Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023

H "ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΘΕΣΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ" ΤΟΥ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

[Δημοσιεύθηκε στη Φιλοσοφία και παιδεία, αρ. 36, Σεπτέμβριος 2005]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

    Δρ Φιλοσοφίας

                         

Η “ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΘΕΣΜΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ”

ΤΟΥ ΚΟΡΝΗΛΙΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

 

Η Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας[1] (εφεξής ΦΘΚ) που καθιέρωσε τον συγγραφέα της ως έναν μεγάλο στοχαστή είναι από τα σημαντικότερα έργα του εικοστού αιώνα. Στις σελίδες της –πάνω από πεντακόσιες πυκνογραμμένες- οικοδομείται μια καινούργια αντίληψη για τον άνθρωπο, την ιστορία και την κοινωνία, μια καινούργια οντολογία. Για να οικοδομηθεί όμως αυτή πρέπει να ανατρέψει τις βασικές κατηγορίες της κληρονομημένης ελληνοδυτικής σκέψης, από τις απαρχές της στην αρχαία Ελλάδα και, δια μέσου του Καντ, Χέγκελ και Μάρξ να φθάσει έως τον Χάιντεγκερ και τις θεωρίες των στρουκτουραλιστών του 20ου αι. Όπως φαίνεται, το έργο είναι βαρύ και δύσκολο και μάλλον υπόθεση πολλών συγγραφέων, αλλά ο Καστοριάδης αποδεικνύεται χαλκέντερος, αφού καταφέρνει να διεξέλθει όχι μόνο τις σημαντικότερες απόψεις από την ιστορία της φιλοσοφίας αλλά και ποικίλους επιστημονικούς τομείς και κλάδους του επιστητού: Μαθηματικά, Φυσική, Γλωσσολογία, Σημειολογία, Ψυχανάλυση, Επιστημολογία, Οικονομία, Κοινωνιολογία, Εθνολογία, Πολιτική θεωρία αλλά και πολιτική ιστορία Ανατολής και Δύσεως.  

 

Κατά την δεκαετία ’60 στην Γαλλία η κυρίαρχη ιδεολογία της πνευματικής ζωής ήταν ο μαρξισμός, αλλά και ο υπαρξισμός και ο στρουκτουραλισμός.  Ο μαρξισμός ήταν λ.χ. για τον Σαρτρ η κατ’ εξοχήν αλήθεια, «ο αξεπέραστος ορίζοντας της εποχής μας» ενώ ο Αραγκόν πίστευε ότι ο Στάλιν ήταν ο «πιο μεγάλος φιλόσοφος»[2]. Ως εκ τούτου  η νέα σκέψη για να μπορέσει να υπάρξει και να επιβιώσει έπρεπε να προβεί όχι μόνο σε πατροκτονία αλλά σε μητροκτονία και αδελφοκτονία, κάτι που συναντάμε συχνά στις σελίδες της ΦΘΚ. Η  αλήθεια είναι ότι σχεδόν τίποτε από την παραδοσιακή σκέψη δεν είναι αποδεκτό για τον Καστοριάδη, όλες οι σημαντικές θεωρίες επιδέχονται την συζήτηση και την κριτική του. Κυρίως όμως αυτό που συναντάμε είναι  η αναλυτική και εξαντλητική –και με τις δύο έννοιες- επιχειρηματολογία, πολλές φορές περίτεχνη και εκλεπτυσμένη, η οποία επανέρχεται από ένα άλλο μέρος, από μια άλλη οπτική, για να τονίσει ή να αναδείξει ένα θέμα που συζητήθηκε ήδη και εθεωρείτο τελειωμένο. Πράγματι, ο Καστοριάδης προσεγγίζει τα θέματά του από διαφορετικές πλευρές, με κυκλοτερείς ή σπειροειδείς κινήσεις, σωρευτικές ή παρακαμπτήριες και παρεκβατικές διαδικασίες, δηλαδή ποτέ μονομερώς και γραμμικώς, και ορισμένες φορές γίνεται κουραστικός. Ίσως αυτό είναι το τίμημα της μη επαναπαύσεως σε παραδεδομένες αλήθειες. το τίμημα της μη ικανοποιήσεως από έτοιμες ‘λύσεις’ οιουδήποτε είδους, το τίμημα της μη αποδράσεως από την πραγματικότητα με διάφορα τεχνάσματα και σοφίσματα,  το τίμημα της μη εγκαταλείψεως στην ευκολία και την γοητεία της φενάκης[3].

Επί πλέον ο Καστοριάδης καθιστά διάφορους κλάδους της σκέψεως θεμελιώδη συστατικά της φιλοσοφίας ως τέτοιας, όπως μαθηματικά, φυσική, βιολογία, φιλοσοφία της επιστήμης (ή επιστημολογία).  Ο Newton, Einstein, Godel, Frege, Cantor, Heisenberg, Plank, Kuhn, κ.ά.  αποτελούν κεφάλαια της φιλοσοφίας, υπό την έννοια ότι οι θεωρίες τους είναι απαραίτητες για την κατανόηση του κόσμου, για την γνωσιοθεωρία μας και την κοσμοαντίληψή μας. Το ίδιο ισχύει και για την φροϋδική θεωρία και την ψυχανάλυση. Με  άλλα λόγια, οι φιλοσοφικές αντιλήψεις  που αναπτύσσονται ερήμην αυτών των επιστημονικών κλάδων είναι τελεσιδίκως ακρωτηριασμένες και ελλιπείς – αυτή είναι μια συνεισφορά του Καστοριάδη στην φιλοσοφική σκέψη.

