Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΔΟΥΛΟΙ, ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

 

[Δημοσιεύθηκε στο TVXS, 5 Ιουνίου 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

ΔΟΥΛΟΙ, ΠΑΡΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

 

Εν Ελλάδι υπάρχει ένα εθνικιστικό θρησκευτικό ρεύμα που διαδίδει πολλούς μύθους για την ελληνική ιστορία. Μεταξύ αυτών των μύθων είναι και το Βυζάντιο που παρουσιάζεται ως θετικό παράδειγμα, όπως από την Ελένη Αρβελέρ και τους πάλαι ποτέ νεο-ορθόδοξους Γιανναρά, Ράμφο, Ζουράρι, οι οποίοι το εξωραΐζουν, αποσιωπώντας τις μαύρες, γκρίζες, σκοτεινές και βάρβαρες πτυχές του. Τέτοιες πτυχές είναι η ύπαρξη δούλων, (δουλο)παροίκων, ευνούχων και γενικευμένης δουλοπρέπειας, όπως θα δούμε εν συντομία.

Η Νέα Ρώμη, δηλαδή το Βυζάντιο, είναι η περίοδος του ανατολικού μεσαίωνα, που ξεκινά με την εχθρότητα απέναντι στον ελληνικό πολιτισμό, με τις καταστροφές ναών, ιερών, βιβλίων και τις διώξεις Ελλήνων και Εθνικών. Ναι μεν η Νέα Ρώμη ήταν συνέχεια της παλαιάς Ρώμης και ο αυτοκράτωρ ήταν απόλυτος μονάρχης, αλλά είχε και κάποια νέα στοιχεία που την διαφοροποιούν από την παλαιά επί το βαρβαρότερον. Ένα τέτοιο καθοριστικό στοιχείο ήταν ο χριστιανισμός, που ανακηρύχθηκε σε δόγμα, σε μοναδική θρησκεία της αυτοκρατορίας, επιβλήθηκε δια πυρός και σιδήρου και οδήγησε στον ανθελληνισμό και στο κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών. Κοινό στοιχείο πάντως της παλαιάς και Νέας Ρώμης ήταν ο θεσμός της δουλείας.

Στο ζήτημα αυτό οι Νεοέλληνες βυζαντινόφιλοι προσπαθούν να ωραιοποιήσουν το Βυζάντιο. Έτσι, κάποιοι υποστηρίζουν ότι επί Ισαύρων καταργήθηκε η δουλεία με τον «Νόμο Γεωργικό» (726 μ.Χ.). Όμως αυτός, όπως δέχονται οι ερευνητές  δεν ήταν επίσημος νόμος, αλλά ιδιωτικό νομικό κείμενο,[1] που περιείχε μεταξύ άλλων διατάξεις για τις σχέσεις γεωργών στις επαρχίες, για τις σχέσεις κυρίων και δούλων κ.λπ. Ωστόσο, ουδείς γνωστός βυζαντινολόγος ή ιστορικός έχει υποστηρίξει ότι ο «Νόμος Γεωργικός» κατήργησε την δουλεία. Κάποιοι όμως, επειδή ο «Νόμος» δεν αναφέρεται σε παροίκους, υποστήριξαν ότι είχε καταργηθεί ο θεσμός. Όμως ο θεσμός υπήρχε και μετά τον «Νόμο Γεωργικό».[2]  Ούτε τα «Βασιλικά» ούτε οι 113 Νεαραί του Λέοντος ΣΤ’ Σοφού (886-913) προέβησαν σε κατάργηση της δουλείας. Η δουλεία υπήρχε στο Βυζάντιο ανέκαθεν, κυρίως για τις οικιακές εργασίες, αλλά και για εργασία γης. Ακόμη και ο Ιωάννης Χρυσόστομος, που κατέκρινε την κατοχή μεγάλου αριθμού δούλων, παραδεχόταν πως ένας ελεύθερος άνθρωπος δεν ήταν δυνατόν να μαγειρεύει ο ίδιος για τον εαυτό του.

