Παρασκευή 29 Μαρτίου 2024

Ο ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

[Δημοσιεύθηκε στο tvxs, 26 Μαρτίου 2024]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

 

Ο ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ

ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

 

Η αρνητική στάση της Εκκλησίας στον γάμο των ομοφυλοφίλων, οι απαράδεκτες μεσαιωνικές σκοταδιστικές δηλώσεις μητροπολιτών και οι εκ μέρους τους αφορισμοί πολιτικών που ψήφισαν το νομοσχέδιο καθιστούν επείγουσα την συζήτηση για τον αρνητικό ρόλο της Εκκλησίας στην πολιτική και κοινωνική ζωή. 

Από τους «φυσικούς» και πιο παλιούς αντιπάλους της δημοκρατίας είναι η θρησκεία, ιδιαιτέρως η θεσμισμένη μορφή της με το ιερατείο και την Εκκλησία, και γενικώς οι θεολογικές και οι μεταφυσικές αντιλήψεις. Η αντιπαλότητα εμφανίζεται ήδη από την αρχή της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα υπό την μορφή των θεολογικών αντιλήψεων. Ο Σωκράτης και ο Πλάτων, μέγιστοι πολέμιοι της αθηναϊκής δημοκρατίας, εισήγαγαν στην αντιδημοκρατική επιχειρηματολογία το θείον. Φυσικά ο Πλάτων δεν είναι ιδρυτής θρησκείας, αλλά της μεταφυσικής ή της θεολογικής φιλοσοφίας. Μετά την θεμελίωση της ιδεαλιστικής θεωρίας των Ιδεών, την πολιτεία του βασιλέως φιλοσόφου και την μετέπειτα διαπίστωση των αδυναμιών της, ο Πλάτων ίδρυσε στο τελευταίο έργο του τη θεοκρατία, στην οποία στήριξε μια πολιτεία που  οι νόμοι εκπορεύονται και αποκτούν ισχύ από την «θέληση» του θεού. Επιτέλεσε έτσι ο Αθηναίος φιλόσοφος μία μοιραία αντιστροφή στη σκέψη που έμελλε να στιγματίσει την ηθική και την πολιτική: από τον πραγματικό κόσμο και τους ανθρώπινους νόμους της πόλεως μεταβαίνει στον ιδεατό υπερβατικό χώρο και στην υπό θεία εποπτεία πολιτεία. Όμως, η αυταρχική και ανελεύθερη πολιτεία, που ο Πλάτων ίδρυσε στη θεωρία, ως απάντηση στη δημοκρατία και ως αναίρεσή της, ιδρύθηκε εν συνεχεία στην ιστορική πραγματικότητα από διάφορα αυταρχικά, ανελεύθερα και  αντιδημοκρατικά καθεστώτα στηριγμένα στη θρησκεία.

Πράγματι, η άνοδος του χριστιανισμού τον 4ο μ.Χ. αιώνα και η καθιέρωσή του ως επίσημης κρατικής θρησκείας σε Ανατολή και Δύση σηματοδότησε την αντιστροφή του πολιτισμικού και πολιτικού παραδείγματος: την ίδρυση και κυριάρχηση θεοκρατικών καθεστώτων. Έτσι, στην Ανατολή εγκαθιδρύθηκε το αυταρχικό καθεστώς της βυζαντινής αυτοκρατορίας, της ελέω θεού  απόλυτης μοναρχίας και του χριστιανού πατριάρχη και στη Δύση το καθεστώς της φεουδαρχίας με τον απόλυτο ελέω θεού μονάρχη και τον άτεγκτο  θρησκευτικό ηγέτη στο πρόσωπο του πάπα. Η κυριάρχηση έγινε δυνατή διότι στηρίχθηκε, αφ’ενός στην  αναγκαστική επιβολή της θρησκευτικής πίστης, του μοναδικού δόγματος και της μισαλλοδοξίας, που είχε ως αποτέλεσμα αποκλεισμούς και  διώξεις μέχρι εξοντώσεως δια πυρός και σιδήρου των διαφορετικώς σκεπτομένων. αφ’ετέρου, στη βία και τρομοκρατία που εξαφάνισαν τα εκπληκτικά δημιουργήματα του εκκοσμικευμένου ελληνικού λόγου, την ελευθερία έκφρασης, σκέψης, βούλησης και πράξης, εξοβελίζοντας τη φιλοσοφία, τα ανθρωποκεντρικά νοήματα και το σύνολο του ελληνικού πολιτισμού.

