Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

Η ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ

[ANTI, τχ. 895, 18 Μαΐου 2007]


ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Δρ Φιλοσοφίας


Η ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΘΕΣΜΩΝ
ΚΑΤΑ ΤΟΝ Κ. ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ



Μία από τις βασικές έννοιες στη σκέψη και τη θεωρία του Κ. Καστοριάδη είναι το ριζικό φαντασιακό, το οποίο εισάγεται για πρώτη φορά το 1964 στο κείμενό του «Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία».[1] H έννοια αυτή είναι θεμελιώδης για όλο το έργο του οπότε είναι επιβεβλημένη η διαύγασή της για να αρχίσει κανείς την κατανόηση του εγχειρήματός του και τη συζήτηση μαζί του. Η ανάγκη εισαγωγής μιας νέας έννοιας στον χώρο της φιλοσοφίας ή και άλλων κλάδων του επιστητού, προκύπτει από την ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα άλλων παρεμφερών και σχετικών εννοιών που πρότειναν άλλοι στοχαστές για ένα ζήτημα. Συνεπώς σε έκαστο ζήτημα πρέπει να εξετάζονται οι τυχόν προτεινόμενες απόψεις, να αντιπαραβάλλονται και να αξιολογούνται κριτικώς. Στο ζήτημα της καταγωγής των θεσμών οι κύριες απόψεις την εποχή του ’60, που προτάθηκαν για να την εξηγήσουν, ήταν από τη μαρξική θεωρία (οικονομία), τον φονξιοναλισμό (λειτουργισμό) και τον στρουκτουραλισμό. Αναγκαστικώς ο Κ. Καστοριάδης, πριν εισαγάγει τη δική του έννοια και άποψη, αποδεικνύει ότι οι απόψεις αυτές είναι ανίκανες να «εξηγήσουν» την καταγωγή των θεσμών. Θα δούμε εν συντομία πρώτα την κριτική αυτή και εν συνεχεία την εισαγωγή του φαντασιακού..

