθιδρύει η ίδια η αμεσοδημοκρατική κοινωνία.[1]
Η άμεση δημοκρατία δεν έχει κανένα πρότυπο και μοντέλο ούτε οποιοδήποτε συγκεκριμένο, καθορισμένο και δεσμευτικό εκ των προτέρων περιεχόμενο, άρα ούτε τον «σοσιαλισμό», τον «κομμουνισμό» ή την «αταξική κοινωνία». Πολύ περισσότερο ουδεμία σχέση έχει με την περιβόητη «δικτατορία του προλεταριάτου» (ή τη δικτατορία του «προλεταριακού κόμματος») που ήταν και είναι καταστατική αρχή του μαρξισμού, του κομμουνισμού, του λενινισμού, του σταλινισμού, του μαοϊσμού. Αυτές οι διακηρύξεις βρίσκονται στον αντίποδα της άμεσης δημοκρατίας και της αυτοκυβέρνησης, διότι ευνοούν την αντιπροσώπευση, το κόμμα, τη γραφειοκρατία, την κάθετη ιεραρχική οργάνωση, τον διαχωρισμό σε «ειδικούς» και μη ειδικούς, σε αυτούς «που ξέρουν» και αυτούς που «δεν ξέρουν», σε κομματικούς γραφειοκράτες και εκτελεστές. Γι’ αυτό  οι διακηρύξεις περί «σοσιαλισμού» και «κομμουνισμού» αποτελούν συνθήματα των αποτυχημένων σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων, των τροτσκιστικών, σταλινικών, μαοϊκών αποκομμάτων και κάποιων μαρξιστών διανοουμένων.
Τρίτο επιχείρημα: ο μαρξισμός και ο κομμουνισμός δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις με την άμεση δημοκρατία, όχι μόνο στο πρακτικό επίπεδο των θεσμών αλλά και στο θεωρητικό. Η αδυναμία ή η άρνηση να ενσωματωθεί η άμεση δημοκρατία στη σκέψη της Αριστεράς έχει τις ρίζες στους ιδρυτές του κομμουνισμού, τον Μαρξ και τον Ένγκελς, οι οποίοι στο καταγωγικό ιδεολογικό κείμενό τους, στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (1848), ουδόλως ασχολούνται με τη δημοκρατία, ούτε άλλωστε και στα μεταγενέστερα έργα τους.[2] Αλλά και οι μετέπειτα μαρξιστές συγγραφείς, όπως ο Λούκατς, ο Γκράμσι ή οι στοχαστές της Σχολής της Φραγκφούρτης, δεν μπόρεσαν να διατυπώσουν μία θεωρία δημοκρατίας.[3] Μάλιστα ο Habermas, νεώτερος απόγονος της τελευταίας, κατέληξε υποστηρικτής του φιλελευθερισμού και του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος το οποίο εκλαμβάνει ως δημοκρατία.[4] Η ίδια απουσία της δημοκρατίας διαπιστώνεται και στους στοχαστές της γαλλικής μαρξιστικής σχολής του Αλτουσέρ, στην οποία ανήκαν ο Μπαλιμπάρ και ο Ρανσιέρ, που, ανανήψαντες εν μέρει, προσπαθούν τελευταίως να συλλαβίσουν με δυσκολία το εγχειρίδιο της δημοκρατίας. Από την πλευρά τους ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ είναι μίλια μακρυά, γοητευμένοι από τα ιδεώδη του κομμουνισμού και του σταλινισμού.
Το αρνητικό των σημερινών υποστηρικτών της κομμουνιστικής ιδεολογίας είναι το ότι δεν διευκρινίζουν πώς θα πραγματοποιηθούν ο «σοσιαλισμός», ο «κομμουνισμός» και η «αταξική κοινωνία». Τουλάχιστον τα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα εξηγούσαν πως θα γίνουν αυτά: με την «προλεταριακή επανάσταση» υπό την καθοδήγηση της «επαναστατικής πρωτοπορίας» που εκφράζεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα, με την εγκαθίδρυση σε πρώτο στάδιο της «δικτατορίας του προλεταριάτου», του «σοσιαλισμού», με απώτερο στόχο τον «κομμουνισμό» και την «αταξική κοινωνία». Οι σχετικές συνταγές αποτυχίας υπάρχουν στα βιβλία του Λένιν, του Τρότσκι, του Μάο κ.ἀ. Αυτά όλα όμως σήμαιναν την πρωτοκαθεδρία του κόμματος και της δογματικής θεωρίας, άρα την απουσία της πολιτικής και της κοινωνίας, τα οποία είναι οι πυλώνες του δημοκρατικού προτάγματος.  
Ένα άλλο επιχείρημα είναι πως ο κομμουνισμός και ο σοσιαλισμός δεν υπήρξαν προτάγματα της κοινωνίας, αλλά κοινωνικών και πολιτικών μειοψηφιών που εκφράζονταν συνήθως από τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Ως μειοψηφίες κατέλαβαν στρατιωτικώς με εμφύλιο ή πραξικοπηματικώς την εξουσία, δίνοντας δια της προπαγάνδας την εντύπωση πως ήταν πλειοψηφίες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι πρώην ανατολικοευρωπαϊκές και ασιατικές δικτατορίες των Κομμουνιστικών Κομμάτων, οι λεγόμενες «λαϊκές δημοκρατίες», βασισμένες στην ανελευθερία, στην ανισότητα και σε αντιδημοκρατικές πρακτικές. Επειδή ακριβώς ήταν μειοψηφίες επέβαλαν τις δικτατορίες για να επιβιώσουν και να συντηρηθούν. Εναπομείναντα δείγματα είναι η Κούβα, η Κίνα και η Β. Κορέα. Όπως, λοιπόν, έδειξε η Ιστορία και οι εμπράγματες μορφές τους, τα προτάγματα του μαρξιστικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού συνεισέφεραν, στην εγκαθίδρυση και εδραίωση του αυταρχισμού και της ετερονομίας. Συνεπώς δεν μπορούν να συνεισφέρουν στην ανάδυση του προτάγματος της αυτονομίας.
Αυτό μας οδηγεί στο πέμπτο επιχείρημα εναντίον της ταύτισης άμεσης δημοκρατίας και κομμουνισμού. Το πρόταγμα της αυτονομίας,  όταν αναδύθηκε, δεν είχε ως πρόταση τον κομμουνισμό και την αταξική κοινωνία Είχε πρωτίστως την απελευθέρωση από κατεστημένες αυταρχικές κοσμικές και θρησκευτικές εξουσίες, την κατοχύρωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ατομικών ελευθεριών, την απαίτηση ελευθερίας, δικαιοσύνης, ισότητας και δημοκρατίας, και οδήγησε σε πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές κατακτήσεις. Όλες σχεδόν οι γνήσιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις που έγιναν στην Ιστορία στηρίχθηκαν στην άμεση συμμετοχή των ανθρώπων, στον αυτοκαθορισμό και την αυτοοργάνωσή τους: αγγλική επανάσταση του 1688, συνελεύσεις πολιτών στην αμερικανική επανάσταση του 1776, sections de Paris στην γαλλική επανάσταση του 1789, τα σοβιέτ το 1905 και το 1917 (πριν την εξουδετέρωσή τους από τον Λένιν και τους μπολσεβίκους), τα εργατικά συμβούλια στην Ισπανία του 1936, η ουγγρική εξέγερση το 1956, τα κινήματα αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60 σε όλο σχεδόν τον δυτικό κόσμο και κυρίως ο Μάης του ’68 στη Γαλλία.[5] Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εργατικό κίνημα στις απαρχές του, που είχε ως στόχους τις ιδέες του μετασχηματισμού της κοινωνίας και της αυτοκυβέρνησης των παραγωγών, όπως συναντώνται λ.χ. στις εφημερίδες και στην οργάνωση των Άγγλων εργατών από το 1810 ως το 1840, δηλαδή πολύ πριν από την εμφάνιση του Μαρξ και την ιδέα του κομμουνισμού.