            Έτσι, καθ’ όλη τη διάρκεια της χριστιανικής κυριαρχίας από τον 4ο μέχρι τον 18ο αιώνα, στον χριστιανικό  μεσαίωνα σε Δύση και βυζαντινή Ανατολή, παρά τις δογματικές διακηρύξεις περί αγάπης, ειρήνης και φιλανθρωπίας, αυτό που επικράτησε ήταν ίντριγκες, συνωμοσίες, φατριαστικοί και προσωπικοί άγριοι σφαγιασμοί για την εξουσία, δίχως κανέναν ενδοιασμό και ηθική, δίχως κανόνες και αρχές: στην χριστιανική Δύση οι ανελέητες συνωμοσίες, εξοντώσεις και πόλεμοι χριστιανών  πριγκήπων, βασιλέων και ευγενών. στο χριστιανικό Βυζάντιο οι εξοντωτικές διώξεις αιρετικών, τα άγρια ενδοοικογενειακά εγκλήματα, οι δολοφονίες παντός είδους, οι ρινοτμήσεις και οι τυφλώσεις στην διαμάχη για την άνοδο στον θρόνο. Όλες αυτές οι βαρβαρότητες έγιναν από χριστιανούς ηγεμόνες με τη θρησκευτική κάλυψη, την ανοχή ή την συναίνεση της Εκκλησίας.[1]

Η Εκκλησία με το ιερατείο της ήταν πάντα μια  οργανωμένη θεσμική δύναμη, η οποία είχε αναγάγει τη θρησκεία σε μηχανισμό προπαγάνδας και επιβολής, που χρησιμοποιούσε την θρησκευτική πίστη για τρομοκρατία και προσηλυτισμό, κατηγοριοποιώντας και αποκλείοντας άτομα, εμπορευόμενη ταυτοχρόνως την σωτηρία των ψυχών υποσχόμενη μία (ανύπαρκτη) ευτυχισμένη «μετά θάνατον ζωή». Η Εκκλησία ως σύστημα οικονομικό, ιδεολογικό και πολιτικό διαπλεκόταν πάντοτε με το κράτος για να εξασφαλίζει τα προνόμιά της, ασκούσε εξουσία, διατύπωνε αξιώσεις ισχύος, συμπορευόμενη κατά κανόνα με τον εκάστοτε συντηρητικό και αυταρχικό κυρίαρχο είτε αυτός ήταν δικτάτορας, είτε μονάρχης είτε δεξιό ή ακροδεξιό κόμμα, ταυτιζόμενη με (και καλύπτοντας) οποιαδήποτε βαρβαρότητα της κρατικής εξουσίας.

Όσον αφορά τις ιδέες η Εκκλησία στηρίζεται στο απόλυτο δόγμα, το οποίο παρουσιάζει ως μοναδική αλήθεια και απαιτεί υπακοή σε αυτό καθώς επίσης στον υπερβατικό αρχηγό και στο επίγειο ιερατείο. Βάση της είναι η αντίληψη για το ποίμνιο των αμνών και του ποιμένος. Άλλο όμως το Είναι του αμνού  και του πιστού και άλλο το Είναι του πολίτη, άλλο το Είναι του εκκλησιαστικού ποιμνίου και άλλο της εκκλησίας του δήμου. Ενώ η δημοκρατία έχει ως βάση και προοπτική την αυτονομία, ατομική και συλλογική, η θρησκεία και η Εκκλησία εμφορούνται από μεταφυσικές αντιλήψεις και στηρίζονται στην ετερονομία. Αποδίδουν τη ζωή, την αρχή του κόσμου και την πηγή των σημασιών σε ένα υπερβατικό όν, το οποίο θέτουν ως ανώτατη αρχή, εξουσία και αξία, πάνω από τον άνθρωπο, πάνω από την κοινωνία και την ιστορία. Με αυτήν την έννοια η θρησκεία είναι κανόνας ετερονομίας, και όπως πολύ σωστά γράφει ο Καστοριάδης, είναι ταυτόσημη με την ετερόνομη θέσμιση της κοινωνίας.[2]  Γι’ αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο που η  Εκκλησία κηρύσσει αντιδημοκρατικές αυταρχικές  αντιλήψεις, υποταγή  σε κάθε είδους εγκόσμια και μεταφυσική εξουσία. [3]  