Κριτική στη λειτουργική-οικονομική άποψη

Η λειτουργική και η οικονομική άποψη εξηγούν τόσο την καταγωγή του θεσμού όσο και τα χαρακτηριστικά του, από τη λειτουργία που ο θεσμός εκπληροί στη δεδομένη κοινωνία και στις δεδομένες συνθήκες, από τον ρόλο του μέσα στην συνολική οργάνωση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Οπως χαρακτηριστικώς το εκφράζει ο κύριος υποστηρικτής αυτής της απόψεως, ο Malinowski: «η λειτουργία σημαίνει πάντα την ικανοποίηση μιας ανάγκης».[2] Αυτό για τον Καστοριάδη είναι εν μέρει σωστό, αφού οι θεσμοι εκπληρώνουν ζωτικές λειτουργίες, χωρίς τις οποίες η ύπαρξη μιας κοινωνίας είναι αδιανόητη, αλλά όμως δεν εξαντλεί τον θεσμό, ο οποίος δεν είναι τελείως κατανοητός με βάση μόνο αυτον τον ρόλο. Διότι υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ορισμένοι θεσμοί είναι δυσλειτουργικοί ή απουσιάζουν ενώ θα ήταν αναγκαίοι για ορισμένες λειτουργίες. όπως επίσης σε ορισμένες κοινωνίες δεν εκπληρούνται λειτουργίες, με συνέπειες πότε δευτερεύουσες και πότε καταστροφικές, όπως λ.χ. οι «εσωτερικές» καταρρεύσεις της Ρώμης και του Βυζαντίου[3].
O φονξιοναλισμός, κατά τον Κ. Καστοριάδη, παρουσιάζει κενό σε ένα κεντρικό σημείο, στο ότι δεν απαντά το ερώτημα: ποιες είναι οι «πραγματικές ανάγκες» μιας κοινωνίας, τις οποίες οι θεσμοί υποτίθεται ότι υπάρχουν για να τις εξυπηρετούν; Αυτό οφείλεται στο ότι οι ανάγκες δεν είναι προφανείς και προδιορισμένες όπως συμβαίνει με το έμβιο. Πράγματι το έμβιο, ο βιολογικός οργανισμός, δεν είναι τίποτε άλλο από το σύνολο των λειτουργιών που εκπληρώνει και που τον κάνουν να ζεί. Ένας σκύλος τρώει για να ζει, αλλά μπορούμε επίσης να πούμε ότι ζει για να τρώει, η ζωή γι’αυτόν δεν είναι τίποτε άλλο από την τροφή, την αναπαραγωγή κ.λπ. Αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτε για ένα ανθρώπινο όν ούτε για μιά κοινωνία. Μια κοινωνία δεν δύναται να υπάρξει παρά μόνο αν επιτελεί συνεχώς μια σειρά απο λειτουργίες (παραγωγή, τεκνοποίηση, εκπαίδευση, διοίκηση της κοινότητας, κ.λπ.), αλλά δεν περιορίζεται όμως σε αυτό. ούτε και οι τρόποι που αντιμετωπίζει τα προβλήματά της της υπαγορεύθηκαν μια για πάντα από την «φύση» της, επινοεί άλλους τρόπους να απαντά στις ανάγκες της και επινοεί επίσης καινούργιες ανάγκες. Η λειτουργική αντίληψη ότι η ύπαρξη των θεσμών ικανοποιεί ορισμένες ανθρώπινες ανάγκες αφήνει αναπάντητο και το ερώτημα: γιατί οι κοινωνίες δημιουργούν στην πορεία της ιστορίας διαφορετικές κάθε φορά μορφές ικανοποιήσεως των αναγκών; Eπίσης αναπάντητο παραμένει και το ερώτημα: γιατί η ικανοποίηση των βασικών αναγκών (ανυπαρξία πείνας, εξασφάλιση στέγης, κοινωνική ασφάλιση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, σεξουαλική απελευθέρωση) σε ορισμένες δυτικοευρωπαϊκές και βορειοαμερικάνικες χώρες, δεν έφερε μιά άλλη κοινωνία ελευθερίας και δημοκρατίας; Αυτό που παρατηρούμε είναι ότι οι ανάγκες, ή μάλλον η ανάγκη διατηρείται συνεχώς ανικανοποίητη από την τεχνική εξέλιξη, η οποία προκαλεί την εμφάνιση άλλων αναγκών. επίσης τα προνομιούχα στρώματα έχουν άλλους τρόπους ικανοποιήσεως των αναγκών όπως και άλλες ανάγκες από τα κατώτερα στρώματα. Αυτά σημαίνουν ότι η ανάγκη δεν φέρει μέσα της τον ορισμό ενος αντικειμένου που θα μπορούσε να την ικανοποιήσει, όπως η ανάγκη αναπνοής έχει ως αντικείμενο που τη ικανοποιεί τον ατμοσφαιρικό αέρα.