Όσον αφορά στην Ελλάδα μπορούμε να πούμε πως το πρόταγμα της αυτονομίας ανεφάνη δύο μόνο φορές: την πρώτη με το  αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα της περιόδου 1972-73 με κορύφωση την εξέγερση και την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973[6] και τη δεύτερη με το κίνημα στις πλατείες το 2011 για την άμεση δημοκρατία.[7] Και στις δύο περιπτώσεις αυτό που διακατείχε τα άτομα που συμμετείχαν ήταν η επιδίωξη της ελευθερίας, της λαϊκής κυριαρχίας και της δημοκρατίας. Σε καμία περίπτωση δεν τέθηκε το θέμα του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αταξικής κοινωνίας. Αντιθέτως, το εμπνεόμενο από το ΚΚΕ και άλλες παρεμφερείς οργανώσεις κίνημα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ (1942-45), δεν είχε καμία σχέση με την αυτονομία και τη δημοκρατία. Από την αρχή μέχρι το τέλος ήταν ένα γραφειοκρατικό, ελεγχόμενο από τα πάνω, κίνημα που είχε ως στόχο, εκτός βεβαίως του αγώνα κατά των ναζί κατακτητών, την εγκαθίδρυση ανελεύθερου καθεστώτος παρόμοιο με αυτό των ανατολικών κομμουνιστικών δικτατοριών («λαοκρατία»), υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, όπως απέδειξε και η πραξικοπηματική προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας τον Δεκέμβριο του 1944 και ο μετέπειτα εμφύλιος του 1946-49.[8]
Εκλεκτό παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας είναι η αθηναϊκή του 5ου-4ου π.Χ. αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αυτή εκλαμβάνεται ως πρότυπο ή μοντέλο, ως ιδανική και παραδείσια κατάσταση. Αναφέρεται για το γεγονός πως ήταν το μόνο «παράδειγμα» άμεσης δημοκρατίας που είχε ζωή δύο περίπου αιώνων και έδωσε θεσμούς, έννοιες, επιχειρήματα και σημαντικό πολιτισμό, τα οποία αποτελούν σημαντική παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα. Ο αθηναϊκός δήμος δεν κατάργησε το οικονομικο-κοινωνικό σύστημα της εποχής, έλαβε όμως σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά μέτρα για τα κατώτερα στρώματα, φορολογώντας μόνο τα ανώτερα. Όλες σχεδόν οι άλλες προσπάθειες απέτυχαν να εγκαθιδρύσουν καθεστώς άμεσης δημοκρατίας, είτε από δικές τους αδυναμίες, είτε από την άγρια καταστολή της εξουσίας, είτε και από τα δύο μαζί. Αποτελούν εν τούτοις συμβολές στο πρόταγμα της αυτονομίας, αφού ανέδειξαν τον αμεσοδημοκρατικό αντιγραφειοκρατικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας και έδωσαν μορφές που συνέβαλαν στην εξέλιξη της ανθρώπινης αυτογνωσίας και ελευθερίας. Ταυτοχρόνως όμως συνιστούν και αρνητικά παραδείγματα για τον τρόπο εφαρμογής των ιδεών τους, άρα η μελέτη τους είναι απαραίτητη για μελλοντικές κινήσεις.[9]
Τέλος, οι στοχαστές που ασχολήθηκαν με την άμεση δημοκρατία και ανέδειξαν τις αρχές της δεν έθεσαν ποτέ ως περιεχόμενό της τον «σοσιαλισμό» ή τον «κομμουνισμό»: από την αρχαία εποχή οι φιλόσοφοι Πρωταγόρας, Δημόκριτος και Αριστοτέλης, πολιτικοί όπως ο Περικλής, ο Δημοσθένης, ο Λυκούργος, έως την νεώτερη εποχή ο Σπινόζα και ο Ρουσσώ, και τη σύγχρονη η Άρεντ και ο Καστοριάδης.
Συνεπώς η αντίληψη που ταυτίζει την άμεση δημοκρατία και τον «κομμουνισμό», είναι πολύ προβληματική. Εκφράζεται δε από μία Αριστερά η οποία, υπό το βάρος τόσο της παταγώδους αποτυχίας των κομμουνιστικών καθεστώτων και των μαρξιστικών ιδεολογιών όσο και του ρεύματος εσχάτως υπέρ της άμεσης δημοκρατίας, αναγκάζεται να επιχειρήσει την οικειοποίηση του ρεύματος αυτού για λογαριασμό της. Προσπαθεί έτσι να βρίσκεται στην επικαιρότητα ή στη μόδα, να προσελκύσει ψηφοφόρους και επί πλέον να καλύψει το μεγάλο κενό τής θεωρητικής της ένδειας. Πρόκειται δηλαδή για παλαιά δοκιμασμένη τακτική, και με χεγκελιανή ορολογία, για «πανουργία του αριστερού λόγου».
Εάν όμως η συζήτηση απογαλακτισθεί από κομματικούς, μαρξιστικούς ιδεολογικούς και τελεολογικούς όρους, μπορεί να βρει το σωστό πολιτικό της πλαίσιο. Η πολιτική ισότητα εξαρτάται οπωσδήποτε από την οικονομική, η οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρά με την κοινωνικοποίηση των σημαντικών τουλάχιστον τομέων της παραγωγής. Εν προκειμένω κοινωνικοποίηση σημαίνει τη συλλογική διαχείριση της παραγωγής από τους ίδιους τους παραγωγούς, όχι από κόμματα, συνδικαλιστές και γραφειοκράτες. Το πώς όμως θα γίνει αυτό μένει να διερευνηθεί. Περαιτέρω μπορούν να προταθούν η αύξηση του ελεύθερου χρόνου, η υπέρβαση του καταναλωτισμού και της καταναλωτικής ιδεολογίας, η απο-ανάπτυξη, η ανατροπή της κυρίαρχης σημασίας της διαρκούς οικονομικής μεγέθυνσης, της προτεραιότητας της οικονομίας και του κέρδους. Αυτά σχετίζονται με την οικονομική ισότητα, την ισότητα μισθών, εισοδημάτων,  τα οποία όμως προϋποθέτουν μία δημοκρατική κοινωνία για τη συζήτησή τους, όπως προανέφερα.
                              
Τα παραπάνω εκτεθέντα δεν σημαίνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο ότι συνηγορούν υπέρ μιας φορμαλιστικής ή διαδικασιοκρατικής αντίληψης περί δημοκρατίας. Δεν αγνοούν δηλαδή το θετικό ή ουσιαστικό περιεχόμενό της, όπως τουλάχιστον εκτίθεται από την πλευρά της ίδιας της αθηναϊκής δημοκρατίας στον εξαίρετο «Επιτάφιο» του Περικλή: Φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας. (Ζούμε εμφορούμενοι από τον έρωτα του κάλλους και της σοφίας). Συμπληρώνεται δε με τον έρωτα της ελευθερίας και του κοινού αγαθού, του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο αυτό, καθορίζει και οριοθετεί επίσης το αντικείμενο της πολιτικής θέσμισης στη δημοκρατική πολιτεία.[10]  Περιεχόμενο της άμεσης δημοκρατίας είναι επίσης η ισότητα, η δικαιοσύνη, τα δικαιώματα, οι ατομικές ελευθερίες, η εξατομίκευση, η αυτοδιαχείριση, η αλληλεγγύη. Επίσης, ο ενδελεχής και ουσιαστικός έλεγχος κάθε εξουσίας από τον δήμο, ο απολογισμός των αξιωματούχων και η ανά πάσα στιγμή ανακλητότητά τους, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την πάταξη της διαφθοράς, άρα για την συνύπαρξη πολιτικής και ηθικής που τόσο διατυμπανίζεται από τους σύγχρονους ηθικολόγους και ηθικούς φιλοσόφους. Ιδού λοιπόν τα ηθικά, πολιτικά και ανθρωπιστικά περιεχόμενα της άμεσης δημοκρατίας - το αξιακό περιεχόμενό της, το οποίο δύναται να εξασφαλισθεί μόνο από τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία.

 

Λένιν και Κομμουνιστικό Κόμμα κατά της δημοκρατίας


Μία άλλη σύγχυση που υπήρξε αφορά στην υποτιθέμενη σχέση άμεσης δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού. Μερικοί έφθασαν μέχρι του σημείου να υποστηρίξουν πως η άμεση δημοκρατία οδηγεί στον ολοκληρωτισμό. Η επιχειρηματολογία τους δεν είναι σοβαρή για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων επειδή ταυτίζουν λανθασμένα την άμεση δημοκρατία με τα δημοψηφίσματα και το αστικό «κράτος δικαίου».[11] Επί πλέον δεν ανέφεραν ιστορικά παραδείγματα, παρά μόνο τα σοβιέτ και το κομμουνιστικό καθεστώς στη Ρωσία. Όμως εδώ γίνεται μία λαθροχειρία. Το γεγονός πως η χώρα που προέκυψε μετά τον Οκτώβριο 1917, με κορμό τη Ρωσία, είχε την ονομασία «Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Πολιτειών (Republics)» ή απλώς «Σοβιετική Ένωση» ουδόλως σήμαινε πως αυτή ήταν άμεση δημοκρατία ή πως τα σοβιέτ είχαν κάποια ουσιαστική εξουσία. Αντιθέτως, όπως εξηγώ συνοπτικώς στα επόμενα η ουσιαστική εξουσία ανήκε εξ ολοκλήρου στο Κομμουνιστικό Κόμμα και στον κρατικό μηχανισμό, ήταν δε καθαρή δικτατορία.