Έτσι εξηγείται η μακραίωνη κυριαρχία της αιμοσταγούς εξουσίας σε Ανατολή και Δύση: εδραιώθηκε και συντηρήθηκε με την αγαστή συνεργασία κράτους και Εκκλησίας επί δέκα αιώνες, σκορπίζοντας την βαρβαρότητα στο Βυζάντιο και στις δυτικές απολυταρχίες, την αλαζονική, μισαλλόδοξη και ανεξέλεγκτη εξουσία τους που είχε φθάσει στον άκρατο παροξυσμό με την Ιερά Εξέταση. Και φυσικά για να ανατραπεί αυτό το σκοταδιστικό και άκρως ανελεύθερο καθεστώς έπρεπε να ασκηθεί ριζική κριτική  πρωτίστως στην χριστιανική θρησκεία και την Εκκλησία, κριτική στον αυταρχισμό, στην αυθαιρεσία και στο χριστιανικό δόγμα που παρουσιαζόταν ως η μοναδική αλήθεια.  Μετά από την ανακάλυψη του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και πολλές προσπάθειες καλλιτεχνών, λογίων και αστών προέκυψε η Αναγέννηση, η θρησκευτική μεταρρύθμιση, ο Διαφωτισμός σε Ευρώπη και Β. Αμερική, οι επαναστάσεις της νεωτερικότητας, οι κατακτήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ατομικών ελευθεριών και των κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων.

 

Ελλάς

 

Σημερινό παράδειγμα ισχυρής θρησκευτικής επιρροής και δύναμης είναι τα θεοκρατικά καθεστώτα, κυρίως στις μουσουλμανικές χώρες. Ασφαλώς η σημερινή Ελλάς δεν εντάσσεται στην περίπτωση αυτή, όμως αποτελεί μία αρνητική εξαίρεση στην ευρωπαϊκή παράδοση. Σε αντίθεση με τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ισχυρής επιρροής της θρησκείας και της Εκκλησίας, ακόμα και στον 21ο αιώνα. Υπήρξε ανέκαθεν ισχυρός αμοιβαίος δεσμός ανάμεσα στο κράτος και την Εκκλησία. Από τη μια, η δουλική στάση όλων των νεοελληνικών κυβερνήσεων (της αριστερής συμπεριλαμβανομένης) απέναντι στην Εκκλησία, την κατέστησαν ισχυρό κράτος εν κράτει, με αρνητικό αποτέλεσμα να μην υφίσταται εν Ελλάδι πολιτική κοινωνία, αλλά μάλλον προ-πολιτική. Η Εκκλησία είναι έτσι de facto μια άτυπη εξουσία που δεν έχει εκλεγεί, αλλά έχει ισχυρή δύναμη σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας και στις κυβερνητικές, πολιτικές και κομματικές γραφειοκρατίες. Η κατάσταση αυτή είναι εμφανώς μία αντισυνταγματική εκτροπή, αφού σύμφωνα με το Σύνταγμα κάθε εξουσία προέρχεται από τον λαό μέσω εκλογών.     

Από την πλευρά της, η ελληνική χριστιανική ορθοδοξία συνεργάσθηκε πάντα με την κρατική εξουσία, στήριξε κάθε είδος αυταρχικής, ανελεύθερης και αντιδημοκρατικής εξουσίας: πραξικοπηματίες, δικτάτορες, βασιλείς, αντικομμουνιστές, Δεξιούς,  ακροδεξιούς και νεοναζιστές, πολεμοκάπηλους και εγκληματίες. Ακόμα και στις τελευταίες δεκαετίες η Εκκλησία έφτασε τα όρια του εθνικιστικού παροξυσμού και της μισαλλοδοξίας στη δεκαετία 1998-2008 με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο Παρασκευαΐδη και συνεχίζεται  σήμερα ασφαλώς με πιο ήπια μέσα με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Ο τελευταίος σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ (1/11/2016), έδειξε το ακροδεξιό πρόσωπο της ορθόδοξης Εκκλησίας, με ρατσιστικές, εθνικιστικές, μισαλλόδοξες και αντιπολιτικές αντιλήψεις, επιτιθέμενος ανοικτά στην αριστερή κυβέρνηση. Τέτοιες απαράδεκτες ύβρεις κατά υπουργών, αντιδημοκρατικές νοοτροπίες  και κυρίως η άρνηση στον χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, εμποδίζουν την πορεία όχι μόνο προς τη δημοκρατία, αλλά και προς την πολιτική κοινωνία.

Υπάρχουν όμως και χειρότερα. Ο γνωστός ακροδεξιός μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος υποδέχθηκε τον Μάρτιο 2017 τον αρχηγό του νεοναζιστικού κόμματος, μίας  δηλαδή  εγκληματικής οργάνωσης που ήταν  υπόδικη για δύο φόνους και για άλλες τρομοκρατικές ενέργειες. Τα μέλη της Χρυσής Αυγής καταδικάσθηκαν μετά από λίγα χρόνια για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές και φυλάκιση. Δεν είναι η πρώτη ούτε η μοναδική φορά που μητροπολίτες συναγελάζονται με τους εγκληματίες της ναζιστικής οργάνωσης. Συνέβη και με τον Καλαβρύτων Αμβρόσιο, τον Πειραιώς Σεραφείμ κ.ά. Πρόκειται για ανησυχητικές και απεχθείς ενέργειες που θέτουν επειγόντως το ζήτημα του χωρισμού  πολιτείας και Εκκλησίας, διότι είναι απαράδεκτο να πληρώνουν οι φορολογούμενοι τους μητροπολίτες και ιερείς που αθωώνουν τις φιλοναζιστικές απόψεις και πρακτικές και επωάζουν το αυγό του φιδιού.

Η Ελλάς είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη του 21ου αι. που ο εναγκαλισμός κράτους και Εκκλησίας είναι τόσο στενός και αυτός είναι ένας από λόγους που δεν έχει γίνει ο χωρισμός μεταξύ τους. Ένας άλλος λόγος είναι η έλλειψη Αναγέννησης στον Ελλαδικό χώρο και η κατάπνιξη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού από τις άγριες επιθέσεις και διωγμούς της επίσημης Εκκλησίας  κατά την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας αλλά και μετέπειτα στην απελευθέρωση. Η Εκκλησία συνεργάσθηκε με τους οθωμανούς κατακτητές  για την υποταγή των ραγιάδων, στράφηκε κατά του Ευρωπαϊκού και του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, κατά της Επανάστασης με ποικίλους τρόπους, στιγματίζοντας τον Ρήγα Φεραίο, τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.[4] Η σημερινή συμπεριφορά της ελληνικής ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελεί συνέχεια της αντιδραστικής στάσης που αυτή κράτησε σε όλη την προηγούμενη διάρκεια της νεοελληνικής ιστορίας.