Το φαντασιακό

Ετσι λοιπόν οι ανάγκες δεν μπορούν να «εξηγήσουν» την καταγωγή των θεσμών. Τον κυρίαρχο ρόλο έχει το φαντασιακό ή το ριζικό φαντασιακό. Πρέπει προκαταρκτικώς να διευκρινισθεί ότι ο Κ. Καστοριάδης διακρίνει δύο μορφές του ριζικού φαντασιακού, την ατομική μορφή την οποία καλεί ριζική φαντασία, και την συλλογικη ή κοινωνική την οποία καλεί κοινωνικό φαντασιακό. Το φαντασιακό (imaginaire) στον Καστοριάδη δεν έχει την σημασία της φαντασίας και του φανταστικού με την τρέχουσα έννοια, δηλαδή με την έννοια του επινοημένου και χωρισμένου από το πραγματικό είτε για να πάρει την θέση του (ψεύδος) είτε όχι (μυθιστόρημα).
Το φαντασιακό είναι η πρωταρχική δύναμη να θέτει ή να δίνει κανείς στον εαυτό του, υπό τον τρόπο της παραστάσεως , ένα πράγμα και μία σχέση που δεν υπάρχουν (που δεν δίνονται ή που δεν δόθηκαν ποτέ στην αντίληψη). Είναι τελικώς η στοιχειώδης και απερίσταλτη ικανότητα να ανακαλούμε στον νού μας μιά εικόνα. Υπ’αυτήν την έννοια το ριζικό φαντασιακό είναι η κοινή ρίζα του συμβολικού και της φαντασίας - με την τρέχουσα έννοια -, είναι η πηγή των θεσμών και των σημασιών που έχουν οι θεσμοί. Το φαντασιακό θεσμίζει τις σημασίες που είναι αδύνατο να εξηγηθούν με τα μέσα της παραδοσιακής λογικής. Οι σημασίες αυτές δεν είναι ορθολογικές, αντιστέκονται στις αρχές της ταυτότητας, της μη αντιφάσεως, της διακριτότητας, της καθοριστικότητας. Νοηματοδοτούν την πραγματικότητα, όχι μόνο τις εμφανείς πτυχές της αλλά και τις κρυφές. Θεσμίζουν ακόμη και τον ίδιο τον λόγο και τις αρχές του. Το φαντασιακό καθιστά κατανοητη την σχέση θεσμών και κοινωνίας, η οποία θα φανεί καλύτερα από ορισμένα παραδείγματα. O Kαστοριάδης αναφέρει απο τους Αριθμους της Βίβλου (15, 32-36) την περίπτωση αυτου που συνελήφθη να μαζεύει ξύλα την ημέρα του Κυρίου, πράγμα που απαγόρευε ο Νόμος, και οδηγήθηκε ενώπιον του Μωυση. Ο Νόμος δεν όριζε καμιά ποινή για την παράβαση, αλλά ο Κύριος «παρουσιάσθηκε» στον Μωυσή και όρισε ως ποινή τον λιθοβολισμο- πράγμα που έγινε. Αυτο που εκπλήσσει εν προκειμένω, εκτος φυσικα απο την «παρουσία» του Κυριου, είναι ο υπέρμετρος χαρακτήρας της ποινης, η απουσία αναγκαίας συνδέσεως ανάμεσα στο γεγονός και στην συνέπεια, όπως και το είδος της ποινής. Γιατί όλα αυτά;