Μετά τον Οκτώβριο του 1917 ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι κατάφεραν να σφετερισθούν την εξουσία των πολλών (σοβιέτ) με χειραγώγηση και ποδηγέτηση, και να επιβάλουν με βία και τρομοκρατία την κομματική γραφειοκρατία και δικτατορία, την οποία ονόμασαν «λαϊκή δημοκρατία», «σοσιαλισμό» ή «κομμουνισμό». Η αποδυνάμωση και εξαφάνιση των σοβιέτ δεν οφείλεται σε καμία ιστορική και πολιτική αναγκαιότητα, όπως υποστηρίζουν οι αμετανόητοι λενινιστές, αλλά στις λενινιστικές μεθοδεύσεις και στις μπολσεβίκικες μηχανορραφίες. Η αντιδημοκρατική συμπεριφορά του λενινισμού-μπολσεβικισμού εκδηλώθηκε σε πολλές περιπτώσεις: ανατροπή της προσωρινής κυβέρνησης, πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας, κατάργηση της Συντακτικής συνέλευσης και των γενικών εκλογών, κατάργηση των ατομικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εξόντωση των αντιφρονούντων και όλων των διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων (Μενσεβίκοι, Σοσιαλεσέροι, Εργατική Αντιπολίτευση), καθώς και των κοινωνικών-πολιτικών κινημάτων (Κομμούνα της Κροστάνδης, κίνημα του Μάχνο).
Οι  εξοντώσεις και οι εκκαθαρίσεις οφείλονταν στην έμμονη ιδέα του Λένιν ότι κατείχε την «επιστημονική αλήθεια» και ότι αυτή ήταν ο μοναδικός δρόμος για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Άλλωστε στην αρχή που εμφανίσθηκαν τα σοβιέτ (1905) ο Λένιν δεν μπορούσε να τα καταλάβει, διότι υπερέβαιναν και ανέτρεπαν το σχήμα που είχε στο μυαλό του: την «επαναστατική πρωτοπορία», δηλαδή το κόμμα, που θα εισήγαγε την «επαναστατική συνείδηση»  στους εργάτες και θα οδηγούσε την «επανάσταση» στον νικηφόρο «σοσιαλισμό». Για τον ιδρυτή του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος η αυτοοργάνωση, η αυτενέργεια και η αυτόνομη δυναμική των εργατών και των άλλων κοινωνικών στρωμάτων ήταν εντελώς αδιανόητη. Οι λενινιστές βεβαίως επικαλούνται το Κράτος και επανάσταση (1917) στο οποίο ο Λένιν αναφέρεται με ευνοϊκό τρόπο στη βάση και στην αποδυνάμωση του κράτους. Είναι άλλωστε το μόνο έργο στο οποίο έχουμε τέτοιες ενδείξεις, αλλά παρέμεινε στο στάδιο των θεωρητικών διερευνήσεων, διότι μετά υπερνίκησε η κομματική γραφειοκρατική και αυταρχική αντίληψη που οδήγησε σε βίαιη καταστολή. Αξίζει να αναφερθεί ενδεικτικώς η περίπτωση της Κροστάνδης (1921) κατά την οποία οι εξεγερμένοι είχαν ως σύνθημα το «Όλες οι εξουσίες στα σοβιέτ και όχι στο Κόμμα» και απαιτούσαν την εφαρμογή του Συντάγματος του 1918 που διεκήρυττε πως όλη η εξουσία ανήκε στα σοβιέτ. Είναι εμφανές πως η Κροστάνδη αποτελούσε εμπόδιο στα αυταρχικά γραφειοκρατικά σχέδια του Λένιν και γι αυτό διέταξε την ολοσχερή καταστολή της από τον Κόκκινο Στρατό. Ο απολογισμός ήταν πολλές χιλιάδες νεκροί και τραυματίες,  8.000 πρόσφυγες στη γειτονική Φινλανδία και εκκαθαρίσεις 15.000 ναυτών από τον στόλο.[12]  
Από την πλευρά των Αριστερών προβάλλεται ένα επιχείρημα που υποστηρίζει ότι τα σοβιέτ δεν μπορούσαν να λάβουν γρήγορες αποφάσεις για όλη την κοινωνία και γι’ αυτό χρειαζόταν προς τούτο επειγόντως μία εκτελεστική εξουσία και ενδιάμεσα όργανα, δηλαδή η γραφειοκρατία του κομμουνιστικού κόμματος. Το ερώτημα εν προκειμένω είναι: πώς δικαιολογούνται τα λενινιστικής και μπολσεβίκικης αποδοχής συνθήματα: «Όλη η εξουσία στα σοβιέτ» και «Σοσιαλισμός σημαίνει σοβιέτ συν εξηλεκτρισμός»; Τα συνθήματα αυτά δύο πράγματα ενδέχεται να σημαίνουν: είτε ότι πιστεύεις πραγματικά και εργάζεσαι εντός των σοβιέτ για να τα καταστήσεις την ουσιαστική εξουσία είτε ότι πιστεύεις ότι το κόμμα έχει την αλήθεια και την πρωτοκαθεδρία οπότε τα σοβιέτ πρέπει να αποτελέσουν τα εργαλεία του. Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι πίστευαν το δεύτερο: αντί να εμπιστευθούν τα σοβιέτ και να προσπαθήσουν να τα κάνουν όργανα αποφάσεων και θέσπισης νόμων, προσπάθησαν να τα αποδυναμώσουν και να μεταφέρουν τα κέντρα της εξουσίας και των αποφάσεων στο κόμμα και στο κράτος. Επεχείρησαν δηλαδή να ελέγξουν τα σοβιέτ και να τα χρησιμοποιήσουν ως κομματικά όργανα, ως εργαλεία των σκοπών τους, πράγμα που στο τέλος κατάφεραν, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση και τη γραφειοκρατικοποίησή τους, καθώς και τη γραφειοκρατικοποίηση όλου του κοινωνικο-πολιτικού βίου.[13]
Οι αυταρχικές και αντιδημοκρατικές ενέργειες του Λένιν και των μπολσεβίκων, η παραγκώνιση των σοβιέτ και των άλλων πολιτικών δυνάμεων, ο σφετερισμός της εξουσίας προς όφελος της ολιγαρχίας του μπολσεβίκικου κόμματος, είχαν ολέθρια αποτελέσματα. Κατ’ αρχάς προκάλεσαν τον εμφύλιο πόλεμο και επέβαλαν κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Στη συνέχεια, οδήγησαν στο ανελεύθερο αυταρχικό καθεστώς της κομματικής γραφειοκρατίας που με τη σειρά του αποτέλεσε τη βάση και την προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση του σταλινικού ολοκληρωτισμού. Την μετεξέλιξη των πολιτικών γεγονότων του Οκτωβρίου 1917 σε αυτά τα αντιδημοκρατικά αποτελέσματα, με ευθύνη του Λένιν και των μπολσεβίκων, είχε προβλέψει από πολύ νωρίς η Ρόζα Λούξεμπουργκ - επίσης μαρξίστρια κομμουνίστρια – σε δύο οξυδερκή κείμενά της.[14] Έτσι, το μεγάλο έλλειμμα στη Ρωσία μετά τον Οκτώβριο του 1917 ήταν η ελευθερία και η άμεση δημοκρατία, και όχι, όπως λέγεται από τους αριστερούς, τα «ενδιάμεσα σώματα», τα απαραίτητα δήθεν για να λαμβάνουν γρήγορες αποφάσεις τις οποίες επέβαλε η συγκυρία. Άλλωστε και στις άλλες χώρες του ανατολικού και ασιατικού στρατοπέδου, στις οποίες δεν υπήρξαν σοβιέτ, ο ολοκληρωτισμός επιβλήθηκε και λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο κατάληψης της υπάρχουσας εξουσίας από τα αντίστοιχα Κομμουνιστικά Κόμματα, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την άμεση δημοκρατία.