Η Αρβελέρ από την πλευρά της γράφει ότι η δουλεία καταργήθηκε τον 12ο αι. Όμως και η θέση αυτή είναι συζητήσιμη, όπως ανέλυσα αλλού.[3] Επί πλέον, με μια ευρεία έννοια, ασφαλώς βυζαντινή, οι υπήκοοι του βυζαντινού αυτοκράτορα ήταν και δούλοι του, όπως και δούλοι του θεού. Στον Ιππόδρομο συνηθισμένο σύνθημα των υπηκόων ήταν το: «Τους δούλους σου ελέησον…».[4] Η δουλεία ήταν κοινωνική φαντασιακή σημασία που εμπότιζε και ρύθμιζε το φαντασιακό των Βυζαντινών. Οι αυτοκρατορικές νομοθεσίες, όπως ο «Πρόχειρος νόμος» (872 μ.Χ.) και η «Επαναγωγή» (876 μ.Χ.) καθόριζαν την τιμή των δούλων, επαναλαμβάνοντας επακριβώς την σχετική διάταξη του Ιουστινιάνειου Κώδικα Ζ’ 7.1 (530 μ.Χ.). Οι δούλοι ευνούχοι ήταν πιο ακριβοί, κόστιζαν σχεδόν διπλάσια τιμή.[5]

Έτσι ερχόμαστε σε ένα ιδιαίτερο αποτρόπαιο χαρακτηριστικό της βυζαντινής βαρβαρότητας που είναι το μεγάλο πλήθος των ευνούχων.  Υπήρχαν ευνούχοι του αυτοκράτορα και ευνούχοι των μεγάλων αριστοκρατών, οι οποίοι ευνουχίζονταν με απάνθρωπο επώδυνο τρόπο, που φαίνεται να είναι πολύ χριστιανικός. Πράγματι, αυτή η ιδιαίτερη βυζαντινή περίπτωση ίσως να οφείλεται στην ιδεολογική κάλυψη από τον ίδιο τον ιδρυτή του χριστιανισμού μέσα από τον ευαγγελικό λόγο: «και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνουχίσθησαν υπό των ανθρώπων, και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχισαν εαυτούς δια την βασιλείαν των ουρανών. Ο δυνάμενος χωρείν χωρείτω».[6] 

Ο ακρωτηριασμός αυτός ήταν πολύ επικίνδυνος, αφού μετά τον ευνουχισμό επιβίωνε μόλις ένα 5%! Ο γνωστός βυζαντινολόγος Runciman γράφει πως «το Βυζάντιο ήταν ο παράδεισος των ευνούχων».[7] Ακόμα και η ανώτατη τάξη καθιστούσε συχνά τους γόνους της ευνούχους, για να ανέρχονται πιο εύκολα τις βαθμίδες της κρατικής, διοικητικής, εκκλησιαστικής και αυλικής εξουσίας. Ένας πιθανός λόγος είναι ότι με αυτόν τον τρόπο αποκτούσαν  την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα και των αριστοκρατών και θεωρούνταν ακίνδυνοι για τον γυναικείο πληθυσμό του παλατιού και των αρχόντων. Ευνούχοι έγιναν επίσης πατριάρχες, επίσκοποι και στρατιωτικοί. Επί παραδείγματι, ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, ευνούχισε τον αδελφό του Βασίλειο, ο οποίος επί Νικηφόρου Φωκά έγινε παρακοιμώμενος, δηλαδή πρωθυπουργός. Ο αυτοκράτωρ Ρωμανός ευνούχισε τον γιο του Θεοφύλακτο, τον οποίο χειροτόνησε πατριάρχη το 933 μ.Χ. Υπήρχε ιδιαίτερο στρώμα ευνούχων με δικά τους μοναστήρια, όπως αυτό που οργάνωσε ο ευνούχος πρωτοσπαθάριος Ναρσής κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιουστίνου Β’ (565-578). Υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα.

Στο Βυζάντιο υπήρχαν επίσης και (δουλο)πάροικοι. Στα μεγάλα κτήματα των μεγάλων γαιοκτημόνων (ιδιωτών, κρατικών, εκκλησιαστικών, μοναστηριακών) χρησιμοποιούνταν οι εξαρτημένοι αγρότες (κολονοί, coloni) που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες και ήταν «δούλοι της γης».[8] Ο δυστυχισμένος κολονός έπρεπε να δώσει το ένα τρίτο της σοδειάς για φόρο και ένα άλλο μέρος ως ενοίκιο στον γαιοκτήμονα. Υπήρχαν όμως και οι έκτακτοι φόροι. Έτσι δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο καθεστώς του δούλου και του κολονού.[9] Οι κολονοί (ή με το όνομα «πάροικοι» από τον 9ο αι.) αυξήθηκαν από τον 11ο αι. που αυξήθηκε και ο εκφεουδαλισμός της γης.

Επειδή στα κείμενα υπάρχει ο όρος «κοινότης χωρίου» κάποιοι προσέδωσαν στον όρο αυτόν καθεστώς κοινοκτημοσύνης των αγρών και περιοδικής διανομής τους, όπως αυτό υπήρχε στις σλαβικές περιοχές σε μεταγενέστερες εποχές. Όμως το Βυζάντιο ουδέποτε γνώρισε καθεστώς κοινοκτημοσύνης των αγρών, διότι αυτοί αποτελούσαν απεριόριστη ατομική ιδιοκτησία και μπορούσαν να διατεθούν ελευθέρως από τους ιδιοκτήτες τους.[10]

Εκτός όμως από δούλους, δουλοπαροίκους και ευνούχους στο Βυζάντιο υπήρχε και δουλοπρέπεια. Ο Προκόπιος την περιγράφει με αρκετά παραδείγματα. Έτσι, αναφέρει για την Θεοδώρα του Ιουστινιανού πως οι υπήκοοι, που είχαν δει τις άσεμνες επιδείξεις της στο θέατρο και στα πορνεία - εκεί την γνώρισε ο Ιουστινιανός και την ερωτεύθηκε -, ύψωναν τα χέρια και την ικέτευαν να τους κάμει δούλους της στα λόγια και στην πράξη.[11] Επίσης αναφέρει πως οι συγκλητικοί και οι πατρίκιοι στην παρουσία του αυτοκράτορα και της αυτοκράτειρας έπεφταν αμέσως καταγής με το πρόσωπο στο δάπεδο, τέντωναν χέρια και πόδια όσο πιο πολύ μπορούσαν,  άγγιζαν με τα χείλη τους το ένα πόδι του καθενός και έπρεπε να τους αποκαλούν «δεσπότη» και «δέσποινα».[12] Επίσης αναφέρει ότι οι αυτοκράτορες «ανάγκαζαν τον κόσμο να περιμένει δουλοπρεπώς μια ακρόαση. Καθημερινά σχεδόν μπορούσε κανείς να δει τα περισσότερα δικαστήρια έρημα και στην βασιλική αυλή πλήθος ανθρώπων να βρίζεται και να σπρώχνεται με όλη του την δύναμη και να συμπεριφέρεται συνεχώς με κάθε είδους δουλοπρέπεια».[13]

Η δουλοπρεπής και ταπεινωτική προσκύνηση ενώπιον του αυτοκράτορα συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος, όπως μαρτυρούν οι πηγές.[14] Η προσκύνηση υπήρχε και στην ιεραρχία της εκκλησίας, συνεχίζεται δε και σήμερα με άκρατη δουλοπρέπεια και υποταγή. Η βυζαντινή δουλοπρέπεια μαρτυρείται και σε άλλα έργα, όπως στην Χρονογραφία του Μιχαήλ Ψελλού, στην οποία φαίνεται και η δουλοπρέπεια του ίδιου. Ο Ψελλός αναφέρει επίσης δολοπλοκίες, συνωμοσίες, αλληλοεξοντώσεις με κάθε μέσον των φιλοδόξων για την εξουσία, που άρχιζαν από τον στενό οικογενειακό κύκλο και επεκτείνονταν αυθαιρέτως σε οποιονδήποτε ύποπτο.

                Συνεπώς στο Βυζάντιο της απόλυτης μοναρχίας και θεοκρατίας, όπου η ελευθερία και η δημοκρατία ήταν ανύπαρκτες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ελευθερία σκέψης και έκφρασης απαγορευμένα,  υπήρχαν επί πλέον δουλεία και δουλοπαροικία, οι οποίες δεν καταργήθηκαν ποτέ, υπήρχαν πάρα πολλοί  ευνούχοι που αποτελούσαν παράγοντες στον διοικητικό, εκκλησιαστικό και στρατιωτικό τομέα. Επί πλέον υπήρχε και γενικευμένη δουλοπρέπεια. Όσο λοιπόν και αν προσπαθούν να εξωραΐσουν το Βυζάντιο οι υποστηρικτές του, υπάρχουν οι πηγές και τα γεγονότα που θα τους διαψεύδουν.



[1] Γκόφας, Ιστορία και εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου, Ιβ, Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 1987, σ. 209.

[2] Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Β1 610-867, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 337. Επίσης Δ. Γκόφας,  Ιστορία και εισηγήσεις του ρωμαϊκού δικαίου,  σ. 193.

[3] Γ. Ν. Οικονόμου, Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο, Athens School, Αθήνα 2021, σ. 51-53. 

[4] Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Α’ 324-610, Βάνιας Θεσσαλονίκη 1996, σ. 266.

[5] Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία, Β2 867-1081, Βάνιας, Θεσ/κη, σ. 364.

[6] Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 19.12. Ο γνωστός χριστιανός θεολόγος Ωριγένης (2ος μ.Χ.) αυτοευνουχίσθηκε ακριβώς για να κερδίσει την βασιλεία των ουρανών!

[7] Runciman, Βυζαντινός πολιτισμός, ΟΕΔΒ, Αθήνα, σ. 227-228. Επίσης Vanna de Angelis, Οι ευνούχοι. Η εκπληκτική και απόκρυφη ιστορία τους, Περίπλους, Αθήνα 2005.

[8] Ιουστινιάνειος Κώδιξ, xi.52.1

[9] Mango, Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, ΜΙΕΤ, Αθήνα, σ. 58. 

[10] Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Β1 610-867, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 323. 

[11] Προκόπιος, Απόκρυφη Ιστορία, Άγρα, Αθήνα, 10.8.

[12] Προκόπιος, Απόκρυφη Ιστορία, 30.1.

[13] Προκόπιος, Απόκρυφη Ιστορία, 30.30.

[14] Βλ. Λιουτπράνδος, Πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη του Νικηφόρου Φωκά, Στοχαστής, Αθήνα 1997, σ. 90. Ο Λιουτπράνδος, πρέσβης του Δυτικού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη το 968 μ.Χ., αφηγείται: «Ξάπλωσα μπρούμυτα τρεις φορές και προσκύνησα τον αυτοκράτορα».

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ, Η ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 5 Μαρτίου 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ

Η ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

 

Από την στιγμή που ήλθαν στο φως οι συγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή ακούσθηκε και γράφτηκε ότι αυτοί μαζί με άλλους ήταν φυλακισμένοι από την δικτατορία του Μεταξά στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας μέχρι το 1941 που κατέκτησαν την χώρα οι Γερμανοί ναζί και παραδόθηκαν από το φασιστικό καθεστώς στους Γερμανούς ναζιστές, ενώ θα μπορούσαν να είχαν απελευθερωθεί (Έλληνες γαρ!) πριν τους παραλάβουν οι Γερμανοί. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή μένει στην αφάνεια και εκτίθεται στη συνέχεια.

Από τους 600 πολιτικούς κρατουμένους στην Ακροναυπλία οι περισσότεροι ήταν κομμουνιστές του ΚΚΕ, υπήρχαν όμως και αρκετοί τροτσκιστές, μεταξύ αυτών ο Παντελής Πουλιόπουλος και ο Σπύρος Στίνας, αλλά και αρχειομαρξιστές. Όταν έφτασε η είδηση ότι οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα τον Απρίλιο 1941 και από στιγμή σε στιγμή θα φτάσουν και στην Ακροναυπλία, οι περισσότεροι κρατούμενοι άρχισαν να συζητούν την ιδέα της δραπέτευσης. Όταν δε άρχισε ο βομβαρδισμός της περιοχής, διότι το Ναύπλιο ήταν ένα από τα λιμάνια στα οποία οι Βρετανοί και οι Νεοζηλανδοί στρατιώτες  επιβιβάζονταν σε πλοία για να διαφύγουν προς την Αίγυπτο, οι συζητήσεις για ομαδική απόδραση εντάθηκαν. Ο Στίνας αφηγείται:

 «Σε όλη τη διάρκεια της ημέρας πλήθος  γερμανικά αεροπλάνα βομβαρδίζανε το λιμάνι, τα φρούρια, το σιδηροδρομικό σταθμό. Άλλα πλοία καίγονταν και άλλα ανατινάζονταν στον αέρα. Ζούσαμε όλες αυτές τις εφιαλτικές ημέρες με το άγχος ότι από στιγμή σε στιγμή θα γινόμαστε πολτός από σάρκες. Αυτή όμως η κατάσταση ήταν και η πιο κατάλληλη για την απόδρασή μας. Η φρουρά του Στρατοπέδου είχε πανικοβληθεί και βρισκόταν διαρκώς σε πρόχειρα καταφύγια. Ήταν εντελώς δυνατή μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η απόδρασή μας. Και θα ήταν δυνατή δίχως θύματα…Εμείς θέταμε διαρκώς το ζήτημα της ομαδικής μας απόδρασης και παντού σ’όλη τη μάζα των κρατουμένων εύρισκε αυτό απήχηση. Αυτό ήταν το μοναδικό αντικείμενο των συζητήσεων. Παντού άκουγες: Γιατί δεν φεύγουμε; Θα μείνουμε εδώ να μας πιάσουν οι Γερμανοί; Με αγανάκτηση οι σταλινικοί κρατούμενοι παρακολουθούσαν  την παθητική στάση της ηγεσίας τους».[1]

            Ο Γιάννης Μανούσακας, που ήταν μεταξύ των πολιτικών κρατουμένων, κοντά στο κόμμα αυτός, συμφωνεί: «Οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές ήτανε κρίσιμες. Όλο το στρατόπεδο κουβεντιάζει για την απόδραση. Πώς πρέπει και πώς μπορούμε να φύγουμε. Όμως οι δισταγμοί εκείνων που είναι κοντά στην καθοδήγηση και ποτέ τους δεν έχουνε γνώμη μας υποψιάζουν. Αυτοί δεν μιλάνε ή μας συστήνουν κιόλας να μη συζητάμε, κι ότι οι ‘‘αρμόδιοι’’ μελετάνε το θέμα. Απ’ εδώ γεννιούνται υποψίες ότι η καθοδήγηση προσαρμόζεται να μας κρατήσει ‘κει μέσα κι ότι οι συσκέψεις είναι πώς θα προσαρμόσει κι εμάς τα μέλη της ομάδας στην πολιτική της αυτή. Στο μεταξύ μας πίεζαν  κι ορισμένοι από τους χωροφύλακες που είχαν απομείνει για να φύγουμε. Θυμάμαι που με σταμάτησε μπροστά στις κιγκλίδες ένας Χανιώτης χωροφύλακας ο Παπαδάκης και μου λέει: ‘’Γιατί δεν φεύγετε, Μανούσακα, να φύγουμε κι εμείς; Μα δεν είσαστε άντρες. Όσο εσείς καθόσαστε μπορεί και μας κρατάει ο διοικητής μας. Ποιος σας εμποδίζει και δεν το σκάτε;’’».[2]

            Τα ίδια έγιναν και στους 200 πολιτικούς κρατουμένους που επέστρεφαν από την Πύλο. Η φρουρά που τους συνόδευε τους είπε ότι είναι ελεύθεροι να φύγουν, αλλά ο κομματικός υπεύθυνος Κώστας Κολιγιάννης αρνήθηκε και έτσι επέστρεψαν στο στρατόπεδο!

Όμως η  κομματική καθοδήγηση (Ιωαννίδης, Μπαρτζιώτας κ.ά) ήταν αντίθετη με την απόδραση με διάφορα ψεύδη, προφάσεις και δικαιολογίες, τη μία ότι αν δραπέτευαν ο διοικητής θα διέταζε να τους πυροβολήσουν, την άλλη ότι ο υπουργός ασφαλείας Μανιαδάκης είχε συμφωνήσει να τους απελευθερώσει όταν η κυβέρνηση θα εγκατέλειπε την Αθήνα ή ότι ένεκα του συμφώνου μη αμοιβαίας επίθεσης που είχαν υπογράψει η Γερμανία του Χίτλερ και η Ρωσία του Στάλιν, οι Γερμανοί θα τους άφηναν ελεύθερους. Έτσι  απέτρεψε την απόδραση των κρατουμένων και τους παρέδωσε ομήρους στους Γερμανούς ναζί! Ο Στίνας συμπεραίνει: «Αν η δικτατορία είναι μία φορά υπεύθυνη για την παράδοσή μας στους Γερμανούς, η σταλινική ηγεσία είναι εκατό φορές».[3] Και ο Μανούσακας τονίζει με πίκρα ότι ήταν μεγάλο λάθος να μην δραπετεύσουν.[4] Τα ίδια περίπου αφηγούνται ο Βασίλης Γιαννόγκωνας (Ακροναυπλία, 1963) και ο Βασίλης Έξαρχος («Μπορούσαμε να αποδράσουμε από την Ακροναυπλία», Αυγή, 2 και 3 Απριλίου 1980).

Στα περιστατικά αυτά διαγράφεται εμφανώς η αυταρχική δομή του ΚΚΕ και η παθητικότητα των μελών της βάσης που πίστευαν τυφλά στην ηγεσία. Αυτά ήταν ένα από τα μεγάλα λάθη της κομμουνιστικής ηγεσίας τα οποία οδήγησαν στην ολέθρια πορεία εκατοντάδες αγωνιστές και αθώους ανθρώπους, όπως διαπιστώνουν και οι δύο συγκρατούμενοι  Στίνας και Μανούσακας. Αρκετοί από τους «ομήρους» εκτελέσθηκαν  από τους Γερμανούς για αντίποινα, όπως 200 στην Καισαριανή, 60 στο Κούρνοβο και άλλοι αλλού…

  

           



[1] Στίνας, Αναμνήσεις, σ. 269.

[2] Γιάννης Μανούσακας, Ακροναυπλία, σ. 171.

[3] Στίνας, Αναμνήσεις, σ. 271.

[4] Μανούσακας, Ακροναυπλία, σ. 10.