Τέτοια ερωτήματα υπάρχουν πάρα πολλά, όπως λ.χ. γιατί και πώς ο πρώτος άνθρωπος σκέφθηκε ότι δύναται να χρησιμοποιήσει άλλους ανθρώπους ως κτήματα και εργαλεία, ως πράγματα και αντικείμενα εκμεταλλεύσεως; Γιατι, επίσης, στους Νέους Χρόνους υπήρξε η κατάργηση της δουλείας μετά απο τόσους αιώνες επιβολής της; Γιατί η γυναίκα απέκτησε δικαιώματα μόλις στα μέσα του 20ου αιώνα μετά από τόσους αιώνες καταπίεσης; Περιοριζόμαστε σε δύο ακόμη ερωτήματα που διατυπώνει με θαυμάσιο τρόπο ο Καστοριάδης: «Γιατί, απ’ολα τα νομαδικά φύλα που περιπλανήθηκαν κατά την διάρκεια της δεύτερης χιλιετηρίδας π.Χ. μέσα στην έρημο ανάμεσα στη Θήβα και τη Βαβυλώνα, ένα μόνο διάλεξε να εξαποστείλει στον Ουρανό έναν ακατονόμαστο, αυστηρό και εκδικητικό Πατέρα, να τον καταστήσει μοναδικο δημιουργό και θεμέλιο του Νόμου, και να εισαγάγει έτσι τον μονοθεϊσμό στην ιστορία; Και γιατί, απ’όλους τους λαούς που δημιούργησαν πόλεις στην λεκάνη της Μεσογείου, ένας μόνο αποφάσισε ότι υπάρχει ένας απρόσωπος νόμος που επιβάλλεται ακόμα και στους Θεούς, τον έθεσε σαν ομούσιο με τον συνεκτικό λόγο, και θέλησε να θεμελιώσει πάνω σ’αυτόν τον λόγο τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, επινοώντας έτσι, δια μιάς, φιλοσοφία και δημοκρατία;» (ΦΘΚ, σ.192).
Αυτά τα ερωτήματα και άλλα πολλά δεν δύνανται να απαντηθούν με την αναγωγή τους αποκλειστικώς στην λειτουργική πλευρά, αλλά και στο φαντασιακό στοιχείο. Πέρα απο την συνειδητή δραστηριότητα της θεσμοποίησης, οι θεσμοί έχουν την πηγή τους στο κοινωνικό φαντασιακό, το οποίο διασταυρώνεται αφ’ ενός με το συμβολικό, διαφορετικά η κοινωνία δεν θα μπορούσε να «συναρμοσθεί», αφ’ετέρου με το οικονομικο–λειτουργικό, διαφορετικά η κοινωνία δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Συνεπώς βασική προϋπόθεση για την κατανόηση του θεσμού είναι η έννοια του συμβολικού, διότι το συμβολικό είναι ο τρόπος υπάρξεως του θεσμού. Πράγματι οτιδήποτε μέσα στην κοινωνία προσφέρεται υπό τη μορφή του συμβολικού: σημαίνοντα και σημαινόμενα. Τα σημαίνοντα (παραστάσεις, εικόνες, σύμβολα) μεταφέρουν σημαινόμενα (προσταγές, επιταγές, προτροπές περί του πρακτέου ή του φευκτέου), που είναι αναγκαστικά για την κοινωνία. Ο Καστοριάδης υποστηρίζει ότι αν και ο θεσμός δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μέσα στο συμβολικό, εν τούτοις δεν ανάγεται σε αυτό. Ο θεσμός είναι ένα συμβολικό δίκτυο, κοινωνικώς κυρωμένο, μέσα στο οποίο συνδυάζονται, σε μεταβαλλόμενες αναλογίες, μια λειτουργία με μια φαντασιακή σημασία (ΦΘΚ, σ.196).

