Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΤΟΥ "ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ"

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των συντακτών, 24 Ιουνίου 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΤΟΥ «ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

 

Στις δύσκολες εποχές που ζούμε με την κυριάρχηση των πολεμικών μηχανών των μεγάλων δυνάμεων, την αυθαίρετη εισβολή της Ρωσίας, στην Ουκρανία, την άγρια επιθετικότητα των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, του Ισραήλ στη Γάζα και στον Λίβανο  και μαζί με τις ΗΠΑ στο Ιράν, την αδυναμία στις Ευρώπης να αρθρώσει έναν άλλον λόγο και την απουσία του λαϊκού παράγοντα από όλα αυτά, επανήλθε στο προσκήνιο η ανασφάλεια και η απογοήτευση. Αυτό το κλίμα επιδεινώνει η απαισιοδοξία από την ύφεση του δημοκρατικού κινήματος και την ιδιώτευση μεγάλων τμημάτων στις κοινωνίας. Σε σημείο που κάποιοι επανήλθαν στην προφητεία – και επιθυμία – του Φουκουγιάμα το 1989 για το περιβόητο «τέλος στις ιστορίας». Δηλαδή, ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει πια σε επίπεδο ριζικής αλλαγής των θεσμών προς την κατεύθυνση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Άρα είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε στις φιλελεύθερες κοινοβουλευτικές ολιγαρχίες, οιονεί αιρετές μοναρχίες (Τραμπ, Μακρόν, Μητσοτάκης), που έχουν καταντήσει πια εμφανή όργανα του άγριου καπιταλισμού.

            Όμως κάθε προφητεία έχει αποδειχθεί λανθασμένη αφού το μέλλον είναι άγνωστο και απρόβλεπτο και επί πλέον αυτή μας εγκλωβίζει στην στατικότητα. O Γερμανός κοινωνιολόγος Karl Mannheim έγραφε ότι κάθε προφητεία μεταβάλλει κατ’ ανάγκη την ιστορία σε αιτιοκρατούμενη περιοχή και μας στερεί τη δυνατότητα επιλογής και απόφασης, νεκρώνοντας έτσι το κριτήριο κρίσης και το άνοιγμα σε νέες διαμορφώσεις. Η προφητεία μεταβάλλει δηλαδή την ιστορία σε καθοριστικότητα, σε ντετερμινισμό στον οποίο η Hannah Arendt άσκησε κριτική. Τόνιζε ότι αυτά που συμβαίνουν δεν οφείλονται σε κάποια αναγκαιότητα, αλλά είναι εντελώς τυχαία. Επομένως κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί, διότι πολύ απλά τα πάντα εξαρτώνται από έναν τεράστιο αριθμό μεταβλητών, δηλαδή από την καθαρή σύμπτωση.

            Ο Καστοριάδης από την πλευρά του έδωσε μια οντολογική διάσταση. Στην ιστορία δεν υπάρχουν αδήριτοι νόμοι, νομοτέλειες και αναγκαιότητες, δεν υπάρχει καθοριστικότητα, ντετερμινισμός, αλλά ανθρώπινη φαντασιακή δημιουργία. Δημιουργία νέων οντολογικών ειδών που δεν καθορίζονται από ορθολογικά, φυσικά ή οικονομικά αίτια. Η αντίληψη αυτή είναι αντίθετη όχι μόνο σε κάθε αιτιοκρατία και ορθολογισμό αλλά και σε κάθε θεωρία περί «τέλους της ιστορίας». Ο Καστοριάδης ανέδειξε επίσης την αυτοαλλοίωση της κοινωνίας που δεν είναι απαραίτητο να εκδηλώνεται ως έκρηξη και δημιουργία ριζικών μορφών, αλλά και ως μικρές αλλαγές, τάσεις, κατευθύνσεις. Πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά και αυτό που συμβαίνει «υπογείως» και δεν μπορούμε να το συλλάβουμε. O Ernst Bloch το εξέφρασε πολύ ωραία: «Ζούμε περιτριγυρισμένοι από δυνατότητα, όχι απλώς από παρουσία. Στη φυλακή της απλής παρουσίας δεν θα μπορούσαμε καν να κινηθούμε, ούτε καν να αναπνεύσουμε». Η δυνατότητα είναι χαρακτηριστικό και του ατόμου και της κοινωνίας. Αυτά δεν συνάγονται από κάποια ιδεολογία ή από «αισιόδοξη» θεώρηση της ιστορίας, αλλά από διαπιστώσεις ιστορικές και κοινωνιολογικές.    