Αυτό που πρέπει να τονισθεί είναι η μέγιστη υποκρισία της Εκκλησίας που αυτοπαρουσιάζεται ως ηθική και υλική αρωγός στις κοινωνικές δυστυχίες και στον ανθρώπινο πόνο, διακηρύσσοντας την αγάπη, την βοήθεια και την ευσπλαχνία. Όμως σε χαρακτηριστικές περιπτώσεις που αυτές οι στομφώδεις διακηρύξεις χρειάσθηκε να εκφρασθούν σε πρακτικές υπήρξε πλήρης απουσία της Εκκλησίας.  Κάποιες τέτοιες περιπτώσεις ανέφερα πιο πριν, υπάρχουν όμως και άλλες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: τον Νοέμβριο του 1973, η Εκκλησία δεν έπραξε τίποτε για να εμποδίσει τη σφαγή των άοπλων νέων στο Πολυτεχνείο, ούτε έστειλε βοήθεια στις απεγνωσμένες εκκλήσεις του ραδιοφωνικού σταθμού των εγκλείστων το βράδι πριν από την επέμβαση των τανκς, που ζητούσε οποιαδήποτε ανθρωπιστική βοήθεια, πρώτες βοήθειες, ασθενοφόρα, φάρμακα, αφού υπήρχαν νεκροί και εκατοντάδες τραυματίες από σφαίρες αστυνομικών και στρατιωτικών. Ούτε μετά καταδίκασε τη σφαγή, τις συλλήψεις και τα βασανιστήρια, δείχνοντας έτσι όχι μόνο υποκρισία και αναλγησία, αλλά πλήρη συμφωνία με τις βάρβαρες πράξεις του δικτατορικού καθεστώτος. Εν τούτοις στην Μεταπολίτευση δεν έγινε καμία κάθαρση στους κόλπους της από τα φιλοχουντικά και φιλοφασιστικά στοιχεία. ούτε αργότερα έγινε δυνατή η περιβόητη «αυτοκάθαρση» από τα παρανομούντα, διεφθαρμένα μέλη της και από αυτά που κηρύσσουν ρατσιστικά, ομοφοβικά, αντιεβραϊκά, αντιισλαμικά, μισαλλόδοξα νοήματα. Επί πλέον φιλοχουντικά στελέχη της έγιναν μητροπολίτες, όπως ο Άνθιμος (Θεσσαλονίκης) και ο Χριστόδουλος (αρχιεπίσκοπος).  

Αυτό που έχει συγκαλυφθεί επισταμένως είναι ότι η Εκκλησία ανήκει στην οικονομική ελίτ, αφού η ηγεσία της διαχειρίζεται μία μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία - οικόπεδα, διαμερίσματα, κτίρια, επιχειρήσεις, τραπεζικές καταθέσεις, ομόλογα. Συνεπώς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του καπιταλιστικού συστήματος. Κεφαλαιοκράτης δεν είναι μόνο ο κάτοχος των μέσων παραγωγής, αλλά και ο διαχειριστής μεγάλης περιουσίας, όπως είναι η Εκκλησία. Έτσι εξηγείται η υποστήριξή της σε όλες τις βασιλικές, δεξιές, δικτατορικές, αυταρχικές και αντισυνταγματικές κυβερνήσεις καθόλη τη διάρκεια της νεοελληνικής ιστορίας.[5] Η Εκκλησία αποτέλεσε ένα σημαντικό παράγοντα οπισθοδρόμησης και συντηρητισμού, ένα στήριγμα του ανίκανου και διεφθαρμένου συστήματος διακυβέρνησης που οδήγησε στη χρεοκοπία. Αποτελεί δε βασικό εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια για εκδημοκρατισμό των θεσμών, για εκκοσμίκευση της εκπαίδευσης, για πραγματική πολιτική αγωγή των ατόμων, για παιδεία ελευθερίας, ισότητας, δημοκρατίας. Αποτελούσε πάντα έναν μεγάλο ανασταλτικό παράγοντα ακόμη και στον ελεύθερο θρησκευτικό προσανατολισμό των νέων.  Η Ελλάς είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη που υπάρχει θρησκευτικός αγιασμός στην έναρξη των σχολείων, ομαδικός εκκλησιασμός των μαθητών, πρωινή προσευχή πριν την έναρξη των μαθημάτων, το μάθημα των Θρησκευτικών από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο – ενώ η Φιλοσοφία διδάσκεται μόνο σε μία τάξη. Όλα αυτά σημαίνουν υποχρεωτική θρησκευτική κατήχηση από πολύ νωρίς, και σε συνδυασμό με τις μαθητικές παρελάσεις συντελούν στην πλύση εγκεφάλου των νέων και τον διαποτισμό τους από την εθνικιστική θρησκευτική ιδεολογία.  