Κριτική στη στρουκτουραλιστική άποψη

Ακριβώς στην έννοια του συμβολικού βρίσκεται, κατά τον Καστοριάδη, η αδυναμία του στρουκτουραλισμού να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στο ζήτημα της καταγωγής και του τρόπου του είναι των θεσμών. Οι θεσμοί δεν δύνανται να κατανοηθούν απλώς μόνο ως ένα συμβολικό δίκτυο, όπως φαίνεται ότι πιστεύει ο εισηγητής του δομισμού Claude Levi-Strauss,[4] αλλά παραπέμπουν σε κάτι πέραν του συμβολικού (σ. 203). Και αυτό είναι εμφανές όταν τεθούν τα ερωτήματα: γιατί αυτό το σύστημα συμβόλων και όχι κάποιο άλλο; Ποιες είναι οι σημασίες που μεταφέρονται από τα σύμβολα, ή αλλοιώς, ποιό είναι το σύστημα των σημαινομένων που μεταφέρεται από το σύστημα των σημαινόντων; Γιατί και πώς τα συμβολικά δίκτυα των θεσμών καταφέρνουν να αυτονομηθούν; Πως και γιατί ο θεσμός, αμέσως μόλις τεθεί, γίνεται ένας παράγοντας, στον οποίο η πραγματική ζωή της κοινωνίας υποτάσσεται και κατά κάποιον τρόπο υποδουλώνεται;
Αναλύοντας αυτά τα ερωτήματα ο Καστοριάδης ασκεί κριτική στην έννοια της δομής με την οποία ο στρουκτουραλισμός εξηγεί την γένεση και οργάνωση της κοινωνίας, και αποδεικνύει ότι η μεγάλη του αδυναμία είναι στην εξήγηση των σημασιών μιας κοινωνίας. Πράγματι, είναι αδύνατο να κατανοηθούν οι σημασίες ως αυτό που προκύπτει από τον συνδυασμό των σημείων, όπως υποστηρίζει ο στρουκτουραλισμός, αφού δυνάμεθα εξίσου να πούμε ότι ο συνδυασμός των σημείων προκύπτει από τις σημασίες. Και αυτό είναι εύλογο διότι ο κόσμος δεν αποτελείται μόνο από ανθρώπους που ερμηνεύουν τον λόγο των άλλων, αφού για να υπάρξουν αυτοί που ερμηνεύουν, πρέπει πρώτα κάποιοι να μιλήσουν. και να μιλήσουν σημαίνει να επιλέξουν σημεία, να διστάσουν, να ξαναρχίσουν, να διορθώσουν τα σημεία που έχουν ήδη επιλέξει – και αυτό όλο σε συνάρτηση με ένα νόημα, με μιά σημασία. Τελικώς ο στρουκτουραλισμός έχει ως συνέπεια την απάλειψη του νοήματος, ακόμη και στην περίπτωση που το ανάγει σε μιά μη μεταφερόμενη εσωτερικότητα, σε κάποιο γούστο (σε μιά «κάποια προτίμηση»). Και τούτο, διότι δεν δύναται να συλλάβει το νόημα παρά μόνο στην πιο περιορισμένη ψυχολογικο-αισθηματική εκδοχή του. Η απαγόρευση λ.χ. της αιμομιξίας, γράφει ο Καστοριάδης, δεν είναι θέμα προτιμήσεως (γούστου), αφού αυτή «είναι ένας νόμος, δηλαδή ένας θεσμος φορέας μιάς σημασίας, σύμβολο, μύθος και έκφραση του κανόνα που παραπέμπει σ’ένα νόημα οργανωτικό μιάς απειρίας ανθρωπίνων πράξεων, που ορθώνει στο μέσο του πεδίου του δυνατού το τείχος που χωρίζει το θεμιτό απο το αθέμιτο, που δημιουργεί μιά αξία, και αναδιαρθρώνει όλο το σύστημα των σημασιών, δίνοντας επί παραδείγματι στην εξ αίματος συγγένεια ένα περιεχόμενο που δεν είχε ‘πρίν’. Η διαφορά ανάμεσα στην φύση και στον πολιτισμό, δεν είναι η απλή διαφορά της γεύσης ανάμεσα στο ωμό και στο ψημένο, είναι ένας κόσμος σημασιών»[5].