Συνεπώς, αυτό που οδήγησε στον αυταρχισμό, στη δικτατορία του Κομμουνιστικού Κόμματος και, τέλος, στον σταλινικό ολοκληρωτισμό δεν ήταν τα σοβιέτ, αλλά αντιθέτως η αδυναμία τους να αποσοβήσουν τη γραφειοκρατικοποίηση και τον λενινισμό,. Ο Λένιν και ο μπολσεβικισμός ήταν η αιτία της αποδυνάμωσης των σοβιέτ, της εξαφάνισης της άμεσης δημοκρατίας, της διόγκωσης της κρατικής και κομματικής γραφειοκρατίας και της επιβολής τους επί της κοινωνίας. Ο Λένιν ήταν ο αληθινός δημιουργός του ολοκληρωτισμού.[15]

Τα οράματα του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της αταξικής κοινωνίας ενταφιάσθηκαν στα ερείπια των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων το 1989. Αυτό που κυρίως ενταφιάσθηκε ήταν η ελπίδα πως υπήρχε η δυνατότητα τα καθεστώτα αυτά να μεταρρυθμισθούν και να γίνουν ελεύθερα με ένα άλλο είδος «δημοκρατικού σοσιαλισμού», που να είναι ελκυστικός σε Δύση και Ανατολή. Χάθηκε δηλαδή η προοπτική ότι το μέλλον θα είναι σοσιαλιστικό και κομμουνιστικό. Έκτοτε είναι αδύνατον να τεθεί το μέλλον υπό οποιαδήποτε κομματική, ιδεολογική ή μεσσιανική αιγίδα. δεν μπορούμε να το σκεφθούμε με τα εργαλεία του μαρξισμού-λενινισμού. Κατέρρευσε επομένως και ένα είδος σκέψης που έδινε το πλαίσιο σε ορισμένους να σκέπτονται την ιστορία, την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον ίδιο τον εαυτό τους. Μάλιστα ο μαρξικός «ιστορικός υλισμός» είχε θεωρηθεί επιστήμη που θα αντικαθιστούσε τον στοχασμό για την ιστορία και την κοινωνία– «η επιστημολογική τομή» του Αλτουσέρ. Διαλύθηκαν σημασίες όπως η παραδοσιακή έννοια της επανάστασης με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας, η γραμμική εξέλιξη της ιστορίας προς μία αταξική κοινωνία, η «πρόοδος» και οι «προοδευτικές δυνάμεις», οι «οικονομικοί και κοινωνικοί νόμοι», ο «επαναστατικός προορισμός» της εργατικής τάξης, ο «επιστημονικός σοσιαλισμός». Με άλλα λόγια κατέρρευσε μία κοσμοθεωρητική αντίληψη - κομμουνισμός και μαρξισμός-λενινισμός - που μετρούσε πάνω από έναν αιώνα ζωής.[16]       
Έκτοτε η Αριστερά έχει μεγάλο πρόβλημα να συλλάβει και να φαντασθεί το μέλλον - μαζί της και ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας. Όμως, όπως σημειώνει ο Karl Mannheim, αν δεν μπορούμε να φαντασθούμε το μέλλον, δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε το παρελθόν. Αυτό έχει πάθει και η Αριστερά: δεν δύναται να ερμηνεύσει κριτικά το παρελθόν, να δει τα αίτια για τα τερατώδη συστήματα του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, να απαλλαγεί από τα φαντάσματα του παρελθόντος και να ενταχθεί στο πρόταγμα της δημοκρατίας. Δεν προβληματίζεται για ποιον λόγο όλα τα καθεστώτα που κατέλαβαν την εξουσία στο όνομα του Μαρξ, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, δεν μπόρεσαν να εγκαθιδρύσουν ένα δημοκρατικό ανθρώπινο πολίτευμα. Ούτε ένα. Δεν αναρωτιέται αν υπάρχουν θανάσιμα λάθη στη θεωρία, άρα και στους στόχους, ώστε να τα δει και να τα διερευνήσει. Η Αριστερά αρνείται να καταλάβει ότι η κριτική στον καπιταλισμό δεν σημαίνει αναγκαστικώς γραφειοκρατικό «σοσιαλισμό» ή μαρξικό «κομμουνισμό». Επιμένει σε σοσιαλιστικές φαντασιώσεις, σε κομμουνιστικά ιδεολογήματα και κλισέ που νομίζει ότι θα επενδύσει  με νέο περιεχόμενο.
Όμως δεν υπάρχει κάποιο άλλο αγνό νόημα του σοσιαλισμού ή του κομμουνισμού που οι μεταγενέστερες γενεές μαρξιστών-λενινιστών να ανακαλύψουν, κρυμμένο στα γραπτά του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν, του Τρότσκι ή οποιουδήποτε άλλου. Οι όροι αυτοί είναι «γυμνά ονόματα», κελύφη κενά περιεχομένου. Δυστυχώς το μόνο νόημά τους ήταν αυτό που υπήρξε και έλαβε θεσμική μορφή στις ανατολικές χώρες - είναι αυτό που μεταφέρεται από τα αποτυχημένα κομμουνιστικά κόμματα. Το δημιουργικό όραμα που μπορεί να δοθεί στο μέλλον από το σκεπτόμενο κοινωνικό πράττειν είναι η άμεση δημοκρατία, απαραίτητη προϋπόθεση για οποιονδήποτε άλλον στόχο, για οικονομική και κοινωνική ισότητα.


[1] Αναλυτικά για τις αρχές, τους θεσμούς και τα επιχειρήματα της άμεσης δημοκρατίας βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Παπαζήσης, Αθήνα, 2007.
[2] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία,  Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 77-78. Κάποιες γενικές θεωρητικές σκέψεις εκφράζει ο Μαρξ μόνο στην Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου (1843-44), ελλ. μτφ. στις εκδόσεις Παπαζήση.  
[3] Ο Α. Γκράμσι, αν και υποστήριξε τα εργοστασιακά συμβούλια στη διαμάχη τους με τα Συνδικάτα στην Ιταλία τη διετία 1919-20, παρέμεινε λενινιστής και τελικώς συντάχθηκε, όχι χωρίς επιφυλάξεις, με τη σταλινική πλειοψηφία, τόσο ως προς τα οργανωτικά προβλήματα (μπολσεβικοποίηση και πόλεμος εναντίον των τάσεων) όσο και ως προς τα στρατηγικά (δικτατορία του προλεταριάτου, οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία χώρα). 
[4] Βλ. Κ. Καβουλάκος, «Κράτος δικαίου και δημοκρατία στον J. Habermas», Αξιολογικά, αρ. 13, Απρίλιος 2000.
[5] Περισσότερα για τα κινήματα αυτά βλ. Κ. Λάμπος, Άμεση δημοκρατία και αταξική κοινωνία,  Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2012.
[6] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Πολυτεχνείο: Αυτοοργάνωση και αυτονομία» (1993), στο Παπαχρήστος Δ. (επιμ.), Το Πολυτεχνείο ζει; Όνειρα – Μύθοι – Αλήθειες, Λιβάνης, Αθήνα, 2004. Επίσης Γ. Ν. Οικονόμου, «Αυτοσυγκρότηση και αυτονομία του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος», Η Αυγή, 16. 11. 2003.
[7] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Ο δρόμος προς την άμεση δημοκρατία», Η Εποχή, 31. 7. 2011. Και Γ. Ν. Οικονόμου, «Άμεση δημοκρατία στο Σύνταγμα», Ελευθεροτυπία, 19. 8. 2011. Διαθέσιμα, όπως και τα προηγούμενα, στο:  oikonomouyorgos.blogspot.com. 
[8] Βλ. Α. Στίνας, Αναμνήσεις, Ύψιλον, Αθήνα, 1985. Και Α. Στίνας, ΕΑΜ ΕΛΑΣ ΟΠΛΑ,  Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984. Επίσης Κ. Καστοριάδης, Ακυβέρνητη κοινωνία, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 39-40. Και Κ. Καστοριάδης, Η άνοδος της ασημαντότητας, Ύψιλον, Αθήνα, 2000, σ. 112.     
[9] Ένα από αυτά τα παραδείγματα (Ρωσία 1917) εξετάζω πιο κάτω στο δεύτερο μέρος. 
[10]  Καστοριάδης, Η ελληνική ιδιαιτερότητα, τόμ. Β΄ (Κριτική, Αθήνα 2008), σ. 248-249 και τόμ. Γ΄ (Κριτική, Αθήνα 2011), σ. 209.
[11] Τα περιορισμένα όρια του παρόντος κειμένου δεν επιτρέπουν μία εκτενέστερη επιχειρηματολογία, η οποία θα οδηγούσε άλλωστε σε άλλα πλαίσια. 
[12] Βλ. Ida Mett, Κομμούνα της Κροστάνδης, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1972, σ. 61-62.
[13] Ο Α. Πάνεκουκ (Τα εργατικά συμβούλια, Αθήνα, 1996, σ. 104-105) γράφει: «Όταν το κόμμα σχημάτισε κυβέρνηση τα σοβιέτ εξαλείφθηκαν βαθμιαίως και από όργανα αυτοδιεύθυνσης περιορίσθηκαν σε ρόλο βοηθητικών οργάνων του κυβερνητικού μηχανισμού [...] Οι εργάτες δεν είναι περισσότερο κύριοι των μέσων παραγωγής από όσο στον δυτικό καπιταλισμό. Εκείνος που τους δίνει μισθό και τους εκμεταλλεύεται είναι το κράτος, ο μοναδικός καπιταλιστής, ένας καπιταλιστής μαμούθ». Ο Πάνεκουκ είχε δηλώσει (Proletarier, 7-8, 1927) πως «από το 1918 μέχρι σήμερα κάθε κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ιστορίας μπορεί να τιτλοφορείται: Η ήττα της επανάστασης». 