Από την άλλη το να διαπιστώνεις σήμερα την ύφεση  του δημοκρατικού κινήματος δεν είναι «απαισιόδοξη» θεώρηση της ιστορίας. Είναι πραγματολογική διαπίστωση  λογικών και μη εθελοτυφλούντων υποκειμένων. Το ότι υπάρχει ύφεση δεν σημαίνει εξαφάνιση του κινήματος, αλλά έκλειψή του. Το να συμπεραίνεις όμως από την έκλειψή του το τέλος του, σημαίνει υποταγή στο υπάρχον, ιεροποίηση του τετελεσμένου, φετιχισμό της πραγματικότητας. 

          Θα έλεγε κανείς ότι οι προφητείες περί του «τέλους της ιστορίας» είναι ανόητες, στερούνται νοήματος. Οι φορείς τους όμως αποσκοπούν σε δύο βασικά πολιτικά νοήματα: Είτε επιθυμούν την υποστήριξη και διατήρηση του υπάρχοντος ολιγαρχικού κοινοβουλευτικού συστήματος, είτε κατασκευάζουν άλλοθι για τον συμβιβασμό και την υποταγή τους στην ετερονομία. Αυτή είναι η αλήθεια είτε το θέλουν είτε όχι, είτε το ξέρουν είτε όχι οι υποστηρικτές του «τέλους». Έτσι, οι αντιλήψεις αυτές θα πρέπει να αναιρούνται και να αποκαλύπτεται ο βαθύτερος πολιτικός σκοπός τους.

Το σημαντικό όμως δεν είναι οι προφητείες για το μέλλον αλλά η εκλογή μας και η στάση μας στο παρόν, δηλαδή οι αξίες που έχουμε και υπερασπιζόμαστε και δίνουν νόημα στη ζωή μας. Είναι αξίες μας η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η αυτονομία και ο αγώνας γι’ αυτές; ή η υποταγή, η συμμόρφωση και η συνοδοιπορία με τις κομματικές γραφειοκρατίες, η ετερονομία και η προσωπική ανέλιξη μέσω της διάδοσης ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει;  

          Οι αντιλήψεις περί αλλαγής στα ανθρώπινα, ατομικά και κοινωνικά ήταν γνωστές και πριν από 2.500 έτη όταν ο διαυγής Εφέσιος διακήρυττε  «πάντα χωρεί, ουδέν μένει», και οι μεγάλοι Σοφιστές επέφεραν ανατροπές με την διάκριση «νόμος-φύσις», ενώ ο Αριστοτέλης το διατύπωνε με απαράμιλλο τρόπο: «πάντα γαρ ενδέχεται άλλως έχειν». Όλα αλλάζουν, όλα μπορούν να αλλάξουν.

 

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΔΟΥΛΟΙ, ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

 

[Δημοσιεύθηκε στο TVXS, 5 Ιουνίου 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

ΔΟΥΛΟΙ, ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

 

Εν Ελλάδι υπάρχει ένα εθνικιστικό θρησκευτικό ρεύμα που διαδίδει πολλούς μύθους για την ελληνική ιστορία. Μεταξύ αυτών των μύθων είναι και το Βυζάντιο που παρουσιάζεται ως θετικό παράδειγμα, όπως από την Ελένη Αρβελέρ και τους πάλαι ποτέ νεο-ορθόδοξους Γιανναρά, Ράμφο, Ζουράρι, οι οποίοι το εξωραΐζουν, αποσιωπώντας τις μαύρες, γκρίζες, σκοτεινές και βάρβαρες πτυχές του. Τέτοιες πτυχές είναι η ύπαρξη δούλων, (δουλο)παροίκων, ευνούχων και γενικευμένης δουλοπρέπειας, όπως θα δούμε εν συντομία.

Η Νέα Ρώμη, δηλαδή το Βυζάντιο, είναι η περίοδος του ανατολικού μεσαίωνα, που ξεκινά με την εχθρότητα απέναντι στον ελληνικό πολιτισμό, με τις καταστροφές ναών, ιερών, βιβλίων και τις διώξεις Ελλήνων και Εθνικών. Ναι μεν η Νέα Ρώμη ήταν συνέχεια της παλαιάς Ρώμης και ο αυτοκράτωρ ήταν απόλυτος μονάρχης, αλλά είχε και κάποια νέα στοιχεία που την διαφοροποιούν από την παλαιά επί το βαρβαρότερον. Ένα τέτοιο καθοριστικό στοιχείο ήταν ο χριστιανισμός, που ανακηρύχθηκε σε δόγμα, σε μοναδική θρησκεία της αυτοκρατορίας, επιβλήθηκε δια πυρός και σιδήρου και οδήγησε στον ανθελληνισμό και στο κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών. Κοινό στοιχείο πάντως της παλαιάς και Νέας Ρώμης ήταν ο θεσμός της δουλείας.

Στο ζήτημα αυτό οι Νεοέλληνες βυζαντινόφιλοι προσπαθούν να ωραιοποιήσουν το Βυζάντιο. Έτσι, κάποιοι υποστηρίζουν ότι επί Ισαύρων καταργήθηκε η δουλεία με τον «Νόμο Γεωργικό» (726 μ.Χ.). Όμως αυτός, όπως δέχονται οι ερευνητές  δεν ήταν επίσημος νόμος, αλλά ιδιωτικό νομικό κείμενο,[1] που περιείχε μεταξύ άλλων διατάξεις για τις σχέσεις γεωργών στις επαρχίες, για τις σχέσεις κυρίων και δούλων κ.λπ. Ωστόσο, ουδείς γνωστός βυζαντινολόγος ή ιστορικός έχει υποστηρίξει ότι ο «Νόμος Γεωργικός» κατήργησε την δουλεία. Κάποιοι όμως, επειδή ο «Νόμος» δεν αναφέρεται σε παροίκους, υποστήριξαν ότι είχε καταργηθεί ο θεσμός. Όμως ο θεσμός υπήρχε και μετά τον «Νόμο Γεωργικό».[2]  Ούτε τα «Βασιλικά» ούτε οι 113 Νεαραί του Λέοντος ΣΤ’ Σοφού (886-913) προέβησαν σε κατάργηση της δουλείας. Η δουλεία υπήρχε στο Βυζάντιο ανέκαθεν, κυρίως για τις οικιακές εργασίες, αλλά και για εργασία γης. Ακόμη και ο Ιωάννης Χρυσόστομος, που κατέκρινε την κατοχή μεγάλου αριθμού δούλων, παραδεχόταν πως ένας ελεύθερος άνθρωπος δεν ήταν δυνατόν να μαγειρεύει ο ίδιος για τον εαυτό του.

Η Αρβελέρ από την πλευρά της γράφει ότι η δουλεία καταργήθηκε τον 12ο αι. Όμως και η θέση αυτή είναι συζητήσιμη, όπως ανέλυσα αλλού.[3] Επί πλέον, με μια ευρεία έννοια, ασφαλώς βυζαντινή, οι υπήκοοι του βυζαντινού αυτοκράτορα ήταν και δούλοι του, όπως και δούλοι του θεού. Στον Ιππόδρομο συνηθισμένο σύνθημα των υπηκόων ήταν το: «Τους δούλους σου ελέησον…».[4] Η δουλεία ήταν κοινωνική φαντασιακή σημασία που εμπότιζε και ρύθμιζε το φαντασιακό των Βυζαντινών. Οι αυτοκρατορικές νομοθεσίες, όπως ο «Πρόχειρος νόμος» (872 μ.Χ.) και η «Επαναγωγή» (876 μ.Χ.) καθόριζαν την τιμή των δούλων, επαναλαμβάνοντας επακριβώς την σχετική διάταξη του Ιουστινιάνειου Κώδικα Ζ’ 7.1 (530 μ.Χ.). Οι δούλοι ευνούχοι ήταν πιο ακριβοί, κόστιζαν σχεδόν διπλάσια τιμή.[5]

Έτσι ερχόμαστε σε ένα ιδιαίτερο αποτρόπαιο χαρακτηριστικό της βυζαντινής βαρβαρότητας που είναι το μεγάλο πλήθος των ευνούχων.  Υπήρχαν ευνούχοι του αυτοκράτορα και ευνούχοι των μεγάλων αριστοκρατών, οι οποίοι ευνουχίζονταν με απάνθρωπο επώδυνο τρόπο, που φαίνεται να είναι πολύ χριστιανικός. Πράγματι, αυτή η ιδιαίτερη βυζαντινή περίπτωση ίσως να οφείλεται στην ιδεολογική κάλυψη από τον ίδιο τον ιδρυτή του χριστιανισμού μέσα από τον ευαγγελικό λόγο: «και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνουχίσθησαν υπό των ανθρώπων, και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχισαν εαυτούς δια την βασιλείαν των ουρανών. Ο δυνάμενος χωρείν χωρείτω».[6] 

Ο ακρωτηριασμός αυτός ήταν πολύ επικίνδυνος, αφού μετά τον ευνουχισμό επιβίωνε μόλις ένα 5%! Ο γνωστός βυζαντινολόγος Runciman γράφει πως «το Βυζάντιο ήταν ο παράδεισος των ευνούχων».[7] Ακόμα και η ανώτατη τάξη καθιστούσε συχνά τους γόνους της ευνούχους, για να ανέρχονται πιο εύκολα τις βαθμίδες της κρατικής, διοικητικής, εκκλησιαστικής και αυλικής εξουσίας. Ένας πιθανός λόγος είναι ότι με αυτόν τον τρόπο αποκτούσαν  την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα και των αριστοκρατών και θεωρούνταν ακίνδυνοι για τον γυναικείο πληθυσμό του παλατιού και των αρχόντων. Ευνούχοι έγιναν επίσης πατριάρχες, επίσκοποι και στρατιωτικοί. Επί παραδείγματι, ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, ευνούχισε τον αδελφό του Βασίλειο, ο οποίος επί Νικηφόρου Φωκά έγινε παρακοιμώμενος, δηλαδή πρωθυπουργός. Ο αυτοκράτωρ Ρωμανός ευνούχισε τον γιο του Θεοφύλακτο, τον οποίο χειροτόνησε πατριάρχη το 933 μ.Χ. Υπήρχε ιδιαίτερο στρώμα ευνούχων με δικά τους μοναστήρια, όπως αυτό που οργάνωσε ο ευνούχος πρωτοσπαθάριος Ναρσής κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιουστίνου Β’ (565-578). Υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα.

Στο Βυζάντιο υπήρχαν επίσης και (δουλο)πάροικοι. Στα μεγάλα κτήματα των μεγάλων γαιοκτημόνων (ιδιωτών, κρατικών, εκκλησιαστικών, μοναστηριακών) χρησιμοποιούνταν οι εξαρτημένοι αγρότες (κολονοί, coloni) που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες και ήταν «δούλοι της γης».[8] Ο δυστυχισμένος κολονός έπρεπε να δώσει το ένα τρίτο της σοδειάς για φόρο και ένα άλλο μέρος ως ενοίκιο στον γαιοκτήμονα. Υπήρχαν όμως και οι έκτακτοι φόροι. Έτσι δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο καθεστώς του δούλου και του κολονού.[9] Οι κολονοί (ή με το όνομα «πάροικοι» από τον 9ο αι.) αυξήθηκαν από τον 11ο αι. που αυξήθηκε και ο εκφεουδαλισμός της γης.

Επειδή στα κείμενα υπάρχει ο όρος «κοινότης χωρίου» κάποιοι προσέδωσαν στον όρο αυτόν καθεστώς κοινοκτημοσύνης των αγρών και περιοδικής διανομής τους, όπως αυτό υπήρχε στις σλαβικές περιοχές σε μεταγενέστερες εποχές. Όμως το Βυζάντιο ουδέποτε γνώρισε καθεστώς κοινοκτημοσύνης των αγρών, διότι αυτοί αποτελούσαν απεριόριστη ατομική ιδιοκτησία και μπορούσαν να διατεθούν ελευθέρως από τους ιδιοκτήτες τους.[10]

Εκτός όμως από δούλους, δουλοπαροίκους και ευνούχους στο Βυζάντιο υπήρχε και δουλοπρέπεια. Ο Προκόπιος την περιγράφει με αρκετά παραδείγματα. Έτσι, αναφέρει για την Θεοδώρα του Ιουστινιανού πως οι υπήκοοι, που είχαν δει τις άσεμνες επιδείξεις της στο θέατρο και στα πορνεία - εκεί την γνώρισε ο Ιουστινιανός και την ερωτεύθηκε -, ύψωναν τα χέρια και την ικέτευαν να τους κάμει δούλους της στα λόγια και στην πράξη.[11] Επίσης αναφέρει πως οι συγκλητικοί και οι πατρίκιοι στην παρουσία του αυτοκράτορα και της αυτοκράτειρας έπεφταν αμέσως καταγής με το πρόσωπο στο δάπεδο, τέντωναν χέρια και πόδια όσο πιο πολύ μπορούσαν,  άγγιζαν με τα χείλη τους το ένα πόδι του καθενός και έπρεπε να τους αποκαλούν «δεσπότη» και «δέσποινα».[12] Επίσης αναφέρει ότι οι αυτοκράτορες «ανάγκαζαν τον κόσμο να περιμένει δουλοπρεπώς μια ακρόαση. Καθημερινά σχεδόν μπορούσε κανείς να δει τα περισσότερα δικαστήρια έρημα και στην βασιλική αυλή πλήθος ανθρώπων να βρίζεται και να σπρώχνεται με όλη του την δύναμη και να συμπεριφέρεται συνεχώς με κάθε είδους δουλοπρέπεια».[13]

Η δουλοπρεπής και ταπεινωτική προσκύνηση ενώπιον του αυτοκράτορα συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος, όπως μαρτυρούν οι πηγές.[14] Η προσκύνηση υπήρχε και στην ιεραρχία της εκκλησίας, συνεχίζεται δε και σήμερα με άκρατη δουλοπρέπεια και υποταγή. Η βυζαντινή δουλοπρέπεια μαρτυρείται και σε άλλα έργα, όπως στην Χρονογραφία του Μιχαήλ Ψελλού, στην οποία φαίνεται και η δουλοπρέπεια του ίδιου. Ο Ψελλός αναφέρει επίσης δολοπλοκίες, συνωμοσίες, αλληλοεξοντώσεις με κάθε μέσον των φιλοδόξων για την εξουσία, που άρχιζαν από τον στενό οικογενειακό κύκλο και επεκτείνονταν αυθαιρέτως σε οποιονδήποτε ύποπτο.

                Συνεπώς στο Βυζάντιο της απόλυτης μοναρχίας και θεοκρατίας, όπου η ελευθερία και η δημοκρατία ήταν ανύπαρκτες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ελευθερία σκέψης και έκφρασης απαγορευμένα,  υπήρχαν επί πλέον δουλεία και δουλοπαροικία, οι οποίες δεν καταργήθηκαν ποτέ, υπήρχαν πάρα πολλοί  ευνούχοι που αποτελούσαν παράγοντες στον διοικητικό, εκκλησιαστικό και στρατιωτικό τομέα. Επί πλέον υπήρχε και γενικευμένη δουλοπρέπεια. Όσο λοιπόν και αν προσπαθούν να εξωραΐσουν το Βυζάντιο οι υποστηρικτές του, υπάρχουν οι πηγές και τα γεγονότα που θα τους διαψεύδουν.



[1] Γκόφας, Ιστορία και εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου, Ιβ, Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 1987, σ. 209.

[2] Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Β1 610-867, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 337. Επίσης Δ. Γκόφας,  Ιστορία και εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου,  σ. 193.

[3] Γ. Ν. Οικονόμου, Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο, Athens School, Αθήνα 2021, σ. 51-53. 

[4] Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Α’ 324-610, Βάνιας Θεσσαλονίκη 1996, σ. 266.

[5] Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Β2 867-1081, Βάνιας, Θεσ/κη, σ. 364.

[6] Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 19.12. Ο γνωστός χριστιανός θεολόγος Ωριγένης (2ος μ.Χ.) αυτοευνουχίσθηκε ακριβώς για να κερδίσει την βασιλεία των ουρανών!

[7] Runciman, Βυζαντινός πολιτισμός, ΟΕΔΒ, Αθήνα, σ. 227-228. Επίσης Vanna de Angelis, Οι ευνούχοι. Η εκπληκτική και απόκρυφη ιστορία τους, Περίπλους, Αθήνα 2005.

[8] Ιουστινιάνειος Κώδιξ, xi.52.1

[9] Mango, Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, ΜΙΕΤ, Αθήνα, σ. 58. 

[10] Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Β1 610-867, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 323. 

[11] Προκόπιος, Απόκρυφη Ιστορία, Άγρα, Αθήνα, 10.8.

[12] Προκόπιος, Απόκρυφη Ιστορία, 30.1.

[13] Προκόπιος, Απόκρυφη Ιστορία, 30.30.

[14] Βλ. Λιουτπράνδος, Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη του Νικηφόρου Φωκά, Στοχαστής, Αθήνα 1997, σ. 90. Ο Λιουτπράνδος, πρέσβης του Δυτικού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη το 968 μ.Χ., αφηγείται: «Ξάπλωσα μπρούμυτα τρεις φορές και προσκύνησα τον αυτοκράτορα».