Oι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες

Για τον Καστοριάδη υπάρχουν σημασίες που είναι σχετικώς ανεξάρτητες από τα σημαίνοντα που τις φέρουν, και οι οποίες παίζουν ένα ρόλο στην επιλογή και στην οργάνωση αυτών των σημαινόντων. Αυτές οι σημασίες δύνανται να αντιστοιχούν στο αντιληπτό, στο ορθολογικό, ή στο φαντασιακό, τα οποία σχετίζονται μεταξύ τους διατηρώντας την ιδιομορφία τους. Παράδειγμα ο Θεός και το σχετιζόμενο με αυτόν ερώτημα: Τι σημαίνει Θεος; (όχι ως θεολογική ή φιλοσοφική έννοια, αλλά ως κοινωνική σημασία, δηλαδή τι σημαίνει Θεός γι αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτόν). Ο Θεός δεν είναι ούτε το όνομα του Θεού, ούτε οι εικόνες που ένας λαός δύναται να έχει γι αυτόν, ούτε είναι σημασία του πραγματικού, ούτε σημασία του ορθολογικού, ή σύμβολο άλλου πράγματος. Ο Θεός είναι αυτό που καθιστά τα σύμβολα, σύμβολα θρησκευτικά, «μιά κεντρική σημασία, οργάνωση σε σύστημα σημαινόντων και σημαινομένων, αυτό που στηρίζει την διασταυρωνόμενη ενότητα των μεν και των δε, αυτό που επιτρέπει επίσης την επέκταση, τον πολλαπλασιασμό και την τροποποίησή τους». Και αυτή η σημασία, που δεν είναι σημασία ενος πραγματικού (αντιληπτού), ούτε μιάς (ορθολογικής) σκέψεως, είναι μιά σημασία φαντασιακή, ή πιο καλά μιά κοινωνικη φαντασιακή σημασία.
Το ίδιο συμβαίνει και με οποιαδήποτε άλλη κοινωνική φαντασιακή σημασία, όπως λ.χ. αυτό που ο Μάρξ ονόμασε πραγμοποίηση, και γενικώτερα ο «απανθρωπισμός» των ατόμων των κατωτέρων τάξεων σε ορισμένες ιστορικές περιόδους: ένας δούλος θεωρείται ως ζώον φωνήν έχον, ο εργάτης ως «βίδα της μηχανής» ή απλό εμπόρευμα, δηλαδή πράγμα. Η πραγμοποίηση δεν είναι ούτε ψευδής συνείδηση ούτε λογικό σφάλμα ούτε μια «διαλεκτική στιγμή» μέσα σε μιά ολοποιημένη ιστορία της προόδου της αλήθειας της ανθρώπινης ουσίας. Η πραγμοποίηση είναι μια φαντασιακή σημασία, δημιουργία του κοινωνικού φαντασιακού, το οποίο κατά τον Καστοριάδη είναι πραγματικώτερο του «πραγματικού». Αυτό για το οποίο πρόκειται στην πραγμοποίηση είναι η εγκαθίδρυση μιας τελεστικής σημασίας: η σύλληψη μιας κατηγορίας ανθρώπων από μια άλλη κατηγορία ως δυνατής να εξομοιωθεί, από κάθε πρακτική άποψη, με ζώα ή πράγματα. Είναι μια φαντασιακή δημιουργία, την οποία ούτε η πραγματικότητα ούτε η ορθολογικότητα ούτε οι νόμοι του συμβολισμού μπορούν να εξηγήσουν. Ο φαντασιακός πυρήνας της πραγμοποίησης δεν είναι «εικόνα» για κανέναν.
Αυτό που δυσκολεύει την κατανόηση του φαντασιακού, την αποδοχή του ρόλου του, την διάκριση των πεδίων και την δράση του συμβολικού και του φαντασιακού, ιδιαιτέρως στην κοινωνική ανθρωπολογία και την ψυχανάλυση, δεν είναι μόνο οι «ρεαλιστικές» και «ορθολογικές» προκαταλήψεις (λειτουργισμός και στρουκτουραλισμός). Ο λόγος είναι ότι στην περίπτωση του φαντασιακού, το σημαινόμενο, στο οποίο παραπέμπει το σημαίνον, είναι σχεδόν ασύλληπτο ως τέτοιο, και εξ ορισμού ο «τρόπος του είναι» του είναι ένας τρόπος του μη-είναι.