[14] Ρ. Λούξεμπουργκ, «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» (1904) και «Κριτική της ρωσικής επανάστασης» (1918). Επίσης ο Καρλ Κάουτσκι, θεωρητικός της Β’ Διεθνούς, εξέφρασε τις επιφυλάξεις και την κριτική του σε τρία κείμενά του: «Η δικτατορία του προλεταριάτου» (1918), «Τρομοκρατία και κομμουνισμός» (1919), «Από τη δημοκρατία στη σκλαβιά του κράτους» (1921). Ήδη από το 1918 έγραφε πως ο βολονταρισμός των Ρώσων μπολσεβίκων, που πίστευαν πως η θέληση και η αποφασιστικότητα του κόμματος αρκούσαν για όλα, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην καταστροφή. Ο Λεόν Μπλουμ το 1920 είχε προειδοποιήσει για τον δεσποτικό μηχανισμό που τέθηκε σε εφαρμογή από τον Λένιν. Η αναρχική Έμμα Γκόλντμαν (Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία, μτφ., Αθήνα, 2009) ζώντας τα γεγονότα από κοντά στη Ρωσία επί δύο έτη (1920-21) κατήγγειλε τα εγκλήματα του καθεστώτος, γράφοντας πως «οι Μπολσεβίκοι είναι οι ιησουίτες της σοσιαλιστικής επανάστασης: πιστεύουν στο απόφθεγμα ότι ο σκοπός δικαιώνει τα μέσα».
[15] Κ. Καστοριάδης, «Μαρξισμός – Λενινισμός: Η κονιορτοποίηση» (1990), Η άνοδος της ασημαντότητας, Ύψιλον, Αθήνα, 2000, σ. 58. Βλ. επίσης H. Arendt, Το ολοκληρωτικό σύστημα (1951), Ευρύαλος, Αθήνα, 1988. Κ. Παπαϊωάννου, Η γένεση του ολοκληρωτισμού (1959), Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα, 1991.
[16] Για κριτική του μαρξισμού βλ. τα σχετικά κείμενα του Κ. Παπαϊωάννου και του Κ. Καστοριάδη. Του τελευταίου βλ. «Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία» (1965), στο Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, Ράππας, Αθήνα, 1981.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ




[Δημοσιεύθηκε σε δύο μέρη: Α΄ Μέρος, στην Νέα Κοινωνιολογία, αρ. 43, Χειμώνας 2006-2007, και Β΄ Μέρος, στο Αντί, αρ. 845, Ιούνιος 2005]


ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Δρ Φιλοσοφίας
                       

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Κ. ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ


Για το βιβλίο του Φ. Τερζάκη,
Το πνεύμα στην εξορία, Παπαϊωάννου-Καστοριάδης-Αξελός
Έρασμος, Αθήνα, 2003, σ. 69

            Το μικρό αυτό βιβλίο αναφέρεται στους τρεις εξορίστους από το 1945 στο Παρίσι Έλληνες στοχαστές Κ. Παπαϊωάννου (σ. 22-33), Κ. Καστοριάδη (σ. 34-59) και Κ. Αξελό (σ. 60-69). Αν και όπως φαίνεται από την ποσότητα των σελίδων, η μερίδα του λέοντος ανήκει στον Καστοριάδη, εν τούτοις το βιβλίο διαποτίζεται από την αρχή έως το τέλος από την μορφή του Παπαϊωάννου.
           Ηδη από πολύ ενωρίς, στην «εισαγωγή» του, ο Φώτης Τερζάκης (εφεξής ΦΤ)  αφήνει τις προθέσεις του να φανούν: μείωση και υποτίμηση του Κορνήλιου Καστοριάδη (σ. 16) και «αναβάθμιση» του Κώστα Παπαϊωάννου (σ. 17). Πράγματι ο ΦΤ αποδίδει την καστοριαδική έννοια συλλογικό φαντασιακό στην έννοια «ιστορικό ασυνείδητο» του Παπαϊωάννου, και την καστοριαδική κριτική του μαρξισμού «ως ιδεολογία της ετερονομίας», στις υποδείξεις του Παπαϊωάννου σχετικά με τον «τεχνικισμό» του Μαρξ (σ. 19, 27 ). Οι οφειλές ενός στοχαστή σε κάποιον άλλον είναι ένα θέμα που χρειάζεται συζήτηση, αναλυτική και πειστική, και όχι βιαστικούς αφορισμούς αυτού του είδους, και εν πάση περιπτώσει αυτό δεν μειώνει την αξία του πρώτου ούτε αυξάνει την αξία του δευτέρου,  πράγμα που κάνει με απλοϊκό τρόπο ο ΦΤ. Εξυψώνει  τον Παπαϊωάννου και τον τοποθετεί  στην κορυφή της τριάδας των τριών εξορίστων φιλοσόφων: «Παρότι λίγο νεώτερος από τους άλλους, ο Παπαϊωάννου - σήμερα το βλέπουμε καθαρά - υπήρξε ο πλέον ευαίσθητος και βαθύς, ο πλέον ρηξικέλευθος από τους τρεις,  στον οποίο χρωστούν ήδη πολλά οι άλλοι δύο» (σ. 17). Η άποψη αυτή της «εισαγωγής» επαναλαμβάνεται ακόμη τρεις φορές στη συνέχεια: σχεδόν αυτούσια όταν εξετάζει το έργο του Καστοριάδη (σ. 39, και μάλιστα σε όλη σχεδόν την σελίδα αναφέρει πάλι την προσφορά του Παπαϊωάννου), επαναλαμβάνεται επίσης με παραλλαγή όταν εξετάζει  το έργο του Αξελού (σ. 62), και φυσικά πάλι όταν εξετάζει το έργο του ίδιου του Παπαϊωάννου.
           Αυτή η leitmotiv άποψη είναι βεβαίως  μια προσωπική γνώμη του ΦΤ, την οποία δεν την αποδεικνύει - θέμα γούστου που θάλεγε και ο αείμνηστος Π. Κονδύλης. Αυτή όμως αφορά την παρέα του ΦΤ και δεν είναι σοβαρή δημόσια κριτική, της οποίας η δεοντολογία επιβάλλει την υποστήριξη των απόψεων, θετικών και αρνητικών, με ανάλυση και επιχειρήματα. Η ένστασή μας αυτή δεν θέλει να υποτιμήσει την αξία και την θεωρητική προσφορά του Παπαϊωάννου, αλλά να διαφωνήσει με την οιονεί δημοσιογραφική αντίληψη των φιλοσοφικών καλλιστείων που αναπτύσσει ο ΦΤ.
          Εκτός του Παπαϊωάννου, ο ΦΤ αποδίδει και όλες σχεδόν τις άλλες κύριες ιδέες του Καστοριάδη σε κάποιον άλλον στοχαστή, με σκοπό να μειώσει την πρωτοτυπία του (σ. 42, 46, 47, 49, 50, 51). Και σε αυτήν την περίπτωση ο ΦΤ πάλι δεν παραθέτει όχι μόνο ανάλυση και επιχειρήματα αλλά ούτε καν παραπομπές ή έργα,  παρά μόνο ορισμένα ονόματα. Ακόμη και όταν μια φορά αναφέρεται στην «πρωτότυπη συμβολή του Καστοριάδη» (σ.49), σπεύδει αμέσως να την αποδυναμώσει αναφέροντας τα ονόματα του Χούσσερλ και του Gombrich,  και αμέσως πριν, τα ονόματα του Καντ, του Χάιντεγκερ και του Φρόυντ, έτσι που η πρωτοτυπία του Καστοριάδη δεν είναι σαφής και ουσιαστικώς εξαφανίζεται.