Όσον αφορά την δυσκολία της αποδοχής και της υιοθετήσεως των αντιλήψεων του Καστοριάδη, αυτή έχει να κάνει με προκαταλήψεις κάθε είδους που είναι διάχυτες στην κοινωνία, οφείλεται σε ένα μακροχρόνιο σύστημα εκπαιδεύσεως και αγωγής (κοινωνικής, ηθικής, θρησκευτικής, πολιτισμικής, πολιτικής), τα οποία δημιούργησαν μια νοο-τροπία και έναν τρόπο σκέψεως βαθιά ριζωμένο και οχυρωμένο, που χρειάζεται πολλές πολιορκίες και βομβαρδισμούς για να κατεδαφισθεί. Θα πρέπει να τονισθεί ότι η Κομμουνιστική Αριστερά όλων των ειδών (δογματική και «ανανεωτική», λενινιστική, τροτσκιστική, μαοϊκή κ.ο.κ.) αντιμετώπισε εχθρικώς τις αντιλήψεις του από την πρώτη στιγμή, τις διαστρέβλωσε ή τις αποσιώπησε, χωρίς τις περισσότερες φορές να τις γνωρίσει και να τις κατανοήσει[4]. Αυτό όμως που πρέπει να τονισθεί είναι ότι αυτές οι απόψεις και οι αναλύσεις με τα επιχειρήματα που τις συνοδεύουν, καθώς και με την πλήρη απέχθεια στις έτοιμες ιδέες, τις προκατασκευασμένες λύσεις και τις συνταγές δράσεως, παρακινούν και προτρέπουν προς σκέψη και συμμετοχή στα τεκταινόμενα, προς ενεργή σύμπλευση με κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά, και είναι ωραίο και σημαντικό.

Όποιος δεν έχει την υπομονή και τον χρόνο, την προπαιδεία και το σθένος να περιπλανηθεί στις σελίδες της ΦΘΚ, να χαθεί για να  ξαναβρεθεί εμπλουτισμένος, αλλά κυρίως να ανακαλύψει και να απολαύσει μια νέα αντίληψη για την ιστορία, την κοινωνία και την πολιτική, να γευθεί μια  σημαντική και συναρπαστική οντολογία εν τη γενέσει της - πράγμα που αξίζει τον κόπο και τον χρόνο -, τότε ας εντρυφήσει στα μικρότερα κείμενα του Καστοριάδη. Αυτά είναι συγκεντρωμένα σε τόμους, ταξινομημένα σε  τομείς με γενικούς τίτλους (Λόγος, Κοινωνία, Πόλις, Ψυχή) και επεξηγούν, αναλύουν, συμπληρώνουν, επεκτείνουν, διασαφηνίζουν ή συμπυκνώνουν τις θέσεις της ΦΘΚ, τις περισσότερες φορές με εύληπτο και κατανοητό τρόπο.[5]

Η προτροπή προς μελέτη της ΦΘΚ δεν έχει μουσειακές ή ιστορικές προθέσεις αλλά ουσιαστικές, δηλαδή οι απόψεις της δεν έχουν απωλέσει το παραμικρό από την δύναμή τους και την ικανότητά τους για την κατανόηση του κόσμου, της ιστορίας και της κοινωνίας. Γι’ αυτό είναι απαραίτητες για την γνώση μας και τον προσανατολισμό μας. Είναι απαραίτητες για την θεωρητική και ιδεολογική χειραφέτηση και για την συγκρότηση ενός άλλου πολιτικού πράττειν – ιδιαιτέρως σήμερα που υφιστάμεθα συνεχείς καταιγισμούς από κάθε είδος ασημαντότητα, επιφανειακότητα, ρηχότητα και ευτέλεια.

 

Αυτό που πρέπει να έχει κατά νου ο αναγνώστης της ΦΘΚ είναι ότι το κύριο αντικείμενο του βιβλίου είναι το ζήτημα της κοινωνίας και της ιστορίας, τι σημαίνει δηλαδή κοινωνία και ιστορία, και τι κοινωνικο-ιστορική θέσμιση. ποιες απαντήσεις έδωσε η κληρονομημένη σκέψη σε αυτά τα ζητήματα, και γιατί αυτή έδωσε λανθασμένες απαντήσεις. πώς η ίδια η κοινωνία εκδέχεται τον εαυτό της  και γιατί συγκαλύπτει την αυτοθέσμισή της . τέλος, ποια είναι η αντίληψη που δύναται να συλλάβει και να κατανοήσει το κοινωνικο-ιστορικό και την θέσμιση, χωρίς φενακισμούς και αποκρύψεις. Το βασικό εγχείρημα της ΦΘΚ είναι η διερεύνηση της κοινωνικο-ιστορικής θέσμισης και του ανθρωπίνου πράττειν. Υπό τύπον ερωτήματος: εφ’όσον η κοινωνικο-ιστορική θέσμιση είναι αποτέλεσμα του ανθρωπίνου πράττειν, πού στηρίζεται αυτό το τελευταίο; Σε αυτό το κύριο ερώτημα προσπαθεί να απαντήσει η ΦΘΚ. Η κατανόηση της απαντήσεως αυτής έχει τεράστια σημασία για την πολιτική αντίληψη των ανθρώπων, την πολιτική τους χειραφέτηση και το πράττειν τους, δηλαδή για την συγκρότηση ενός απελευθερωτικού και δημιουργικού πολιτικού προτάγματος. ενός πολιτικού πράττειν βασισμένου στην αυτοοργάνωση και την αυτονομία.

 Το γενικό σχεδιάγραμμα του βιβλίου φαίνεται ευκολότερα εάν θεωρηθεί ως προσπάθεια απαντήσεων σε ορισμένα ερωτήματα. Κατ’ αρχάς το πρωταρχικό ερώτημα είναι σε τί έγκειται το λάθος της μαρξιστικής θεωρίας. Στο κεφ. Ι απαντά στο ερώτημα αυτό προβαίνοντας σε μια κριτική της  μαρξικής θεωρίας η οποία παρουσιάσθηκε ως ένα ολοκληρωμένο θεωρητικό σύστημα που δύναται να εξηγήσει την ιστορία και την ανάπτυξη της κοινωνίας.

Εφ’όσον η μαρξική θεωρία και γενικώς η κλειστή θεωρία δεν δύναται να εξηγήσει την πραγματικότητα, τότε τί είναι εφικτό; Στο ερώτημα αυτό απαντά το κεφ. ΙΙ, και αναλύει το ανθρώπινο πράττειν, του οποίου η θεωρία αποτελεί μέρος. Το πρόταγμα της αυτονομίας είναι βασική συνιστώσα του πράττειν.

Εφ’όσον το πράττειν είναι το καθοριστικό της κοινωνικής θέσμισης και δημιουργίας, το ερώτημα είναι από τί εξαρτάται αυτό και πώς θεσμίζει. Με αυτό ασχολείται στο κεφ. ΙΙΙ, όπου αναδεικνύει το φαντασιακό ως τον βασικό παράγοντα του ανθρωπίνου πράττειν και του θεσμού. Οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες θεσμίζουν την κοινωνία και διαμορφώνουν την ιστορία.