Ωστόσο η προσωπική θρησκευτική πίστη του καθενός πρέπει να είναι σεβαστή, ως αποτέλεσμα της νεωτερικότητας με τις αρχές της ανεξιθρησκίας και της ανεκτικότητας, όπως εκφράζονται στα σύγχρονα δυτικά πολιτεύματα, στα Συντάγματα, στις διακηρύξεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ατομικών ελευθεριών, και του σεβασμού των προσωπικών πεποιθήσεων. Έκαστος δικαιούται να ικανοποιεί τις θρησκευτικές του ανάγκες, όπως και τις σωματικές του, χωρίς να χώνει τη μύτη της η αστυνομία,  χωρίς κάποιο κράτος, ιερατείο, μηχανισμό επιβολής και προπαγάνδας, χωρίς κατηχητικό και επαγγελματίες ιερείς πληρωμένους από τα χρήματα των φορολογουμένων. Η θρησκευτική πίστη είναι προσωπικό και ιδιωτικό ζήτημα, δεν αφορά τους άλλους, τον δημόσιο χώρο και το Δημόσιο Ταμείο. Και ενώ η νεοφιλελεύθερη ακροδεξιάς κοπής κυβέρνηση της Ν.Δ., αποκρατικοποιεί πλήθος άλλες χρήσιμες κρατικές δομές και υπηρεσίες (Νερό, ΕΛΤΑ, Εκπαίδευση, Υγεία, Ενέργεια), η άχρηστη για το κοινωνικό σύνολο κρατικοποιημένη Εκκλησία δεν φαίνεται να κινδυνεύει με  αποκρατικοποίηση. Αντιθέτως, προφυλάσσεται και ενισχύεται με περισσότερους διορισμούς ιερέων και αυξήσεις αποδοχών! Ένδειξη μεγάλης κοινωνικής αφασίας.

 

Έλλειψη κριτικής

 

Είναι όμως λυπηρό να μην υπάρχει καμία σοβαρή κριτική στην θρησκεία και στην Εκκλησία από Έλληνες διανοουμένους  και δη της Αριστεράς, του εναλλακτικού και του αντιεξουσιαστικού χώρου. Αντιθέτως, διανοούμενοι της Αριστεράς έγιναν γνωστοί για σύμπλευση με τους συντηρητικούς χριστιανούς θεολόγους που εισήγαγαν την νεο-ορθοδοξία (Γιανναράς, Ράμφος). Έτσι από την δεκαετία του ’80 επανεμφανίσθηκαν ανανεωμένες οι θρησκευτικές ιδέες και επηρέασαν αρκετούς, μεταξύ αυτών και αριστερούς. Την σκυτάλη πήρε αργότερα η βυζαντινολόγος Ελένη Αρβελέρ με έναν  παρωχημένο  βυζαντινισμό και εθνικισμό και με ιδεολογική χρήση της ιστορίας.[6] Δημιουργήθηκε έτσι ένα ισχυρό ρεύμα εθνικιστικού και θρησκευτικού λαϊκισμού που αναστάτωσε τον κοινωνικό κορμό με τις ανεκδιήγητες «λαοσυνάξεις» για το Μακεδονικό, τους Σέρβους σφαγιαστές  και τις ταυτότητες. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι οι αναχρονιστικές χριστιανικές ιδέες του μοναρχικού και πατριαρχικού Βυζαντίου παρουσιάσθηκαν ως αξίες και πρότυπα για την σημερινή Ελλάδα! Είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που απόψεις μοναχών μοναστηριών και θρησκευτικές μεσαιωνικές ιδέες του 14ου αιώνα παρουσιάζονται ως αξίες   Αυτό δηλώνει την αφασία και την παρακμή ενός μέρους της νεοελληνικής διανόησης και της κοινωνίας.[7] Αυτή η ζοφερή κατάσταση ευνόησε την άνοδο της Ακροδεξιάς και της νεοναζιστικής λαίλαπας.  

Υπάρχει λοιπόν μεγάλη ανάγκη να απεγκλωβισθεί αφ’ ενός, η κοινωνία από τις θρησκευτικές ψευδαισθήσεις και αυταπάτες και αφ’ ετέρου, το σύστημα από την ολέθρια επιρροή και την δύναμη της Εκκλησίας. Όσο δεν πραγματοποιείται ο χωρισμός της τελευταίας από την πολιτεία τόσο θα παραμένει η κοινωνία δέσμια των ακραίων συντηρητικών και οπισθοδρομικών αντιλήψεων, που εμποδίζουν τον δρόμο προς την δημοκρατία. Χρειάζεται λοιπόν ένας ουσιαστικός Διαφωτισμός για θέματα ταμπού της νεοελληνικής πραγματικότητας, όπως είναι η Εκκλησία και η επιρροή της στην κοινωνία, στο κράτος και στην εκπαίδευση, αλλά και ο στρατός, η αστυνομία, η δικαστική εξουσία, δηλαδή το «βαθύ κράτος». Αυτό   είναι το κύριο στήριγμα της εξουσίας και των απαρχαιωμένων θεσμών και δομών του συστήματος.[8] Χωρίς την αποδόμησή του και την εξασθένησή του δεν μπορεί να γίνει τίποτε ουσιαστικό για την αλλαγή των θεσμών προς την πολιτική κοινωνία και την δημοκρατία. 

 



[1] Για τα εγκλήματα των χριστιανών στο Βυζάντιο βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο, Athens school, Αθήνα, 2021. Την άγρια και ανηλεή διαμάχη για την εξουσία των χριστιανών ηγεμόνων περιέγραψε στο τέλος του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα με μοναδικό τρόπο ο Σαίξπηρ στις τραγωδίες του

[2] Κορνήλιος Καστοριάδης, «Θέσμιση της κοινωνίας και θρησκεία», Χώροι του ανθρώπου, Ύψιλον, Αθήνα 1995. Να σημειωθεί πως ο Καστοριάδης είναι ίσως ο μόνος σύγχρονος  στοχαστής που έχει ασκήσει ριζοσπαστική κριτική στη θρησκεία και στα νεοελληνικά βυζαντινά ιδεολογήματα.

[3] Για ανάλυση της θρησκευτικής εξουσίας και τα εμπόδια που προσκομίζει στην ελευθερία και στη συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας υπάρχουν πολλά κείμενα του Διαφωτισμού («Εγκυκλοπαίδεια», Βολταίρος, Ντιντερό, Κοντορσέ). Ο Spinoza στην Θεολογικοπολιτική πραγματεία του παρουσιάζει τη θεολογία ως αντιφιλοσοφία και αποκαλύπτει τους θεολογικούς και εκκλησιαστικούς εξουσιαστικούς μηχανισμούς που επιβουλεύονται τη συγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας και το κοινό αγαθό. Υπάρχει επίσης η κριτική στη θρησκεία από τους Φόιερμπαχ, Μαρξ, Νίτσε και Κάουτσκι. Ο Μαρξ την παρομοιάζει με όπιο του λαού (Εισαγωγή στην Κριτική της εγελειανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου), ενώ ο Νίτσε ανήγγειλε τον θάνατο του θεού. Σημαντικό είναι επίσης το βιβλίο του Κάουτσκι, Η καταγωγή του χριστιανισμού.   

[4] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Επιθέσεις και διωγμοί κατά του Νεοελληνικού Διαφωτισμού από την Εκκλησία», στο συλλογικό «Επανάσταση και Εκκλησία», ειδική έκδοση της εφημερίδας Documento, Φεβρουάριος 2021.

[5]  Βλ. περισσότερα στο Γ. Ν. Οικονόμου, Η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Πλαίσιο για μια νέα πολιτική δράση, Εξάρχεια, Αθήνα, 2016, σ. 185 κ.ε. 

[6] Για μια κριτική των απόψεων της Ε. Αρβελέρ, βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο, Athens School, Αθήνα 2021, σ. 39 κ.ε. 

[7] Έτσι δεν είναι τυχαίο που στην μίζερη πολιτιστικώς Ελλάδα έγιναν γνωστοί κάποιοι διανοούμενοι θεολογίζοντες και θεολόγοι όπως ο Ράμφος και ο Γιανναράς ή νάρκισσοι όπως ο κομμουνιστής νεο-ορθόδοξος Ζουράρις και ο ακαταλαβίστικος μεταμοντέρνος Βέλτσος!  

[8] Γ. Ν. Οικονόμου, Η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, όπ. π., κεφ. 3.3 και 3.4.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου