Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ "ΟΥΤΟΠΙΑ"

 

[Δημοσιεύθηκε στο TVXS, 5 Σεπτεμβρίου 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Δρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

oikonomouyorgos.blogspot.com

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «ΟΥΤΟΠΙΑ»

 

Κάποιες φορές και σε κάποιους συγγραφείς συναντάται ο όρος «ουτοπία» με λανθασμένη χρήση, και μάλιστα με θετική σημασία, με συνέπεια να δημιουργούνται συγχύσεις, κυρίως όσον αφορά στον πολιτικό τομέα. Ο όρος «ουτοπία» επινοήθηκε και καθιερώθηκε από τον 16ο αι. όταν ο Άγγλος Thomas More δημοσίευσε το έργο του Utopia, αναφερόμενος σε μια ανύπαρκτη, φανταστική πολιτεία στην οποία υπάρχουν μόνο καλά πράγματα, ενώ τα κακά απουσιάζουν, όλοι τιμούν τις τέσσερις βασικές αρετές (σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη) που θυμίζουν Πλάτωνα. Επίσης όλοι είναι καλοδεχούμενοι και έχουν την θέση τους στην Utopia αρκεί να τηρούν τους κανόνες της πολιτείας. Μετά τον Μωρ υπήρξαν και άλλοι που έγραψαν τις δικές τους Ουτοπίες, δηλαδή κοινωνίες ή πολιτείες φανταστικές που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα, που δεν είχαν πραγματικό τόπο. Ως λογοτεχνικό είδος, η ουτοπία γνώρισε μεγάλη διάδοση τους επόμενους αιώνες.

Ο όρος ουτοπία μπορεί να εφαρμοσθεί αναδρομικά και πριν από τον 16ο αιώνα στα πρώτα σχεδιάσματα για άλλες κοινωνίες. Κατ΄αρχάς η Πολιτεία του Πλάτωνα από την οποία εμπνεύσθηκε ο Μωρ, αλλά και πολλοί άλλοι. Επίσης, χαρακτηριστικό παράδειγμα ουτοπίας υπήρξε ο Χριστιανισμός με τα κηρύγματα για μεσσία και σωτήρα της ανθρωπότητας, για μια κοινωνία αγάπης, ειρήνης, αλληλεγγύης και αδελφοσύνης. Με βάση αυτές τις αρετές και κυρίως την υποταγή στο εκκλησιαστικό Ιερατείο και στην κοσμική εξουσία, οι πιστοί θα κέρδιζαν την «βασιλεία των ουρανών», φανταστικό παραδεισένιο τόπο, στον οποίο οι άυλες ψυχές  θα είχαν μια αιώνια «ζωή», χωρίς λύπες, πόνους και στεναγμούς… Αυτά εκφράσθηκαν όχι μόνο στην Βίβλο αλλά και σε βιβλία εβραίων θεολόγων (Καββάλα), ορθοδόξων θεολόγων στο Βυζάντιο και καθολικών στη Δύση όπως η Πολιτεία του θεού (De civitate dei) του Αυγουστίνου και η Summa theologica του Θωμά Ακινάτη, τα οποία είναι πλήρη μεσσιανισμού και τελικής λύτρωσης. Ως γνωστόν οι χριστιανικές ιδέες εφαρμοζόμενες έφεραν τον Μεσαίωνα, το μοναδικό θρησκευτικό δόγμα, την μισαλλοδοξία, τις καύσεις βιβλίων και ανθρώπων, τα βασανιστήρια, τους αποκλεισμούς των αιρετικών, των «αμαρτωλών», των μαγισσών, των ετεροδόξων και όλων των υπόπτων, δηλαδή την Ιερά Εξέταση. Αυτά ήταν και η πρώτη έκφραση της χριστιανικής βαρβαρότητας, τόσο στην καθολική Δύση όσο και στο ορθόδοξο Βυζάντιο το οποίο προέβη επί πλέον σε διώξεις Ελλήνων και στην εξάλειψη κάθε τι ελληνικού και εν τέλει στην καταστροφή του εκπληκτικού ελληνικού πολιτισμού.     