Πώς λοιπόν διαμορφώνεται η ιστορία και η κοινωνία;  Στο ερώτημα αυτό απαντά το κεφ. ΙV, όπου αναλύεται το ενιαίο κοινωνικο-ιστορικό ως ριζικό φαντασιακό, ως κοινωνικό φαντασιακό. Παραλλήλως εισάγεται μια άλλη αντίληψη για τον χρόνο και αποδεικνύεται ότι η ουσία του είναι η δημιουργία.

Γιατί η παραδοσιακή σκέψη δεν κατάφερε να συλλάβει την ιδιοσυστασία, τον ιδιαίτερο τρόπο του είναι του κοινωνικο-ιστορικού; Στο ερώτημα αυτό απαντά το κεφ.  V, στο οποίο εξετάζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής σκέψεως - της συνολιστικης-ταυτιστικής -, και καταδεικνύεται η μονομέρεια και η ανικανότητα της να συλλάβει το κοινωνικο-ιστορικό.

Εφ’όσον η θέσμιση είναι και θέσμιση των ατόμων, πώς γίνεται ο εκκοινωνισμός της ψυχής, η δημιουργία του κοινωνικού ατόμου; Στο ερώτημα αυτό απαντά το κεφ.VI, στο οποίο με βάση την φροϋδικής θεωρία αναλύονται τα στάδια αυτού του εκκοινωνισμού και η θεωρία της μετουσίωσης. Η ανάλυση αυτή αναδεικνύει την πρωτογενή δύναμη της ψυχής να δημιουργεί με βάση την παράσταση που δεν υποτάσσεται στην καθοριστικότητα και τον ορθό λόγο της παραδοσιακής σκέψεως.

Εφ’όσον η κληρονομημένη λογική και οντολογία δεν δύναται να συλλάβει το κοινωνικο-ιστορικό, τον εκκοινωνισμό της ψυχής και την θέσμιση, πώς δυνάμεθα να τα συλλάβουμε έξω από αυτούς τους τρόπους; Στο ερώτημα αυτό απαντά το καταληκτικό κεφ. VII, στο οποίο προτείνεται η λογική των μαγμάτων (που συμπληρώνει την συνολιστική-ταυτιστική λογική), οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες και η θεσμίζουσα κοινωνία που στηρίζονται στο φαντασιακό, ανακεφαλαιώνοντας έτσι το εγχείρημα της ΦΘΚ.  

 

Με βάση αυτό το σύντομο και εν πολλοίς σχηματικό σχεδιάγραμμα του βιβλίου μπορούμε τώρα να κάνουμε κάποιες συμπληρώσεις. Στο πρώτο μέρος ο Κ. Καστοριάδης ασκεί κριτική στην θεωρία του Μαρξ και ανασκευάζει τις εσφαλμένες αντιλήψεις που επεκράτησαν επί δεκαετίες, αντιλήψεις που αφορούν την κοινωνία, την ιστορία, το ανθρώπινο πράττειν και την πολιτική. Ο ιστορικός υλισμός αποδεικνύεται ανίκανος να κατανοήσει την κοινωνία και την ιστορία, αφού συνδέει μηχανικώς τις  τεχνικο-οικονομικές συνθήκες με την δημιουργία της κοινωνίας και των θεσμών. Μετατρέπει δηλαδή την ανάπτυξη της τεχνικής και της οικονομίας σε κινητήρα της ιστορίας. 

Ένα άλλο αρνητικό σημείο της μαρξικής θεωρίας είναι η απολυτοποίηση των λογικών κατηγοριών που εισήγαγε για να αναλύσει την κοινωνία του 19ου αι. Επιβάλλει δηλαδή σε όλες τις προηγούμενες ιστορικές περιόδους τις κατηγορίες αυτές και κυρίως τον οικονομικό παράγοντα, ο οποίος καθορίζει, κατά τον Μαρξ, την διαμόρφωση και την εξέλιξη των παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων. Άμεση συνέπεια είναι η απολυτοποίηση της θεωρίας και ο εγκλωβισμός της πραγματικότητας σε αυτήν.

 Εν συνεχεία ο Καστοριάδης προσπαθεί να απελευθερώσει την θεωρία και την πράξιν από τα ολέθρια  δεσμά του μαρξισμού και να της ξαναδώσει την ζωντάνια και την δύναμη για να ξανασκεφθεί σε άλλες βάσεις την κοινωνία, την ιστορία, τον άνθρωπο  και την πολιτική.   Ειδικώς διασαφηνίζονται οι όροι που απετέλεσαν το ιερό πιστεύω των μαρξιστών και των κομμουνιστών, όπως ‘επανάσταση’ ή ‘σοσιαλισμός’, οι οποίοι έχουν ένα ειδικό νόημα στον Καστοριάδη και δεν πρέπει να συγχέονται ούτε με το νόημα που είχαν την εποχή εκείνη (δεκαετία ’50 και ’60), ούτε με το αγοραίο νόημα που έχουν σήμερα, στην ιδεολογία των κομμουνιστικών, σοσιαλιστικών, ή αριστερίστικων σχηματισμών. Ήδη από την δεκαετία του ’50 ο Καστοριάδης έχει συλλάβει και επεξεργασθεί την ιδέα της αυτοοργάνωσης, της αυτοκυβέρνησης των  ανθρώπων, δηλαδή την ιδέα της άμεσης  δημοκρατίας με βάση την αυτονομία, την οποία αντιπαραθέτει στην γραφειοκρατία Ανατολής και Δύσεως. Αυτή αποτελεί μέρος και σκοπό του «επαναστατικού προτάγματος», του προτάγματος για ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Στο μεταγενέστερο δεύτερο μέρος του βιβλίου, οι επίμαχοι όροι έχουν απαλειφθεί ή αντικατασταθεί από άλλους όρους, όπως πολιτική δραστηριότητα, αμφισβήτηση και αυτονομία. Ο Καστοριάδης εισάγει μια καινούργια οντολογία με κύριο άξονα την φαντασία, το ριζικό φαντασιακό, όπως το αποκαλεί, το οποίο είναι στην βάση κάθε ανθρώπινης δημιουργίας - από τα βασικά απαραίτητα στοιχεία έως την κλίμακα της κοινωνίας και της ιστορίας. Η κοινωνία είναι πάντοτε αυτοθέσμιση και δη φαντασιακή αυτοθέσμιση, με την έννοια ότι η ίδια δημιουργεί το είναι της όχι  ορθολογικώς ή αντιγράφοντας την πραγματικότητα, αλλά επινοώντας και δημιουργώντας καινούριες μορφές και θεσμούς που δεν είχαν προϋπάρξει πουθενά αλλού. Ομοίως η ιστορία είναι ποίησις, γένεση οντολογική νέων ειδών-μορφών, δημιουργία εκ του μηδενός – χωρίς αυτό να σημαίνει δημιουργία εντός του μηδενός και με το μηδέν.

Με τον τρόπο αυτό ο Καστοριάδης προβαίνει στην ανάδειξη ενός νέου οντολογικού τρόπου του είναι, του κοινωνικο-ιστορικού, που συγκροτείται από τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες - είναι δημιούργημα του κοινωνικού φαντασιακού ή της θεσμίζουσας κοινωνίας. Οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες δημιουργούν τους θεσμούς, την οργάνωση και την συνοχή της κοινωνίας. Αποτελούν οντολογικές δημιουργίες οι οποίες δεν δύνανται να εξηγηθούν με βάση τις κατηγορίες της κληρονομημένης σκέψης, δηλ. τις κατηγορίες της καθοριστικότητας, της αιτιότητας και της λογικής συναγωγής. Για αυτό και η σκέψη αυτή στάθηκε ανίκανη να συλλάβει τον ιδιαίτερο τρόπο του είναι του κοινωνικο-ιστορικού. Πράγματι τα μόνα σχήματα και εργαλεία που έχει η σκέψη αυτή για να το συλλάβει είναι το υποκείμενο (συνείδηση), το αντικείμενο (πράγμα)και η έννοια (ιδέα). Όμως το κοινωνικό-ιστορικό δεν είναι ούτε υποκείμενο, ούτε πράγμα ούτε έννοια, αλλά ούτε και σύνολο υποκειμένων, πραγμάτων ή εννοιών. Το κοινωνικο-ιστορικό είναι μάγμα κοινωνικών φαντασιακών σημασιών.  Αυτήν την φαντασιακή διάσταση υποτίμησε και ακρωτηρίασε η κληρονομημένη σκέψη από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη έως τον Καντ, τον Μαρξ, και τον Χάιντεγκερ.

Το αποτέλεσμα ήταν να συγκαλυφθεί η αυτο-θέσμιση του κοινωνικο-ιστορικού από την παραδοσιακή σκέψη και αυτή η συγκάλυψη αποτελεί την ετερονομία της κοινωνίας. Η ετερονομία είναι ενσαρκωμένη και υλοποιημένη σε θεσμούς, νόμους, συμπεριφορές, κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις και αναπαράγεται διαρκώς. Η υπέρβαση της ετερονομίας δεν μπορεί να γίνει παρά με την δημιουργία άλλων, νέων θεσμών και κυρίως με έναν άλλον τρόπο του αυτοθεσμίζεσθαι και μιας νέας σχέσης της κοινωνίας και των ανθρώπων προς την θέσμιση. Πρόκειται για τον αυτομετασχηματισμό της κοινωνίας, δηλαδή για την πολιτική δράση των ανθρώπων. Αυτά γράφονται στην τελευταία σελίδα της Φαντασιακής θέσμισης, και είναι πολύ σημαντικά διότι ανοίγουν καινούριους ορίζοντες για πολιτικό στοχασμό και πολιτική δράση.      

 

Μετά την ΦΘΚ ο Καστοριάδης δημοσίευσε πολλά δοκίμια που τα περισσότερα είχαν ως μείζον ζητούμενο τις πολιτικές συνεπαγωγές των οντολογικών του θέσεων, κυρίως την διαύγαση του περιεχομένου της πολιτικής αυτονομίας. Αυτό δεν σημαίνει επ’ ουδενί ότι μπορεί συναχθεί μια πολιτική από την οντολογία και την θεωρία. Η φαντασιακή διάσταση του όντος ως δυνατότητα ταυτοχρόνως και του ατόμου και του κοινωνικο-ιστορικού ανοίγει τον ορίζοντα στην δημιουργία – είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο. Το σημαντικό είναι ότι η έλευση μιας άλλης κοινωνίας, μιας δημοκρατικής κοινωνίας είναι δυνατή και εξαρτάται από την θέληση, από την δράση και την φαντασία των ανθρώπων, των ανθρώπων ως συλλογικότητα που δύνανται να θέσουν το αληθές  κοινωνικό και πολιτικό πρόταγμα. Το πρόταγμα αυτό είναι αδιανόητο χωρίς την απελευθέρωση από κλειστές θεωρίες και εσχατολογικές ιδεολογίες. Είναι αδύνατο χωρίς απαλλαγή από θρησκευτικές αυταπάτες επουράνιας ανταμοιβής μετά θάνατον.  Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική πλευρά του αιτήματος της αυτονομίας: η αληθής δημοκρατία, όπως και η φιλοσοφία, αποκλείει το ιερό και το θέσφατο - με άλλα λόγια απαιτεί να αναγνωρίσουν και να αποδεχθούν οι άνθρωποι ότι είναι θνητοί, δηλαδή ότι δεν υπάρχει αθανασία και μετά θάνατον ζωή. Πράγμα βεβαίως δύσκολο αλλά είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουν να εξέλθουν από την εσωτερικευμένη και θεσμισμένη ετερονομία, έτσι ώστε να ζήσουν ως αυτόνομοι, να αντιμετωπίσουν τους άλλους ως αυτόνομους και να επιτρέψουν έτσι την δημιουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας με δημοκρατικό πολίτευμα.

Αυτή η κοινωνία είναι εφικτή για τον Καστοριάδη και όχι παραλήρημα, φαντασίωση ή ουτοπία, διότι η επιθυμία της στηρίζεται στην ιστορική μερική πραγμάτωσή της στην αρχαία Ελλάδα με την ανάδυση του προτάγματος της αυτονομίας στις ελληνικές πόλεις και την δημιουργία της δημοκρατίας. και διότι το πρόταγμα αυτό κάνει την επανεμφάνισή του μετά από αιώνες στην Δυτική Ευρώπη με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό και τις επαναστάσεις του 17ου και 18ου αι., που δημιούργησαν ένα άλλο τοπίο και νέες προοπτικές.

Το πρόταγμα αυτό υφίσταται βεβαίως σήμερα έκλειψη στην  εποχή  της παγκοσμιοποίησης, της ασημαντότητας και του γενικευμένου κομφορμισμού. Η  επανεμφάνισή του είναι πάντα δυνατή, εξαρτάται από την θέληση, την επιθυμία και την δράση των ανθρώπων. Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, το μέλλον από μας εξαρτάται - το είπαν και ποιητές. Για να επιτευχθεί όμως αυτό θα πρέπει οι άνθρωποι να χειραφετηθούν από τις ιδεολογικές θεωρίες, τις κομματικές αγκυλώσεις και την αυταπάτη της αντιπροσώπευσης, δηλαδή να αρχίσουν να σκέπτονται και να πράττουν διαφορετικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 



[1] Castoriadis, L’institution imaginaire de la société, Παρίσι, 1975. Ελλην. μτφρ. Σ. Χαλικιάς-Γ. Σπαντιδάκη-Κ. Σπαντιδάκης, εκδ. Ράππα, Αθήνα 1981. Το πρώτο μέρος (κεφ. Ι-ΙΙΙ) είχε δημοσιευθεί στα τελευταία τεύχη του περιοδικού Socialisme ou Barbarie,  το 1964-65.

[2] Bλ. Merlau-Ponty, Οι περιπέτειες της διαλεκτικής. Τα ίδια βεβαίως συνέβαιναν και εν Ελλάδι, όπου ο Ρίτσος ύμνησε Στάλιν, Ζαχαριάδη, ΚΚΕ, ΚΝΕ, και τα ρώσσικα τανκς που εισέβαλλαν στην Πράγα το 1968 με «χορευτικούς ρυθμούς». 

[3] Οπως  πολύ εύστοχα επισημαίνει η Δεληγιώργη (Ο διαμελισμός του λόγου και η νεωτερική σκέψη, Θεσ/κη 1991, σ. 273): «Ισως ακριβώς χάρη σε μιά τέτοια φενάκη, ο λόγος του Heidegger ή του Adorno μας ελκύει ή μας παρηγορεί αντί να μας τριβελίζει τ’αυτιά και να μας κουράζει- όπως συμβαίνει με το λόγο του Καστοριάδη που καταδιώκει την πραγματικότητα και δεν της ξεφεύγει». 

[4] Ειδικώτερα εν Ελλάδι, η υποδοχή του κυμαίνεται από την διαστρέβλωση και την εκ προοιμίου απόρριψη έως την επιφανειακή γνώση, οφειλομένη εν πολλοίς στα mass media. Για την υποδοχή του Καστοριάδη εν Ελλάδι, ειδικώς από τους διανοουμένους της Αριστεράς, βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, «Φαντασία και λόγος στον Κ. Καστοριάδη»,  Νέα Κοινωνιολογία, τ. 43, Χειμώνας 2006-07.

[5] Τα κείμενα βρίσκονται στα βιβλία του: Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου (1978), Χώροι του ανθρώπου (1986), Ο θρυματισμένος κόσμος (1990), Η άνοδος της ασημαντότητας (1996), Oι ομιλίες στην Ελλάδα (1990), Ανθρωπολογία φιλοσοφία πολιτική (1993).  Οπως επίσης τις δύο «Εισαγωγές» στα βιβλία του,  Η γραφειοκρατική κοινωνία Ι και  Η πείρα του εργατικού κινήματος Ι, όπου εκθέτει με συνοπτικό τρόπο την φιλοσοφική, πολιτική και γενικώτερα πνευματική πορεία του, με τα στάδια και την εξέλιξή του (όλα τα ανωτέρω βιβλία κυκλοφορούν στις εκδόσεις Υψιλον). Για αναλυτική ελληνική βιβλιογραφία δημοσιεύσεων του Καστοριάδη όπως και μελετών για το έργο του, βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, «Βιβλιογραφία Κ. Καστοριάδη» και «Εργασίες για τον Κ. Καστοριάδη», στο αφιέρωμα για τον Καστοριάδη στο περιοδικό Νέα Κοινωνιολογία, τ. 31, Φθινόπωρο 2000, σ. 13-15 και 16 αντιστοίχως. Για συμπληρώσεις και update στην βιβλιογραφία αυτή βλ. την ιστοσελίδα www.agorainternational.org   και www.costis.org.

Δευτέρα 22 Μαΐου 2023

ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ

 

Από το βιβλίο του

Γιώργου Ν. Οικονόμου

ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΞΑΝΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Athens School, Αθήνα 2021

 

 

Για μια πολιτική κίνηση

 

Όπως έγινε εμφανές από τις προηγούμενες αναλύσεις, το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας και το νόημα της πολιτικής που αναδείχθηκαν κυρίως στα μέρη ΙV και V, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με σχετικούς όρους που χρησιμοποιούνται από μαρξιστές, σοσιαλιστές και κομμουνιστές, από τον Μπούκτσιν, τον Λατούς, τους «κοινοτιστές» και αρκετούς άλλους. Έχουν μεγάλη διαφορά, διαφορά ουσίας, και ανοίγουν έναν άλλο δρόμο. Είναι ένας νέος δρόμος και ένα πλαίσιο για συζήτηση, για περαιτέρω διερεύνηση, συμπλήρωση και πράξη, απαραίτητα για την αναγέννηση της πολιτικής.

Για την επανεπινόηση και την επανεμφάνιση της πολιτικής οι αδιέξοδες πρακτικές και θεωρίες, που εξέτασα στα προηγούμενα, αποτελούν εμπόδια. Θα πρέπει να γίνει απεγκλωβισμός από μία σειρά αντιλήψεων, που συναντώνται σε τοπικά κοινωνικά και οικονομικά εγχειρήματα, σε εναλλακτικούς χώρους που μιλάνε για αντικαπιταλισμό και «μετακαπιταλισμό» και βάζουν σε δεύτερο πλάνο τον πολιτικό μετασχηματισμό και την αλλαγή του πολιτικού συστήματος. Τέτοιες αντιλήψεις είναι ο οικονομισμός, ο οικολογισμός, η απόρριψη της πολιτικής οργάνωσης, η άρνηση των στρατηγικών ζητημάτων, η παραμέληση των θεσμικών αλλαγών, η φετιχοποίηση του κοινωνικού και του οικονομικού εις βάρος του πολιτικού, η ικανοποίηση με τις οριζόντιες διαδικασίες, με την συναίνεση και την ομοφωνία, οι «αντιδομές», οι «αντιθεσμοί», οι «δομές αντεξουσίας», ο ακτιβισμός, ο αυθορμητισμός του «εδώ και τώρα» εις βάρος του πολιτικού στοχασμού και της σοβαρής πολιτικής δράσης. Όλα αυτά εκτρέπουν από τους πολιτικούς στόχους, από τα καίρια θεσμικά ζητήματα και συντελούν στην απουσία πολιτικής. Αν ληφθεί υπ’ όψιν και η α-πολιτικοποίηση που προέρχεται και επιβάλλεται από το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας, τότε η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη.

Πρέπει να σκεφθούμε την άμεση δημοκρατία ως ένα σκοπό σε μία πορεία στην κεντρική πολιτική σκηνή, σε μία πορεία στόχων, θεσμικών αλλαγών και όχι ως μία πράξη εφ’ άπαξ. Χρειάζεται να απαλλαγούμε από την παλαιά αριστερή ολέθρια και αδιέξοδη προκατάληψη ότι πρέπει να υπάρξει επανάσταση για την κατάκτηση της εξουσίας, για μια ριζική και ολική τομή. Τα ιστορικά προηγούμενα είναι χρήσιμα. Ο αθηναϊκός δήμος δεν θεσμοθέτησε άπαξ δια παντός, αλλά πολλές φορές. Κάθε φορά αποκτούσε γνώση και πείρα, εκπαιδευόμενος μέσω της συμμετοχής του στους θεσμούς και στην εξουσία, συνειδητοποιούσε την εκάστοτε κατάσταση, διεμόρφωνε αντίληψη για τις δυνατότητές του, ώστε να προχωρήσει στην επόμενη αλλαγή. Ήξερε πολύ καλά μία βασική πολιτική αλήθεια: πως οι θεσμικές αλλαγές δεν συμβαίνουν εν μέσω κοινωνικού και πολιτισμικού κενού (in nihilo και cum nihilo). πρέπει να έχουν κοινωνικό υπόστρωμα και πολιτισμική υποστήριξη, άρα κοινωνική συνειδητοποίηση και δημοκρατική κουλτούρα, δεν αρκεί μόνο η πολιτική βούληση.

Έτσι προκύπτει η ανάγκη για δημοκρατική (αυτο)εκπαίδευση του κοινωνικού πλήθους. Εδώ βρίσκεται και η ανάγκη για συζήτηση και διευκρίνιση σε μία σειρά εννοιών, όρων, ιστορικών συμβάντων και πρακτικών. Ανάγκη για κριτική στις κυρίαρχες σημασίες του ολιγαρχικού και κομματοκρατικού συστήματος, που λεηλατούν, αλλοτριώνουν και υποτάσσουν τα άτομα στο σύστημα. Μιλώντας στο παρόν πόνημα αρκετές φορές για «κοινωνία», για «κοινωνικό πλήθος», δεν εννοώ μία ιδεατή κοινωνία, ένα ιδεατό εξιδανικευμένο πλήθος που εξεγείρεται όταν υπάρχει αδικία, που κάνει τα πάντα καλά, που έχει μόνο αρετές. Δεν εξιδανικεύω, αντιθέτως νομίζω ότι η κατάσταση και η ποιότητα, όσον αφορά την διάθεση και την πολιτική συνείδηση των κοινωνικών συνόλων, βρίσκονται σε πολύ άσχημο επίπεδο.  Ειδικώς για την νεοελληνική κοινωνία η κατάσταση είναι απελπιστική και πολύ ανησυχητική. Γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται ένας σύγχρονος Διαφωτισμός και μια πολιτική δράση.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι η επανεμφάνιση της πολιτικής. Όμως την πολιτική δεν μπορεί να μας την υπαγορεύσει και να μας τη διδάξει κανείς, κανένα βιβλίο, καμία θεωρία, κανείς φιλόσοφος, ούτε η Άρεντ ούτε ο Καστοριάδης. Οι σπουδαίοι θεωρητικοί μπορούν να ξεκαθαρίσουν το τοπίο από συγχύσεις και νεφώσεις, να διαυγάσουν τις έννοιες και τα ιστορικά πολιτικά συμβάντα, να δείξουν έναν δρόμο. Όλα τα υπόλοιπα, η πράξη και η δράση ανήκουν στα δρώντα υποκείμενα, στο κοινωνικό πλήθος. Είναι ευθύνη και πρωτοβουλία δική μας, αποκλειστική δική μας υπόθεση, εξαρτώμενη από την δράση μας και την άμεση ψυχοσωματική μας επένδυση. Η πολιτική είναι πράξη και κυρίως γίνεται από νέους. Έχει οπωσδήποτε κάποια σχέση με το παρελθόν, αλλά συνιστά, και αυτό είναι το σημαντικό, και μία αρχή, σχεδόν από το μηδέν, που εμπεριέχει το άγνωστο και το διακύβευμα με μόνη εγγύηση την εγρήγορση και την ικανότητα των δρώντων υποκειμένων. Είναι ρήξη με το παρελθόν εν τινι μέτρω και πορεία προς έναν νέο δρόμο που εν πολλοίς ανοίγεται ταυτοχρόνως με την έναρξη της κινητοποίησης. Όμως βασικό στοιχείο για την πορεία αποτελεί η ενσωμάτωση της πείρας του παρελθόντος.

Στη βάση αυτή είναι απαραίτητο κάτι να γίνει και όχι να περιμένουμε την έλευση του πολιτικού συμβάντος, την κινητοποίηση της κοινωνίας και τότε να δραστηριοποιηθούμε - σαν τους χριστιανούς που περιμένουν το Πάσχα ή τη «Δευτέρα Παρουσία». Η στάση αυτή είναι πολιτική μοιρολατρία, οππορτουνισμός και παθητική αναμονή. Ανάμεσα στα δύο άκρα, σε γραφειοκρατικό κομματισμό και αυθορμητισμό, ανάμεσα σε αυταρχικό λενινισμό και κοινωνικό αυτοματισμό υπάρχει και τρίτος δρόμος, έστω μονοπάτι που έχει σκεπασθεί από τα αγριόχορτα των δύο άκρων. Πρέπει να το δημιουργήσουμε, αυτό είναι βασικό για την επανεπινόηση της πολιτικής. Η απάντηση στην κομματική γραφειοκρατική οργάνωση (λενινιστική) δεν είναι η απουσία οιασδήποτε οργάνωσης, δεν είναι ο ακτιβισμός, η εγκατάλειψη στην τύχη και στο αυθόρμητο. Ένας βασικός λόγος είναι ότι το σύστημα και οι δυνάμεις που το στηρίζουν και το υποστηρίζουν οργανώνονται ποικιλοτρόπως και αδιαλείπτως (κόμματα, κράτος, ΜΜΕ, Εκκλησία, οικονομική ελίτ, διανοούμενοι και άλλοι μηχανισμοί), άρα είναι μεγάλη έλλειψη να υπάρχει από τις αντίπαλες δυνάμεις αδιαφορία, ολιγωρία ή υποκατάστατα. Είναι απαραίτητη η αυτο-οργάνωση, η πολιτική παρουσία, οι οργανωμένες παρεμβάσεις, η στρατηγική, η τακτική για την δράση. Οργάνωση δεν σημαίνει αναγκαστικώς κόμμα, γραφειοκρατία και ιεραρχία. Το να μην οργανώνεσαι και να μη δρας πολιτικά από φόβο μήπως καταλήξεις σε γραφειοκρατία, είναι σαν να αρνείσαι να σκεφθείς από φόβο μήπως κάνεις λάθος.  

Για να γίνει η πορεία των θεσμικών αλλαγών χρειάζεται πολιτική δράση, ρητή και σαφής. Η δράση αυτή θα είναι αναγκαστικώς συλλογική. Χρειάζεται συνεπώς μια πολιτική συλλογικότητα που να αγωνίζεται και να δρα για τις απαιτούμενες θεσμικές αλλαγές. Χρειάζονται συγκεκριμένες θέσεις, τοποθετήσεις και δράσεις. Τα κινήματα των πλατειών μετά από τα αντι-παγκοσμιοποιητικά φόρα έδειξαν τις αδυναμίες σε αυτόν τον τομέα. Χωρίς κάποια οργάνωση και κάποια στρατηγική δεν μπορεί να γίνει κάτι ουσιαστικό και αποτελεσματικό. Χρειάζονται ουσιαστικές πολιτικές πρωτοβουλίες.

Είναι εμφανής λοιπόν η ανάγκη για μία κίνηση, όχι κόμμα, η οποία θα αποτελέσει έναν πόλο με βάση τις ιδέες και τις αρχές της άμεσης δημοκρατίας και της αυτονομίας – τονίζω τις ιδέες της δημοκρατίας και της αυτονομίας και όχι προτάγματα, διότι, όπως ανέφερα, αυτά δεν υπάρχουν, αντιθέτως είναι τα ζητούμενα και τα επιδιωκόμενα. Ακριβώς ο πόλος αυτός θα είναι μοχλός για τη δημιουργία ενός κινήματος που θα επαναφέρει το πρόταγμα στο προσκήνιο, θα συντελέσει στην ανάδυσή του, για να επιδιώξει θεσμικές αλλαγές που οδηγούν  στην επίτευξη δημοκρατικών κατακτήσεων. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει μία κίνηση της οποίας ο χαρακτήρας και ο σκοπός να είναι πολιτικοί, καθαροί, όχι ανάμεικτοι με νεφελώδη αριστερά, σοσιαλιστικά, ελευθεριακά, αντιεξουσιαστικά, κομμουναλιστικά, «μετακαπιταλιστικά», απομεγεθυνσιακά, «κοινοτιστικά» ιδεολογήματα. Ο σκοπός πρέπει να είναι  η άμεση δημοκρατία ως πολίτευμα που έχει αρχές, σημασίες, αξίες, θεσμούς και μορφή διακυβέρνησης.

Φυσικά χρειάζεται η κίνηση να έχει παρουσία στο κεντρικό πολιτικό πεδίο και όχι μόνο στην περιφέρεια και στα τοπικά ζητήματα. Μπορεί να υπάρχει η ανάγκη ή η θέληση για τη δημιουργία τοπικών πρωτοβουλιών και κινήσεων που θα δραστηριοποιηθούν στην επαρχία, στις πόλεις και στους δήμους για να θέσουν και να διεκδικήσουν  αλλαγές στα ουσιαστικά προβλήματα της καθημερινότητας και της ποιότητας ζωής: συγκοινωνίες, ατμοσφαιρική ρύπανση, ηχορύπανση, στέγαση, αστικό τοπίο, χώροι αναψυχής και συγκέντρωσης, ποικίλα οικολογικά ζητήματα. Υπάρχει επίσης η ανάγκη δραστηριοποίησης κατά του φασισμού, του ρατσισμού και του εθνικισμού, για τα ζητήματα του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Αυτά όμως δεν θα είναι καλό να αποπροσανατολίζουν από το κεντρικό ζήτημα, να έχουν συνείδηση της μερικότητάς τους και της αποσπασματικότητάς τους, να συντονισθούν υπό την αιγίδα ενός κοινού στόχου για κεντρικές θεσμικές αλλαγές, προτάσσοντας τις αρχές και τις αξίες της άμεσης δημοκρατίας, τη συμμετοχή των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στην εξουσία.

Ακριβώς, η δημιουργία μιας πολιτικής κίνησης, ενός πολιτικού σχήματος, θα έχει ως αντικείμενο την παρουσία στην κεντρική πολιτική σκηνή με παρεμβάσεις, δράσεις, συγκεντρώσεις, ομιλίες, θεωρητική επεξεργασία. Θα είναι ανεξάρτητη και αυτόνομη από όλα τα κόμματα, θα στηρίζεται στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, της ισότιμης συμμετοχής, της κυριαρχίας των γενικών συνελεύσεων και της αντιγραφειοκρατικής δομής, με πλήρη διαφάνεια και έλεγχο, με αιρετά και κληρωτά εκτελεστικά όργανα, ανακλητά ανά πάσα στιγμή. Η κίνηση αυτή θα είναι ο κοινός χώρος στον οποίο θα συγκεντρώνονται τα άτομα και θα εκφράζονται όλες οι απόψεις, αναζητώντας τον κοινό παρονομαστή, που θα αποτελέσει τη βάση για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων, όπως αυτών που ανέφερα εδώ ή άλλων και θα εκφρασθούν σε μία κοινή προσπάθεια. Χωρίς συντονισμό και κάποια υποτυπώδη οργάνωση, χωρίς συγκεκριμενοποίηση των θεσμικών αλλαγών και των στόχων και χωρίς προσπάθεια για την επίτευξή τους  δεν μπορεί να γίνει τίποτα ουσιαστικό και αποτελεσματικό. Ιδιαιτέρως σήμερα μετά την πανδημία οι αλλαγές αυτές είναι στην κυριολεξία ζήτημα ζωής ή θανάτου, διότι αφορούν κυρίως την δημόσια υγεία και την απαλλαγή των ανθρώπων από την ανασφάλεια και τον φόβο, την έξοδο από τον ατομικισμό, την ιδιώτευση και την δυσπιστία στους άλλους που τόσο επιδεινώθηκαν με την πανδημία.

Τα ερωτήματα που πρέπει να συζητηθούν είναι: Ποιοι θεσμοί πρέπει να αλλάξουν και από ποιους θα αντικατασταθούν; Ποιους θεσμούς χρειαζόμαστε; Ποιο θα είναι το περιεχόμενο των θεσμών; Ποιους συγκεκριμένους θεσμούς θα πρέπει να έχει ως στόχους η πολιτική δράση; Ποιοι έχουν προτεραιότητα; Ποιοι είναι πραγματοποιήσιμοι και όχι απλώς διακαείς πόθοι; Ο προσδιορισμός του περιεχομένου και της αξίας είναι πολύ σημαντικός, διότι όταν δε υπάρχει ηθικό και πολιτικό περιεχόμενο εκμηδενίζεται κάθε διαφορά και κάθε κριτική απόσταση ανάμεσα στο θεσμίζον και στο θεσμισμένο με αποτέλεσμα το Δέον να ανάγεται στο Είναι. Στην περίπτωση αυτή δεν έχει νόημα οποιαδήποτε πολιτική δράση αφού εξαϋλώνεται το Δέον.

Η κίνηση θα έχει ως σκοπό τη διάδοση των αρχών, των ιδεών και πρακτικών της άμεσης δημοκρατίας, με όλους τους τρόπους που θα κριθούν πρόσφοροι  από τις γενικές συνελεύσεις και απώτερο στόχο να συμβάλλει στη δημιουργία του πολιτικού-πολιτισμικού κινήματος για τις απαιτούμενες αλλαγές. Πρέπει οι ιδέες της άμεσης δημοκρατίας να διαδοθούν σε όσον το δυνατόν ευρύτερα στρώματα και να βρουν μία μόνιμη έκφραση στον κεντρικό πολιτικό χώρο, από τον οποίο μέχρι στιγμής απουσιάζουν. Οι ιδέες, όπως και οι μηχανές, δεν έχουν καμία αξία αν δεν μπουν σε κίνηση. Αυτές συντελούν στην διαμόρφωση συνειδήσεων και βουλήσεων για πράξη. Αρκετοί στοχαστές τόνισαν την δύναμη των ιδεών, ήδη από τον Μαρξ. Δεν μπορεί να γίνουν σημαντικά πολιτικά βήματα χωρίς προηγούμενη προώθηση των ιδεών. Όπου δεν υπάρχουν οι ιδέες της άμεσης δημοκρατίας υπάρχουν οι ιδέες της ολιγαρχίας και του κομφουζιονισμού, όπου δεν υπάρχουμε εμείς υπάρχουν οι άλλοι. 

 

            Αρκετές συγχύσεις και πλήγματα έχουν επιφέρει οι ποικιλώνυμοι αντίπαλοι και εχθροί της στην ιδέα της άμεσης δημοκρατίας. Ας αποφύγουμε τις νεότερες συγχύσεις, τους περισπασμούς και τους αποπροσανατολισμούς που προέρχονται από φίλιες δυνάμεις. Χρειάζονται, δηλαδή, καθαροί στόχοι, σταθερός και σαφής προσανατολισμός για θεσμικές αλλαγές, που θα επιτρέπουν αποδυνάμωση του εξουσιαστικού συστήματος των κομμάτων, αφαίρεση εξουσιών από τους πυλώνες του και συμμετοχή της κοινωνίας στην λήψη των αποφάσεων και στη θέσπιση των νόμων. Αν θέλουμε να απευθυνθούμε σε ευρύτερα στρώματα – και πρέπει να το κάνουμε - χρειάζονται πέντε ή έξι συγκεκριμένες προτάσεις που να τεθούν ως άξονας ενός κινήματος, ως αφετηρία για την ανάδυση ενός κινήματος για τη δημοκρατία.[1]

            Ο σκοπός που τέθηκε το καλοκαίρι 2011 στις πλατείες, όχι μόνο στην Ελλάδα, ήταν, εκτός από τη διαμαρτυρία κατά της λιτότητας, η άμεση δημοκρατία («Να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας», «Άμεση δημοκρατία τώρα»). Εφ’ όσον κινήσεις, εγχειρήματα και άτομα μιλάνε για άμεση δημοκρατία και επιθυμούν την άμεση δημοκρατία, το καλύτερο θα ήταν να ξεκαθαρίσουν τι σημαίνει άμεση δημοκρατία ως πολίτευμα και να συντονισθούν σε μία κοινή προσπάθεια. Να γίνει κοινός παρονομαστής ο σκοπός αυτός, με συγκεκριμένους στόχους θεσμικών αλλαγών. Μια πολιτική δημοκρατική κίνηση δεν χρειάζεται να επιβαρύνεται με νεφελώδεις έννοιες και αμφιλεγόμενους όρους που ακούγονται τελευταίως και δημιουργούν συγχύσεις. Πρέπει να επιλέξουμε: Άμεση δημοκρατία ως σκοπό και ως πολίτευμα.   

                 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Για συγκεκριμένες προτάσεις βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, όπ. π., σ. 243-250.