         Ο ΦΤ γράφει επίσης: «η υπέρμετρη φιλοδοξία του [Καστοριάδη] τον οδηγεί σε μιά – εξεζητημένη πολλές φορές - προσωπική ορολογία, η οποία ... συχνότατα χρησιμεύει στο να κρύβει το χρέος του Καστοριάδη σε κάποιους θεωρητικούς του προδρόμους» (σ. 45). Η αλήθεια είναι διαφορετική. έκαστος φιλόσοφος όταν συλλαμβάνει με τον δικό του τρόπο (ίδιον) τον κόσμο, την κοινωνία, την ιστορία και τον άνθρωπο, οδηγείται και στην αντίστοιχη προσωπική ορολογία, σχηματίζει το δικό του λεξιλόγιο. Ετσι και ο Καστοριάδης ανέπτυξε την ορολογία του, στην αρχή ξένισε, αλλά τελικώς  επέβαλε πολλούς όρους μεταξύ των οποίων «φαντασιακό», «θέσμιση», «φαντασιακές σημασίες», «πρόταγμα», «αυτονομία», «δημιουργία εκ του μηδενός», κ.ά. που είναι ήδη κοινοί τόποι και στα χείλη των περισσοτέρων. Ποια λοιπόν ορολογία θεωρεί ο ΦΤ εξεζητημένη; Η  ορολογία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στην εποχή της δεν θα χαρακτηριζόταν εξεζητημένη με τους νεολογισμούς που εισήγαγαν; Η δαιδαλώδης ορολογία του Καντ λ.χ. της πρώτης κριτικής είναι εξεζητημένη; Η μήπως του Χέγκελ και του Μαρξ; Ποια είναι, τέλος, αυτή η «υπέρμετρη φιλοδοξία» του Καστοριάδη στην οποία αναφέρεται ο ΦΤ;
      Στην σ. 46 επαναλαμβάνει επίσης ο ΦΤ ότι ο Καστοριάδης «ήταν πάντα απρόθυμος να αναγνωρίζει τις επιρροές του», πράγμα που είναι λανθασμένο, διότι πολλές φορές αυτό γίνεται, όπως δύναται να διαπιστώσει ο προσεκτικός και αμερόληπτος αναγνώστης. Παραθέτουμε ορισμένες ενδείξεις,  λ.χ. στην Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας  ή στο Fait et a Faire, οι πηγές εμπνεύσεως του Καστοριάδη δηλώνονται ρητώς, όπου εκτός του Καντ, του Χέγκελ, του Μαρξ, του Βέμπερ, του Φρόυντ, και της Μέλανι Κλάιν αναφέρονται επίσης ο Αριστοτέλης, οι σοφιστές, ο Μοντεσκιέ, ο Φίχτε, ο Χάιντεγκερ κ.ά. Οσον αφορά την διαμόρφωσή του επίσης αναφέρει τους γονείς του, ορισμένους καθηγητές στο Γυμνάσιο, στο Πανεπιστήμιο και τον Στίνα. 
             Ο  ΦΤ αποδίδει επί πλέον στον Καστοριάδη «προσποίηση επιστημονικότητας ή φιλοσοφικού προφητισμού», πάλι χωρίς εξήγηση και δικαιολόγηση της απόψεώς του (σ. 19). Η άποψη αυτή αδικεί τον Καστοριάδη, ο οποίος είναι από τους λίγους σπανίζοντες σημερινούς φιλοσόφους, ο οποίος προσπάθησε να στηρίξει και να δικαιολογήσει τις απόψεις του χρησιμοποιώντας στοιχεία και επιχειρήματα από όλους σχεδόν τους τομείς του επιστητού, με τον ζήλο και την γνώση του ειδικού  σε έκαστο τομέα. Φιλοσοφία, Ψυχανάλυση, Μαθηματικά, Φυσική, Βιολογία, Επιστημολογία, Πολιτική, Κοινωνιολογία, Οικονομία, Γλωσσολογία, Εθνολογία,  Λογοτεχνία αρχαία και νέα, διατρέχουν το έργο του όχι ευκαιριακώς και δευτερευόντως, αλλά ουσιαστικώς και λειτουργικώς, προσφέροντας αρμούς και βασικά στοιχεία στην οικοδόμηση της αναλύσεως και της σκέψεώς του. Οποιος έχει διατρέξει την Φαντασιακη θέσμιση της κοινωνίας, και άλλα κείμενά του μένει κατάπληκτος από τον πλούτο των αναλύσεων, την γνώση όλων των ανωτέρω επιστημών, την κριτική ανάλυση ειδικών θεμάτων, την πρωτοτυπία και την προσωπική ματιά της κριτικής του, το εύρος και την συνθετότητα των θεμάτων. Οσον αφορά τον «φιλοσοφικό προφητισμό» δεν υπάρχει τέτοιος στον Καστοριάδη, όπως υπάρχει λ.χ. στον Πλάτωνα, στον Χέγκελ ή τον Μάρξ.  άν ο ΦΤ τον συγχέει με την πολιτική ανάλυση και τις πολιτικές εκτιμήσεις του Καστοριάδη, αυτό όμως είναι άλλο θέμα και θα επανέλθουμε επ’ αυτού προς το τέλος του κειμένου.       
         Ο ΦΤ φαίνεται να ενοχλείται από την αίγλη και το κύρος του Καστοριάδη, που το θεωρεί «πολύ ευρύτερο απ’ ότι φυσιολογικά δικαιούται» και προσπαθεί να το μειώσει αποδίδοντάς το σε «μιά ειδική συγκυρία» (σ. 37). Αυτό που έδωσε αίγλη και κύρος στον Καστοριάδη δεν ήταν καμιά ειδική συγκυρία. αντιθέτως, αυτή ήταν αντίθετη στις πρωτοπόρες και ρηξικέλευθες ιδέες του κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, κατά τις οποίες υπήρξε απόλυτη σιωπή για το έργο του. Ο Καστοριάδης αναγνωρίζεται στην Γαλλία μετά τον Μάη ’68 και κυρίως μετά την δημοσίευση της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας  το 1975,  και στην Ελλάδα κατά  την δεκαετία του ’80. Αυτό λοιπόν που έδωσε αίγλη και κύρος στον Καστοριάδη ήταν η αξία του έργου του, η βαθύτητα, το εκπληκτικό εύρος των ενδιαφερόντων του, η δύναμη της επιχειρηματολογίας του, η εμβέλειά  του ως καθολικού στοχαστή, κριτικού διανοητή και εικονοκλάστη φιλοσόφου, που δεν δίστασε να αντιπαρατεθεί με όλες τις ορθοδοξίες και τα ιερά τέρατα, τις καθαγιασμένες και καθιερωμένες αντιλήψεις.
          Τι σημαίνει επίσης αυτό το προκρούστειο «απ’ ο,τι φυσιολογικά δικαιούται»; Ποιός ορίζει και ποιός κρίνει το «φυσιολογικό» - εκτός βεβαίως του ΦΤ;   Εκφράσεις τοιούτου είδους στερούνται νοήματος, όπως επίσης και η φράση του ότι ο Καστοριάδης στην κριτική τού μαρξισμού «στάθηκε περισσότερο υψηλόφωνος από τον καθέναν- υψηλόφωνος μέχρις υποψίας» (σ. 17). Τι υποψιάζεται δηλαδή ο ΦΤ και δεν ενημερώνει και τους άλλους; Εδώ εμφωλεύει μια περίεργη αντίληψη περί μέτρου και  ορίου που διακατέχει τον ΦΤ, και την οποία δεν διευκρινίζει. Αντιθέτως απ’ ό,τι πιστεύει ο ΦΤ, ο Καστοριάδης δεν υπήρξε «υψηλόφωνος» και οι ιδέες του όπως λ.χ. για το φαντασιακό, για την ιστορία ως ποίησιν, για την δημιουργία εκ του μηδενος, για την αυτονομία και την άμεση δημοκρατία, όχι μόνο δεν έχουν αίγλη αλλά ούτε  συζητούνται στην σύγχρονη εποχή της ασημαντότητας και της ιδιώτευσης, εκτός ενός περιορισμένου κοινού. Επιβάλλεται λοιπόν οι ιδέες αυτές να συζητηθούν από ευρύτερα στρώματα, δικαιούνται ευρύτερης προβολής ως αντίδοτο στην εξαιρετικώς στείρα εποχή και στην ένδεια του φιλοσοφικού και του πολιτικού λόγου.
        Μιά άλλη αντίληψη του Καστοριάδη, με την οποία δεν συμφωνεί ο ΦΤ, είναι η άμεση δημοκρατία και προτείνει να μετριάσουμε «κάπως τη δοξαστική αντιμετώπιση της ελληνικής δημοκρατίας» (σ. 57). Δηλαδή τι προτείνει, ποιες πολιτικές προτάσεις κομίζει ο συγγραφέας σε αντιδιαστολή με την αυτονομία και την άμεση δημοκρατία; Πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ ο ΦΤ ασκεί κριτική σε πολιτικές θέσεις και στο πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας, εν τούτοις δεν παρουσιάζει ουδεμία δική του πολιτική θέση. Αυτό δύναται κάλλιστα να ερμηνευθεί ως ένα είδος μεταμοντερνισμού, αλλά όταν ασκείται κριτική ή απόρριψη, πρέπει να διασαφηνίζεται γιατί ασκείται αυτή η κριτική ή τέλος πάντων τι προτείνεται ως πιο σωστό ή εφικτό. Διαφορετικά η απόρριψη είναι τυφλή και μηδενιστική.  
           Χαρακτηρίζει επίσης ο ΦΤ το πρόταγμα της αυτονομίας ως «αμφιλεγόμενο». Την άποψη αυτή ο συγγραφέας  δεν την υποστηρίζει με επιχειρήματα, αλλά με μία ρητορική ερώτηση: πώς έγινε δυνατό αυτό το στοιχείο της αυτονομίας «να καταπνιγεί  από δυνάμεις όχι εξωτερικές, αλλά δυνάμεις που αναδύθηκαν μεσ’ από την ίδια του την εκδίπλωση;». Την   απάντηση θα έχει ο ΦΤ  όταν διασαφηνίσει ποιες είναι αυτές οι «δυνάμεις», τις οποίες δεν προσπαθεί να συγκεκριμενοποιήσει. Από την άλλη η αιτιολογία που προτείνει ο συγγραφέας για την ανάδυση της ελληνικής δημοκρατίας αφ’ ενός είναι ευφάνταστη ταυτολογία και γι’ αυτό δεν μπαίνει στον κόπο και ο ίδιος να επιχειρηματολογήσει,  και αφ’ ετέρου την διατυπώνει με όρους που ακροβατούν σε κενό, φραστικό, πολιτικό και ιστορικό ταυτοχρόνως (με τα ίδια του τα λόγια και υπογραμμίσεις δικές μου, σ. 57: «Σε ένα πιο παρατηρητικό μάτι η ελληνική δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα θα μπορούσε να φανεί ως το πολύ ιδιαίτερο προϊόν μιας εξαιρετικά λεπτής και πρόσκαιρης ισορροπίας ανάμεσα  σε δύο ασύμβατες εν πολλοίς ιστορικές κληρονομιές».
         Οσον αφορά την «εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ρητορική υπεράσπισης του δυτικού πολιτισμού» εκ μέρους του Καστοριάδη (σ. 57), πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΦΤ έχει σύγχυση και δεν διακρίνει τι ακριβώς υπερασπίζεται ο Καστοριάδης από τον ελληνο-δυτικό πολιτισμό. Πράγματι ο Καστοριάδης δεν τον υπερασπίζεται συλλήβδην, αλλά μόνο τις δημοκρατικές κατακτήσεις, ελευθερίες, και δικαιώματα, την κριτική σκέψη και αμφισβήτηση, την χειραφέτηση των γυναικών και της νεολαίας, τον χωρισμό εκκλησίας και κράτους, των οποίων δημιουργός και φορέας είναι αυτός  ο πολιτισμός (ο όρος «αστικός» που χρησιμοποιεί ο ΦΤ δεν είναι του Καστοριάδη και δημιουργεί συγχύσεις, σ. 56).  Με άλλα λόγια ο Καστοριάδης υπερασπίζεται το πρόταγμα της αυτονομίας και της δημοκρατίας, το οποίο δημιουργήθηκε εντός αυτού του πολιτισμού και σε κανέναν άλλον. Αντιθέτως, καταγγέλλει την άλλη πλευρά του που είναι ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός, η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η αλλοτρίωση, η ψευδοορθολογικότητα,  η κατανάλωση, η τηλεθέαση και η ιδιώτευση των ατόμων. Ό Καστοριάδης επίσης είναι ο πρώτος που καταγγέλει τα σημερινά δυτικά πολιτεύματα - που αυτοχαρακτηρίζονται και θεωρούνται από πολλούς δημοκρατίες - ως ουσιαστικές ολιγαρχίες. Αλήθεια τι γνώμη έχει επ’ αυτού ο ΦΤ, και γιατί αποφεύγει επιμελώς να τοποθετηθεί; Δεν υπερασπίζεται αυτές τις κατακτήσεις; Δεν συμφωνεί ότι τα πολιτεύματα αυτά είναι ολιγαρχίες;     
         Αναφέρεται επίσης ο ΦΤ στην «κατ’ ουσίαν δικαιολόγηση της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ» το 1991 εκ μέρους του Καστοριάδη (σ. 57), χωρίς πάλι να αναφέρει τις πηγές του. Προκαλώ τον ΦΤ να αναφέρει την πηγή του δημοσίως, αρκεί να μην συγχέει την αιτιολόγηση με την δικαιολόγηση - πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά με πολλούς Νεοέλληνες.
         Ο  ΦΤ κάνει χρήση των διαισθητικών του ικανοτήτων και διαπιστώνει δήθεν στον Καστοριάδη, την τελευταία δεκαετία της ζωής του, «μιά ορισμένη κόπωση, μιάν αδιόρατη απογοήτευση απέναντι στην παρούσα πραγματικότητα των δυτικών κοινωνιών...» (σ. 59). Το  γεγονός ότι ο Καστοριάδης διαπιστώνει την έκλειψη του προτάγματος της αυτονομίας, την φρενήρη εξάπλωση της κατανάλωσης και της τηλεθέασης, την γενικευμένη αδιαφορία των δυτικών κοινωνιών για τα κοινά, δεν σημαίνει ότι γίνεται «όλο και λιγώτερο βέβαιος» για την πραγμάτωση του προτάγματος. Ουδέποτε ο Καστοριάδης έθεσε το ζήτημα της αυτονομίας με τους όρους που το θέτει ο ΦΤ – αισιόδοξος και απαισιόδοξος, βέβαιος και αβέβαιος- αλλά με τους όρους «δυνατό» και «αδύνατο». το πρόταγμα της αυτονομίας είναι δηλαδη πάντοτε δυνατό για τον Καστοριάδη, και αυτό υπεστήριξε μέχρι το τέλος της ζωής του. Άλλωστε λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του σχεδίαζε μαζί με άλλους την έκδοση μιας εφημερίδας ή ενός περιοδικού, το οποίο δεν θα ήταν θεωρητικό όργανο, αλλά μία προσπάθεια διαύγασης και επεξεργασίας της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας των τελευταίων χρόνων, και σύνδεσής της με την πραγματικότητα της εποχής του (το 1996).
            Ούτε επίσης ο Καστοριάδης πίστευε ότι το πρόταγμα είναι «ουτοπικό», όπως υπαινίσσεται ο ΦΤ (σ. 59), αλλά εφικτό και ρεαλιστικό από την στιγμή που αυτό είναι δημιουργία της ελληνο-δυτικής ιστορίας, ανήκει στην παράδοσή μας, από την στιγμή που υπήρξε μερική πραγμάτωσή του στην αρχαία δημοκρατία και τους Νέους Χρόνους με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, τις αστικές επαναστάσεις, όπως και τις νεώτερες μορφές του με το εργατικό κίνημα, τα κινήματα της δεκαετίας του ’60, το κίνημα των γυναικών, το οικολογικο κίνημα κ.λπ. Ολα αυτά άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στους ανθρώπους και στους θεσμούς και ενσαρκώθηκαν σε δικαιώματα, ελευθερίες, χειραφετήσεις, ουσιαστικές συζητήσεις που παραμένουν ανοικτές και ζητούν τους συνεχιστές τους.    
         Το εγχείρημα υποτιμήσεως του Καστοριάδη εκ μέρους του ΦΤ περατούται με το «μείζον επιχείρημα» του, που είναι ορισμένες θέσεις του βιβλίου Μπροστά στον πόλεμο (1981). Όμως πάλι ο ΦΤ κατά την προσφιλή του μέθοδο δεν αναφέρει συγκεκριμένες θέσεις, παρά ομιλεί γενικώς και αορίστως περί διαψεύσεως των «στρατηγικών εκτιμήσεων» του Καστοριάδη (σ. 58). Όπως θέτει το ζήτημα ο ΦΤ, είναι ως να υπήρξαν  άλλοι αναλυτές που επαληθεύθηκαν στις εκτιμήσεις τους, πράγμα που δεν ισχύει, αφού ουδείς αναλυτής, στοχαστής, πολιτικός ή άλλος επιστήμων προέβλεψε ή ανέμενε την εξέλιξη των γεγονότων στην πρώην ΕΣΣΔ, όχι μόνο το 1980 αλλά ούτε επίσης το 1985.
         Αυτό όμως που είναι απαράδεκτο είναι η αυθαίρετη εικασία του ΦΤ, χωρίς τεκμηρίωση και στήριξη, ότι «τα στοιχεία που παραθέτει ο Καστοριάδης φωτογραφίζουν ακριβώς τις διεθνείς εκτιμήσεις του Πενταγώνου» και ότι «ο Καστοριάδης δεν αποκλείεται να επέτρεψε στον εαυτό του να χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς στοιχεία τα οποία άφηναν οι Αμερικανικές Υπηρεσίες να φθάσουν ως αυτόν, ελπίζοντας βεβαίως από την δική τους πλευρά ότι θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν» (σ. 58). Κατ’ αρχήν τα στοιχεία που χρησιμοποίησε ο Καστοριάδης στο βιβλίο του δεν τα έλαβε από τις Αμερικανικές Υπηρεσίες, αλλά από επίσημες και ανεπίσημες έγκυρες διεθνείς δημόσιες πηγές, τις οποίες αναφέρει στο βιβλίο του ρητώς και αναλυτικώς - οι πάντες δύνανται να τις ελέγξουν-, και τις οποίες χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν και άλλοι. Δεύτερον μπορεί να μας εξηγήσει ο ΦΤ πώς χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί τον Καστοριάδη, στο διάστημα ’81- ’91 και να δικαιολογήσει την «αθέμιτη συστράτευση» που του αποδίδει; Είναι λίγο δύσκολο εξάλλου να φαντασθούμε τις Αμερικάνικες Υπηρεσίες να ασχολούνται με τον Καστοριάδη, και με την διοχέτευση πλαστών πληροφοριών έτσι ώστε αυτές να φθάσουν σ’ αυτόν, ο οποίος να τις γράψει και εν συνεχεία... Θυμίζει ολίγον τι σενάριο ψυχροπολεμικής ταινίας με τον πράκτορα 007, και φυσικά την περίφημη συνωμοσιολογία των διεθνών υπηρεσιών, στην οποία αρκούντως με περισσή ευκολία επιδίδονται πολλοί Νεοέλληνες.
          Επι πλέον είναι γνωστό ότι ο Καστοριάδης από πολύ ενωρίς ασχολείται με την ανάλυση της ΕΣΣΔ ή Ρωσίας, ήδη απο το 1949 στα κείμενα του στο Socialisme ou Barbarie, και κατά διαστήματα επανέρχεται, και της ασκεί παντοιοτρόπως κριτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καστοριάδης είχε «φιλοδοξία να γίνει σύμβουλος της διεθνούς πολιτικής» (sic) όπως νομίζει ο ΦΤ (σ. 58), ούτε την δεκαετία ’50 και ’60 – που ουδεμία υπηρεσία ασχολείτο μαζί του ούτε ακόμα περισσότερο την δεκαετία ’80.  Απλώς ο Καστοριάδης θεωρεί ότι είναι έργο άξιο του φιλοσόφου να ασχολείται με την ανάλυση και διαύγαση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και όχι μόνο με τα αφηρημένα προβλήματα του είναι, της υπάρξεως ή της αλήθειας.  Αν και μερικές φορές οι πολιτικές εκτιμήσεις δύνανται να διαψευσθούν, όπως άλλωστε έχει παραδεχθεί και ο ίδιος ο Καστοριάδης. Το πεδίο αυτό ασφαλώς δεν είναι εύκολο αλλά ο Καστοριάδης αναλαμβάνει το ρίσκο, εν αντιθέσει με άλλους στοχαστές που απέχουν σκανδαλωδώς όχι μόνο από την πρακτική δράση αλλά και την πολιτική και κοινωνική ανάλυση, την κριτική των συγχρόνων πολιτευμάτων και πρακτικών (Σημειωτέον ότι ο Παπαϊωάννου απείχε από αυτά, και ήταν στο αντίπαλο στρατόπεδο από ό,τι ο Καστοριάδης). Ο Καστοριάδης δεν είναι θεωρητικός του γραφείου και ακαδημαϊκός φιλόσοφος του Πανεπιστημίου. Είναι στοχαστής που τοποθετείται απέναντι στα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα που συγκλονίζουν την εποχή του, παίρνει θέση, αναλύει, μάχεται. Αυτή  άλλωστε η ενασχόληση του Καστοριάδη με τα πολιτικά ζητήματα του έδωσε μία ιδιαίτερη θέση στην πνευματική και πολιτική ιστορία.  Τέλος ας μην ξεχνάμε ότι ο αγώνας του Καστοριάδη, θεωρητικός, πολιτικός και πρακτικός, κατά του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού και ιμπεριαλισμού συνέβαλε σημαντικώς στην απαξίωση και στην ιδεολογική-ηθική κατάρρευσή του.                 
       Eίναι εμφανές ότι εδώ ασχολούμαστε με τις απόψεις του ΦΤ που αφορούν τον Καστοριάδη μόνο, και όχι με άλλες απόψεις του, όπως λ.χ το ότι φαίνεται να πιστεύει ότι κάθε «πολιτισμικός κόσμος» βαδίζει στα «ιστορικά πεπρωμένα του» (σ. 21). Η  αντίληψη αυτή είναι ξεπερασμένη στην φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και την πολιτική. δεν υπάρχει πεπρωμένο και μοίρα, απλώς οι πολιτισμοί αναδύονται, σχηματίζουν την ταυτότητά τους  και... υπάρχουν. Το «πεπρωμένο» παραπέμπει σε κάποια τελεολογία, σε κάποια βούληση ή μοίρα, πρόνοια ή σχέδιο, προερχόμενα δήθεν από την Φύσιν, τον Θεό,  τον Λόγο ή τους «νόμους της ιστορίας». Τελειώνοντας, παραθέτουμε, ορισμένες ανακρίβειες και λάθη που υπάρχουν στο βιβλιαράκι  του ΦΤ:
           Ο Καστοριάδης, κατά τον συγγραφέα, για «ένα μεγάλο διάστημα, στη Γαλλία πλέον, θα παρέμενε στην ακτίνα δράσης του επαναστατικού τροτσκισμού» (σ. 16). Η αλήθεια είναι ότι παρέμεινε δύο περίπου έτη (1945-47) στο τροτσκιστικό κόμμα - δηλαδή  στην ηλικία των είκοσι έξι ετών αποχωρεί οριστικώς και διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τον τροτσκισμό. Συνεπώς όταν εκδίδει το Socialisme ou Barbarie (1949) δεν συνδέεται με τον τροτσκισμό, όπως πιστεύει ο ΦΤ (σ. 37).
          Ο συγγραφέας λέει ότι ο Καστοριάδης  στα τέλη της δεκαετίας του ’60 διετύπωσε την κριτική του μαρξισμού ως «ιδεολογία της ετερονομίας» (σ. 19). Η αλήθεια είναι ότι η κριτική αυτή διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Το σχετικά κείμενα του Καστοριάδη είναι: «Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό» (1960), «Να ξαναρχίσουμε την επανάσταση» (1964), «Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία» (1964-65).  Βεβαίως η κριτική του Καστοριάδη όσον αφορά τις απόψεις του Μαρξ για την πολιτική και την οικονομία (Κεφάλαιο) χρονολογούνται από την δεκαετία του ’50, όταν δηλαδή άρχισε και η κριτική του Παπαϊωάννου.
        Το περιοδικο Socialisme ou Barbarie, εκδιδόταν την περίοδο 1949 -1965 και όχι την περίοδο 1948-1966 που αναφέρει ο ΦΤ (σ. 37). Επίσης τα κείμενα του Καστοριάδη της περιόδου αυτής έχουν εκδοθεί όχι μόνο σε δύο (δίτομα) έργα, όπως αναφέρει ο ΦΤ (σ. 43),  αλλά και σε άλλα τέσσερα έργα:  Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση (δύο τόμοι), Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, Η Γαλλική κοινωνία. Επίσης Η Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας εξεδόθη στα γαλλικά το 1975 και όχι το 1974 που γράφει ο ΦΤ - και στα ελληνικά το 1981 και όχι το 1978, όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 46). Το βιβλίο Μπροστά στον πόλεμο δεν είναι δίτομο, όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 57) αλλά μόνο ένας τόμος - δεύτερος δεν εκδόθηκε ποτέ. Ο Ιάννης Ξενάκης δεν διέφυγε στην Γαλλία το 1945 με το πλοίο «Ματαρόα», όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 10),  αλλά δύο χρόνια αργότερα το 1947.  
         Τέλος, ο συγγραφέας γράφει ότι ο θάνατος του Καστοριάδη «έγινε δεκτός με προσποιητή συγκίνηση απ’ όλους, φίλους και εχθρούς, από εκείνους που μοιράστηκαν μαζί του οράματα και σκοπούς...» (σ. 34). Αυτή η απόλυτη γενίκευση είναι βεβαίως μία υποκειμενική αυθαιρεσία, αστήρικτη και αδικαιολόγητη, και είναι επί πλέον μειωτική και υβριστική για  τους φίλους, μαθητές και συνοδοιπόρους του μεγάλου φιλοσόφου και αγωνιστή, που πράγματι διαπιστώνουν με ολοένα και περισσότερη οδύνη την απουσία του σε αυτούς τους αφάνταστα δύσκολους και κίβδηλους καιρούς. Σε αυτά, συνεπώς, που γράφει ο ΦΤ για τον Καστοριάδη υποβόσκει αφ’ ενός κάποια εμπάθεια - είναι ως να ενοχλείται που ο Καστοριάδης υπήρξε μεγάλος και επικίνδυνος στοχαστής - και αφ’ έτέρου κάποια έπαρση, και προσπαθεί παντί τρόπω να τον μειώσει, να τον «αποκαθηλώσει», χωρίς στήριξη και επιχειρηματολογία.