Τον 19ο αιώνα κάποιοι διανοητές σκέφθηκαν ή φαντάσθηκαν κάποιες άλλες κοινωνικές ή πολιτικές οργανώσεις με ισότητα και δικαιοσύνη ως απάντηση στον ανερχόμενο άγριο και ανεξέλεγκτο καπιταλισμό που δημιουργούσε μεγάλα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα και πίστεψαν ότι αυτές μπορεί να πραγματοποιηθούν. Τους διανοητές αυτούς (Saint-Simon, Fourier, Owen) oι Μαρξ και Ενγκελς αποκάλεσαν «ουτοπικούς σοσιαλιστές», ενώ οι ίδιοι θεωρούσαν ότι πρέσβευαν τον «επιστημονικό σοσιαλισμό». Τελικώς επικράτησαν οι απόψεις των δύο στοχαστών αφού τον «επιστημονικό σοσιαλισμό» υιοθέτησαν οι περισσότεροι αριστεροί και προσπάθησαν να τον εφαρμόσουν στην πράξη. Και έτσι άρχισαν τα προβλήματα. Η αρχή έγινε στη Ρωσία με το πραξικόπημα του Λένιν και των μπολσεβίκων τον Οκτώβριο 1917, οι οποίοι εξουδετέρωσαν την εξουσία των σοβιέτ, εξόντωσαν κάθε άλλο κόμμα και κάθε διαφορετική άποψη, δίνοντας τη βάση για τον σταλινικό ολοκληρωτισμό.[1]

Αποδείχθηκε έτσι ότι ο «επιστημονικός σοσιαλισμός», που υποσχόταν ισότητα, κοινοκτημοσύνη και αταξική κοινωνία  ήταν η μεγάλη ουτοπία του 20ου αιώνα και επιβεβαιώθηκε με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων μετά το 1989. Η μαρξιστική ουτοπία οδήγησε σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς ελευθερίες, δικαιώματα και ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έκτοτε η Αριστερά όλων των τάσεων και ρευμάτων έμεινε μετέωρη, έχασε τις βεβαιότητες, τον εαυτό της και την προοπτική της, ενώ σήμερα έχει καταρρεύσει και ουσιαστικά εξαφανισθεί. Αυτά σημαίνουν την αποτυχία της και ταυτοχρόνως την πλήρη αποτυχία της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, που περιείχε τα στοιχεία της ουτοπίας, δηλαδή της χίμαιρας, του ανέφικτου, του αδύνατου.

Εν τούτοις κάποιοι στοχαστές προσπάθησαν να δώσουν στον όρο «ουτοπία» ένα άλλο νόημα και μάλιστα θετικό. Από τους πρώτους είναι ο Κarl Mannheim» το 1929 στο βιβλίο του Ιδεολογία και ουτοπία, που θεωρεί την «ουτοπία» ως στοιχείο υπέρβασης του Είναι: «ουτοπική είναι η συνείδηση η οποία δεν βρίσκεται σε συμφωνία με το Είναι που την περιβάλλει». Ο Mannheim θεωρεί την «ουτοπία» απαραίτητη στην ανθρώπινη ιστορία, δηλώνοντας πως η εξαφάνιση του ουτοπικού στοιχείου και η επικράτηση της πραγματιστικής στάσης θα αλλοίωνε την μορφή όλης της ανθρωπότητας και θα μετέβαλε σε πράγμα και τον ίδιο τον άνθρωπο.  Αυτά που αναλύει ως περιεχόμενο και ουσία ο Mannheim είναι σωστά αλλά ο όρος «ουτοπία» είναι προβληματικός. Αντί του όρου «ουτοπία», προς αποφυγή παρεξηγήσεων και συγχύσεων, θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν οι όροι «πρόταση» ή «όραμα» για το μέλλον ή «ιδέα» για κάτι άλλο. Το όραμα, η επιθυμία για ένα άλλο μέλλον, η πρόταση για κάτι άλλο είναι μια ανάγκη για κάποιους φυσιολογική, ανθρώπινη, όμως δεν σημαίνει ότι είναι ουτοπία. Αυτό που δεν υπάρχει ακόμα, που δεν είναι ακόμα δεν είναι αναγκαστικώς ουτοπία. Άλλωστε οι αλλαγές στην ιστορία έγιναν από προσπάθειες για κάτι άλλο, από ανθρώπους που πίστεψαν, όχι στην ουτοπία, αλλά στην αλλαγή και αγωνίσθηκαν γι’ αυτό.

Ο Mannheim εξετάζει επίσης την ουτοπία σε σχέση με την ιδεολογία στην μετανεωτερική εποχή. Είναι πράγματι στενές οι σχέσεις των δύο. Εάν η ιδεολογία είναι ψευδής συνείδηση, όπως πίστευε και ο Μαρξ, δηλαδή ένα σύστημα ιδεών που δεν συμβάλλει στην κατανόηση της πραγματικότητας αλλά στη συγκάλυψή της, τότε ευλόγως μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος ποια είναι η διαφορά της από την ουτοπία. Πάντως εάν λάβουμε υπ’ όψιν  ότι η μαρξική θεωρία έγινε ιδεολογία που, εφαρμοζόμενη από τους επιγόνους, κατέληξε σε ουτοπία, δύσκολα μπορούμε να διακρίνουμε τις διαφορές. Ίσως η διαφορά να είναι στο ότι η μεν ιδεολογία εννοείται ως θεωρητικό σύστημα ενώ η ουτοπία χαρακτηρίζεται και από την πράξη. Αλλά ποια πολιτική ιδεολογία δεν προσπάθησε να πραγματοποιήσει τις ιδέες της;

Η στενή σχέση των δύο, ιδεολογίας και ουτοπίας, είναι εμφανέστατη και στην αναρχική ή αντιεξουσιαστική ιδεολογία που είναι καθαρή ουτοπία, δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αφού το όνειρό της - η κατάργηση της εξουσίας – φαίνεται ανέφικτο και χίμαιρα. Διότι η κοινωνία έχει ανάγκη από θεσμούς στους οποίους να λαμβάνονται αποφάσεις, οι οποίες πρέπει να εκτελούνται, έχει ανάγκη επίσης από θεσμούς στους οποίους να θεσπίζονται νόμοι και να απονέμεται το δίκαιο – δηλαδή κάθε κοινωνία έχει ανάγκη την εξουσία.[2] Αποτέλεσμα της αναρχικής χίμαιρας είναι τα αδιέξοδα στα οποία αυτή οδήγησε όταν μαζικοποιήθηκε σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στην ρωσική επανάσταση του 1917 και στον ισπανικό εμφύλιο του 1936-39.      

Στο πνεύμα του Mannheim κινήθηκαν και κάποιοι αριστεροί στοχαστές (Benjamin, Buber, Bloch, Marcuse), οι οποίοι βλέπουν θετικά την ουτοπία και την συνδέουν με την χειραφέτηση, αυξάνοντας έτσι τις συγχύσεις, σε σημείο που να συναντάμε ακόμα και σήμερα τους κενούς περιεχομένου όρους «ρεαλιστική ουτοπία», «ουτοπική ουτοπία», «αδύνατη ουτοπία»! Κάθε ουτοπία είναι μη ρεαλιστική, ουτοπική, αδύνατη. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες ιδεολογίες και οι ολικές αφηγήσεις για μία ιδανική και αγαθή κοινωνία, που εκπορεύονται από κάποιο κόμμα, άτομο ή γραφειοκρατία όχι μόνο δεν ενέχουν το στοιχείο της χειραφέτησης, αλλά οδήγησαν σε ολοκληρωτικούς εφιάλτες. Γι’ αυτό είναι προβληματικές εκφράσεις του τύπου « ο άνθρωπος είναι ζώο ουτοπικό», και ότι η ουτοπία έχει σχέση με την χειραφέτηση, όπως υποστηρίζει  ο δοκιμιογράφος Miguel Abensour.

Αυτά είναι αυθαίρετες γενικεύσεις, αφού είναι γνωστό από την εμπειρία ότι κάποιοι είναι ουτοπικοί, άλλοι όμως όχι. Καθώς επίσης η ανθρωπότητα επί πολλούς αιώνες υπήρξε υποχείρια απολυταρχικών και σκοταδιστικών καθεστώτων, δηλαδή υπόδουλη. Θα μπορούσαμε επομένως να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι ζώο εθελόδουλο, υποτακτικό και ετερόνομο! Αυτό επιβεβαιώνεται όταν μάλιστα η εθελοδουλεία συνεχίζεται ποικιλοτρόπως στα φαινόμενα του φασισμού και του ναζισμού, του σταλινισμού και του μαοϊσμού, στις πολύχρονες δικτατορίες στην Πορτογαλία και στην Ισπανία  και σήμερα, με διαφορετικό ασφαλώς τρόπο, στα φαινόμενα αιρετής μοναρχίας Τραμπ, Μακρόν, Όρμπαν, Μητσοτάκη, Πούτιν, Μιλέι για να μην αναφέρουμε τα δικτατορικά ανελεύθερα συστήματα στην Κίνα, στην Β. Κορέα και στην Κούβα ή τα αυταρχικά καθεστώτα στις μουσουλμανικές, ασιατικές και αφρικανικές χώρες.

Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι κάποιοι άνθρωποι, κάποιες φορές ονειρεύονται και επιθυμούν μιαν άλλη κοινωνία ή άλλο πολιτικό σύστημα και προσπαθούν με συγκεκριμένες προτάσεις και κινήσεις να το προσεγγίσουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ουτοπικοί, αλλά άνθρωποι που επιθυμούν και τολμούν το άλλο που δεν υπάρχει ακόμα για να το πραγματοποιήσουν με προσωπικό κόστος.    

Απ’ ό,τι  φαίνεται η θετική αντίληψη για την ουτοπία και η σύνδεσή της με την χειραφέτηση καλλιεργείται από διανοουμένους με μαρξιστική καταγωγή που θέλουν να διασώσουν την μαρξική θεωρία («σώζειν τα φαινόμενα»). Όμως αυτή ήταν η τελευταία ουτοπία που γνώρισε η ανθρωπότητα με τεράστιο κόστος σε καταστροφές όλων των ειδών, ανθρωπιστικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές, δικαιωμάτων ελευθεριών. επομένως η θέση της βρίσκεται στο μουσείο των αποτυχημένων θεωριών, όπου και οι θεωρίες του μεσσιανικού ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού. Οι θετικές εκτιμήσεις για την ουτοπία είναι θεωρητικολογίες και φαύλος κύκλος που αφορούν κάποιους αριστερούς διανοουμένους απογοητευμένους και διαψευσμένους και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ουσιαστικού πολιτικού προβληματισμού και δημοκρατικού προσανατολισμού. Η ανθρωπότητα δεν έχει ανάγκη πια από μαρξιστικές ουτοπικές θεωρίες, όπως δήλωνε ο Καστοριάδης από τη δεκαετία του ’50. Έχει αρκετά ταλαιπωρηθεί από αυτές. Είναι καιρός για άλλη πορεία. Προέχει η προσπάθεια για δημοκρατικό κίνημα, για επανάκαμψη του δημοκρατικού προτάγματος. H προσπάθεια αυτή δεν έχει αδυναμία και πάθος στις ουτοπίες, ούτε είναι ουτοπία, αλλά χαρακτηρίζεται από προτάσεις για συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές που είναι εφικτές.[3]

.

                                                         

 

 

 



[1] Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί η ολέθρια επίδραση των Μαρξ και Ένγκελς που επέβαλαν το δίπολο «Επιστήμη ή ουτοπία». ‘Όμως η πολιτική δεν ανήκει σε αυτό, δεν είναι ούτε επιστήμη ούτε ουτοπία, δεν είναι ούτε σύγκρουση επιστημονικών θεωριών ούτε σύγκρουση ουτοπιών. Είναι, όπως αναλύει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, συλλογική προσπάθεια του κοινωνικού πλήθους για ριζικές θεσμικές αλλαγές με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός αληθινού δημοκρατικού πολιτεύματος, και στη βάση αυτή είναι σύγκρουση με την ολιγαρχική ιδεολογία, την κομματική γραφειοκρατία και εξουσία. Αποβλέπει δε στην εξουσία όλων, στην εξουσία που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα, σε κάποια γραφειοκρατία, αλλά σε όλους, όπως ήταν στην αρχαία Αθήνα για δύο περίπου αιώνες (508 π.Χ-322π.Χ.), δίχως αυτό να σημαίνει ότι αυτή αποτελεί πρότυπο. Αυτή είναι η δημοκρατική πρόταση, το δημοκρατικό όραμα και αποβλέπει στην ανάδυση του δημοκρατικού συλλογικού  προτάγματος.

 

[2] Αυτά δεν σημαίνουν επ’ ουδενί δικαιολόγηση της εξουσίας γενικώς. Όσον αφορά την δημοκρατική αντίληψη και πρακτική, η εξουσία δεν πρέπει να ανήκει σε ένα άτομο, στους λίγους ή σε κάποιες ομάδες, αλλά σε όλους τους πολίτες. Βλ. και πριν σημ. 1.  

[3] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Δημιουργώντας ξανά την πολιτική, Athens School, Αθήνα 2021, σ. 236-240.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΤΟΥ "ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ"

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των συντακτών, 24 Ιουνίου 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΤΟΥ «ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ»

 

Στις δύσκολες εποχές που ζούμε με την κυριάρχηση των πολεμικών μηχανών των μεγάλων δυνάμεων, την αυθαίρετη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, την άγρια επιθετικότητα των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, του Ισραήλ στη Γάζα και στον Λίβανο  και μαζί με τις ΗΠΑ στο Ιράν, την αδυναμία στις Ευρώπης να αρθρώσει έναν άλλον λόγο και την απουσία του λαϊκού παράγοντα από όλα αυτά, επανήλθε στο προσκήνιο η ανασφάλεια και η απογοήτευση. Αυτό το κλίμα επιδεινώνει η απαισιοδοξία από την ύφεση του δημοκρατικού κινήματος και την ιδιώτευση μεγάλων τμημάτων στις κοινωνίες. Σε σημείο που κάποιοι επανήλθαν στην προφητεία – και επιθυμία – του Φουκουγιάμα το 1989 για το περιβόητο «τέλος στις ιστορίας». Δηλαδή, ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει πια σε επίπεδο ριζικής αλλαγής των θεσμών προς την κατεύθυνση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Άρα είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε στις φιλελεύθερες κοινοβουλευτικές ολιγαρχίες, οιονεί αιρετές μοναρχίες (Τραμπ, Μακρόν, Μητσοτάκης), που έχουν καταντήσει πια εμφανή όργανα του άγριου καπιταλισμού.

            Όμως κάθε προφητεία έχει αποδειχθεί λανθασμένη αφού το μέλλον είναι άγνωστο και απρόβλεπτο και επί πλέον αυτή μας εγκλωβίζει στην στατικότητα. O Γερμανός κοινωνιολόγος Karl Mannheim έγραφε ότι κάθε προφητεία μεταβάλλει κατ’ ανάγκη την ιστορία σε αιτιοκρατούμενη περιοχή και μας στερεί τη δυνατότητα επιλογής και απόφασης, νεκρώνοντας έτσι το κριτήριο κρίσης και το άνοιγμα σε νέες διαμορφώσεις. Η προφητεία μεταβάλλει δηλαδή την ιστορία σε καθοριστικότητα, σε ντετερμινισμό στον οποίο η Hannah Arendt άσκησε κριτική. Τόνιζε ότι αυτά που συμβαίνουν δεν οφείλονται σε κάποια αναγκαιότητα, αλλά είναι εντελώς τυχαία. Επομένως κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί, διότι πολύ απλά τα πάντα εξαρτώνται από έναν τεράστιο αριθμό μεταβλητών, δηλαδή από την καθαρή σύμπτωση.

            Ο Καστοριάδης από την πλευρά του έδωσε μια οντολογική διάσταση. Στην ιστορία δεν υπάρχουν αδήριτοι νόμοι, νομοτέλειες και αναγκαιότητες, δεν υπάρχει καθοριστικότητα, ντετερμινισμός, αλλά ανθρώπινη φαντασιακή δημιουργία. Δημιουργία νέων οντολογικών ειδών που δεν καθορίζονται από ορθολογικά, φυσικά ή οικονομικά αίτια. Η αντίληψη αυτή είναι αντίθετη όχι μόνο σε κάθε αιτιοκρατία και ορθολογισμό αλλά και σε κάθε θεωρία περί «τέλους της ιστορίας». Ο Καστοριάδης ανέδειξε επίσης την αυτοαλλοίωση της κοινωνίας που δεν είναι απαραίτητο να εκδηλώνεται ως έκρηξη και δημιουργία ριζικών μορφών, αλλά και ως μικρές αλλαγές, τάσεις, κατευθύνσεις. Πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά και αυτό που συμβαίνει «υπογείως» και δεν μπορούμε να το συλλάβουμε. O Ernst Bloch το εξέφρασε πολύ ωραία: «Ζούμε περιτριγυρισμένοι από δυνατότητα, όχι απλώς από παρουσία. Στη φυλακή της απλής παρουσίας δεν θα μπορούσαμε καν να κινηθούμε, ούτε καν να αναπνεύσουμε». Η δυνατότητα είναι χαρακτηριστικό και του ατόμου και της κοινωνίας. Αυτά δεν συνάγονται από κάποια ιδεολογία ή από «αισιόδοξη» θεώρηση της ιστορίας, αλλά από διαπιστώσεις ιστορικές και κοινωνιολογικές.    

Από την άλλη, το να διαπιστώνεις σήμερα την ύφεση  του δημοκρατικού κινήματος δεν είναι «απαισιόδοξη» θεώρηση της ιστορίας. Είναι πραγματολογική διαπίστωση  λογικών και μη εθελοτυφλούντων υποκειμένων. Το ότι υπάρχει ύφεση δεν σημαίνει εξαφάνιση του κινήματος, αλλά έκλειψή του. Το να συμπεραίνεις όμως από την έκλειψή του το τέλος του, σημαίνει υποταγή στο υπάρχον, ιεροποίηση του τετελεσμένου, φετιχισμό της πραγματικότητας. 

          Θα έλεγε κανείς ότι οι προφητείες περί του «τέλους της ιστορίας» είναι ανόητες, στερούνται νοήματος. Οι φορείς τους όμως αποσκοπούν σε δύο βασικά πολιτικά νοήματα: Είτε επιθυμούν την υποστήριξη και διατήρηση του υπάρχοντος ολιγαρχικού κοινοβουλευτικού συστήματος, είτε κατασκευάζουν άλλοθι για τον συμβιβασμό και την υποταγή τους στην ετερονομία. Αυτή είναι η αλήθεια είτε το θέλουν είτε όχι, είτε το ξέρουν είτε όχι οι υποστηρικτές του «τέλους». Έτσι, οι αντιλήψεις αυτές θα πρέπει να αναιρούνται και να αποκαλύπτεται ο βαθύτερος πολιτικός σκοπός τους.

Το σημαντικό όμως δεν είναι οι προφητείες για το μέλλον αλλά η εκλογή μας και η στάση μας στο παρόν, δηλαδή οι αξίες που έχουμε και υπερασπιζόμαστε και δίνουν νόημα στη ζωή μας. Είναι αξίες μας η ελευθερία, η ισότητα, η δικαιοσύνη, η δημοκρατία, η αυτονομία και ο αγώνας γι’ αυτές; ή η υποταγή, η συμμόρφωση και η συνοδοιπορία με τις κομματικές γραφειοκρατίες, η ετερονομία και η προσωπική ανέλιξη μέσω της διάδοσης ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει;  

          Οι αντιλήψεις περί αλλαγής στα ανθρώπινα, ατομικά και κοινωνικά ήταν γνωστές και πριν από 2.500 έτη όταν ο διαυγής Εφέσιος διακήρυττε  «πάντα χωρεί, ουδέν μένει», και οι μεγάλοι Σοφιστές επέφεραν ανατροπές με την διάκριση «νόμος-φύσις», ενώ ο Αριστοτέλης το διατύπωνε με απαράμιλλο τρόπο: «πάντα γαρ ενδέχεται άλλως έχειν». Όλα αλλάζουν, όλα μπορούν να αλλάξουν.