Ο ρόλος των φαντασιακών σημασιών

Ετσι η κοινωνία και η ιστορία είναι αδύνατες και αδιανόητες έξω από την δημιουργική φαντασία, έξω από το ριζικό φαντασιακό, όπως αυτό εκδηλώνεται αδιαρρήκτως στο πράττειν και ταυτοχρόνως στην, πρίν απο κάθε ορθολογικότητα, συγκρότηση ενός σύμπαντος σημασιών. Κάθε κοινωνία προσπάθησε να δώσει απαντήσεις σε ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα: ποιοί είμαστε ως σύνολο; τι είμαστε οι μεν για τους δε; πού και μέσα σε τί βρισκόμαστε; τι θέλουμε, τι επιθυμούμε , τι μας λείπει; Η κοινωνία πρέπει να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, με άλλα λόγια πρέπει να ορίσει την ταυτότητά της, χωρίς την οποία δεν δύναται να υπάρξει, ούτε άλλωστε ο πολιτισμός – διαφορετικά τα πάντα θα παρέμεναν χάος ακατασκεύαστο. Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα δίνονται από τις φαντασιακές σημασίες. Δηλαδή ο ρόλος των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών είναι ο καθορισμός του προσανατολισμού της κοινωνίας, ο καθορισμός των αξιών της, των ιεραρχήσεών της, των οργανώσεών της, εν ολίγοις η συγκρότηση της ταυτότητάς της, η οποία δεν δύναται να γίνει ούτε από την «πραγματικότητα», ούτε από την «ορθολογικότητα».
Φυσικά εδώ δεν πρόκειται για ερωτήματα και απαντήσεις με την κυριολεκτική έννοια αλλά την μεταφορική. ούτε αυτά τα ερωτήματα τίθενται ρητώς πριν τις απαντήσεις. Αλλά η κοινωνία αυτοσυγκροτούμενη πραγματοποιεί την ανάδυση των ερωτημάτων και την εκ των πραγμάτων απάντηση σε αυτά. αυτή η απάντηση εμφανίζεται ως ενσαρκωμένο νόημα στο πράττειν της κοινωνίας, κι αυτό το κοινωνικό πράττειν δεν δύναται να κατανοηθεί παρά ως απάντηση σε ερωτήματα που θέτει υπορρήτως αυτό το ίδιο. Με άλλα λόγια ο άνθρωπος είναι ένα ανεπιγνώστως φιλοσοφικό ζώον, που έθεσε στα πράγματα τα ερωτήματα της φιλοσοφίας, πολύ πριν η τελευταία υπάρξει ως ρητός φιλοσοφικός στοχασμός, και είναι επίσης ένα ποιητικό ζώον πού έδωσε μέσα στο φαντασιακό απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα.
Ο Καστοριάδης εξετάζει τον ρόλο των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών σε χώρους όπως η ομάδα και οι σχέσεις των μελών της, όπως ο φυσικός κόσμος ή οι ανάγκες και η εκάστοτε επεξεργασία τους, η κοινωνική διάρθρωση σε τάξεις, το έθνος και η εμφάνισή του με τον θρίαμβο του βιομηχανικού καπιταλισμού. Το έθνος λ.χ. είναι μιά φαντασιακή σημασία που εκπληρώνει την λειτουργία ταυτίσεως και ταυτότητας, μέσα απο μια τριπλή φαντασιακή αναφορά σε μιά «κοινή ιστορία» - τριπλή, διότι αυτή η ιστορία είναι απλώς παρελθόν, διότι δεν είναι και τόσο κοινή, και τέλος διότι τα στοιχεία της εκείνα που γίνονται γνωστά και χρησιμεύουν ως στήριγμα αυτής της κοινωνικοποιητικής ταυτίσεως μέσα στην συνείδηση των ανθρώπων, έχουν μυθική υπόσταση κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (ΦΘΚ, σ. 220).
Καμιά κοινωνία, συμπεραίνει ο Κ. Καστοριάδης, δεν δύναται να υπάρξει, εάν δεν οργανώσει την παραγωγή της υλικής της ζωής και την αναπαραγωγή της ως κοινωνίας, αλλά ούτε η μία ούτε η άλλη από αυτές τις οργανώσεις υπαγορεύονται, ούτε δύνανται να υπαγορευθούν, από φυσικούς νόμους ή από ορθολογικές θεωρήσεις. Βασικό ρόλο διαδραματίζει το φαντασιακό και οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες.
[1] Στο περιοδικό Socialisme ou Barbarie, τεύχη 36 έως 40, 1964-65. Το κείμενο αυτό αποτελεί το πρώτο τμήμα του σημαντικού βιβλίου του Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1975), ελλ. μετφ. Σ. Χαλικιάς, Γ. Σπαντιδάκη, Κ. Σπαντιδάκης, Ράππας, Αθήνα 1981, στο οποίο είναι οι παραπομπές μου (συντομογραφία ΦΘΚ).
[2] Malinowski, “The Functional Theory”, στο A Scientific Theory of Culture, Chapel Hill, N. C., 1944, σ. 159. Η λειτουργικότητα αυτή λαμβάνει διάφορες μορφές όπως, «αιτιακή» (αίτιο-αποτέλεσμα), ή «τελεολογική» (μέσα-σκοπός).
[3] ΦΘΚ, σ.171-173. Πρβλ. και τα παραδείγματα των Σερεντέ και Μπορορό που περιγράφει ο Levi-Strauss, Anthropologie structurale, σ. 137-139 και σ. 141 (μη λειτουργικότητα των γενών). Στη σ. 17 σημειώνει: « το ότι μια κοινωνία λειτουργεί είναι μια κοινοτοπία, το ότι όμως το πάν σε μια κοινωνία λειτουργεί είναι παραλογισμός».
[4] Claude Levi-Strauss, Totemisme aujourd’ hui, Paris, 1962.
[5] ΦΘΚ, σ. 207. Η κριτική αυτή έχει στόχο το βιβλίο To ωμό και το ψημένο (1964) του C.Levi- Strauss.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου