Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ, ΟΠΩΣ ΤΟ 1973

 

[Δημοσιεύθηκε στο συλλογικό, Τότε και τώρα. Από τη λάμψη του Πολυτεχνείου στο ημίφως του σήμερα, Τόπος, Αθήνα 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

oikonomouyorgos.blogspot.com

 

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

ΟΠΩΣ ΤΟ 1973

 

Το 1967 η στρατιωτική δικτατορία σταμάτησε και αντέστρεψε την πορεία φιλελευθεροποίησης που είχε ξεκινήσει από το 1963. Ο παλαιός κομματικός κόσμος, του αριστερού συμπεριλαμβανομένου, πιάστηκε στον ύπνο και ήταν εντελώς ανίκανος να προτάξει οποιαδήποτε ουσιαστική αντίσταση και άλλη προοπτική. Η μόνη ουσιαστική αντίσταση ήταν το ανερχόμενο αυτόνομο φοιτητικό κίνημα, υπό την πίεση του οποίου η Χούντα αναγκάσθηκε να επιχειρήσει την νομιμοποίηση και διαιώνισή της με όργανο την ελεγχόμενη κυβέρνηση Μαρκεζίνη, που είχε την ανοχή ή την συνεργασία ενός μεγάλου μέρους του παλαιού κομματισμού. Όμως τα σχέδιά της ανέτρεψε η κατάληψη στο Πολυτεχνείο τον Νοέμβριο 1973 που αποτέλεσε τον πόλο για την μεγαλειώδη πολιτική εξέγερση, η οποία σήμανε την αρχή του τέλους για τη δικτατορία. Οι στόχοι της εξέγερσης ήταν: Ελευθερία, Δημοκρατία, Λαϊκή κυριαρχία.[1]

            Όμως όταν έπεσε η δικτατορία δεν ήλθε ούτε δημοκρατία ούτε λαϊκή κυριαρχία, αλλά κοινοβουλευτισμός και κοινοβουλευτική κυριαρχία με όργανο τις κομματικές γραφειοκρατίες. Η Μεταπολίτευση ακολούθησε αντίθετο δρόμο από αυτόν του «Πολυτεχνείου». Τα νοήματα της εμβληματικής εξέγερσης ενταφιάσθηκαν από τις κομματικές και κοινοβουλευτικές φλυαρίες και την επετειακή λιτανεία με προπορευόμενους κομματικούς νεολαίους που κρατούν την σημαία και  ψάλλουν τον εθνικό ύμνο, αλλοιώνοντας εντελώς το νόημα της εξέγερσης! Ίδιες αλλοιώσεις επικράτησαν στην κοινωνία. Έτσι, ο δεξιός Κωνσταντίνος Καραμανλής κέρδισε τις εκλογές με το απίστευτο ποσοστό 53%. Στη συνέχεια, δεν έγινε καμία σημαντική συνταγματική αλλαγή για να συμμετάσχει η κοινωνία σε κάποιες αποφάσεις ούτε η ίδια έδειξε ενδιαφέρον για κάτι τέτοιο. Ανέθεσε εν λευκώ την εξουσία στην κομματική γραφειοκρατία και απήλθε οίκαδε, με ολέθρια αποτελέσματα.

Οι ένοχοι για την σφαγή του Πολυτεχνείου μετά από δύο χρόνια έμειναν ελεύθεροι. Ο συμβιβασμός που έγινε μεταξύ των στρατιωτικών και του πολιτικού συστήματος εμπόδισε ακόμη και την τιμωρία των βασανιστών αστυνομικών, η δίκη των οποίων δεν έγινε αυτεπαγγέλτως αλλά από τις μηνύσεις των βασανισθέντων! Μετά από λίγους μήνες όλοι οι βασανιστές αφέθηκαν ελεύθεροι από την δικαστική εξουσία του κοινοβουλευτισμού. Αυτό σήμαινε ότι όσα οι βασανισθέντες κατήγγειλαν ήταν αποκυήματα φαντασίας και ότι αυτά που περιέγραφε ο Περικλής Κοροβέσης στους συγκλονιστικούς Ανθρωποφύλακες ήταν λογοτεχνική φαντασία!

Επίσης, η περιβόητη αποχουντοποίηση περιορίσθηκε σε ελάχιστους πανεπιστημιακούς. Η δικαστική εξουσία που στήριξε το δικτατορικό καθεστώς και τα στρατοδικεία έμεινε ανέπαφη από τον κοινοβουλευτισμό. Ομοίως, η συνεργασθείσα με τους δικτάτορες Εκκλησία δεν αποχουντοποιήθηκε, με αποτέλεσμα οι χουντικοί Χριστόδουλος και Άνθιμος να γίνουν αργότερα αρχιεπίσκοπος και μητροπολίτης αντίστοιχα. Ο φάκελος της Κύπρου δεν ανοίχθηκε ποτέ και οι ένοχοι για την προδοσία της μεγαλονήσου ουδέποτε δικάσθηκαν από το κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Όμως η κοινωνία τα δέχθηκε όλα αυτά και δεν μπόρεσε να αποτρέψει τίποτα, φωνάζοντας μόνο για εκτόνωση το κενό σύνθημα «Δώστε τη Χούντα στο λαό»! Στη συνέχεια ένα μεγάλο μέρος της παραδόθηκε στον καταναλωτισμό, στον ατομικισμό και στα σκυλάδικα. Ζούσαμε δηλαδή στη χώρα της ατιμωρησίας και της αυθαιρεσίας, της συναίνεσης και… της διασκέδασης. Έτσι επιβλήθηκε ένα εξαμβλωματικό πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα που με μαθηματική ακρίβεια οδήγησε στην μεγάλη παρακμή της χώρας:

- σκάνδαλο Κοσκωτά.

- ανίερη συνεργασία της Αριστεράς με τον Κων. Μητσοτάκη, αρχιερέα της αποστασίας του 1965 που είχε οδηγήσει στην αποσταθεροποίηση του πολιτεύματος και στην δικτατορία.

- εθνικιστική υστερία του μακεδονικού.

- εθνικιστικο-θρησκευτικό παραλήρημα για τις ταυτότητες.

- ανόητη σπατάλη των Ολυμπιακών αγώνων.

- η μεγάλη χρεοκοπία 2010.

- η ασυδοσία των νεοναζιστών και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

-  το φιάσκο της πρώτη φορά Αριστεράς

Και τώρα το πρωτοφανές αυταρχικό σύστημα Μητσοτάκη (2019-2026), το οποίο, εμφανώς στραμμένο προς την ακροδεξιά, με φιλοχουντικά στοιχεία (Γεωργιάδης, Βορίδης, Πλεύρης), έχει επιβάλλει ένα καθεστώς άκρατης αστυνομοκρατίας, γενικευμένης διαφθοράς, ακραίου νεοφιλελευθερισμού, ιδιωτικοποιήσεων και καρτέλ, απευθείας αναθέσεων έργων σε ημετέρους, κομματικού ελέγχου στον κρατικό μηχανισμό, στη δικαστική εξουσία και στα ΜΜΕ (κρατικά και ιδιωτικά), μη διστάζοντας ακόμα και σε παραβιάσεις του Συντάγματος (άρθ. 16). Έχει καταφέρει να ελέγχει όλους τους θεσμούς χωρίς κανένα έλεγχο και αντίβαρο. Αυτό σημαίνει συνταγματικές, θεσμικές και πολιτικές εκτροπές που προοιωνίζονται απολυταρχικές καταστάσεις.

Αποτέλεσμα είναι η διάλυση του κράτους δικαίου, η ανικανότητα και η δουλική απροθυμία της δικαστικής εξουσίας να αποδώσει δικαιοσύνη, και επί πλέον η προσπάθειά της να συγκαλύπτει τα μεγάλα σκάνδαλα και εγκλήματα στα οποία ένοχη είναι η ίδια η κυβέρνηση (Τηλεφωνικές υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ). Τέτοιος εξευτελισμός της δικαστικής εξουσίας και της Βουλής είναι πρωτοφανής. Επί πλέον, κυριαρχούν παραβιάσεις ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων με διώξεις συνδικαλιστών, φοιτητών, εισβολή ΜΑΤ σε πανεπιστημιακούς χώρους, άγρια καταστολή με αυθαίρετες συλλήψεις και δίκες,  διάλυση συγκεντρώσεων με προβοκάτορες της Αστυνομίας, δακρυγόνα και κακοποιήσεις, ακόμα και δολοφονίες (Βασίλης Μάγγος). Δημόσιος βίος δεν υπάρχει, έχει γίνει παρανάλωμα της ολιγαρχικής εξουσίας και των εξαγορασμένων ΜΜΕ που στηρίζονται στο ψεύδος, στην προπαγάνδα, στον εκφοβισμό, στον μονόλογο και στη χειραγώγηση. Ταυτοχρόνως διαλύονται οι λεγόμενες «Ανεξάρτητες Αρχές» και οι δημόσιες δομές όπως η εκπαίδευση όλων των βαθμίδων, η υγεία και τα νοσοκομεία, ο σιδηρόδρομος και η δημόσια ασφάλεια, κακοποιείται το φυσικό περιβάλλον, οξύνονται οι κοινωνικές ανισότητες.

Και έτσι ξανά σήμερα (2026) η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, πρωτοφανής για την περίοδο μετά το 1974. Δημιουργείται ένα εφιαλτικό περιβάλλον, που εμποδίζει κάθε δημιουργική προσπάθεια σε όλους τους τομείς και ανοίγει τον δρόμο στην ανερχόμενη καιροφυλακτούσα άκρα δεξιά για δυστοπικές καταστάσεις.

Οι γενεσιουργές αιτίες γι’ αυτήν την παρακμιακή κατάσταση είναι η δομή και η λειτουργία α λα ελληνικά του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, με τους υπάρχοντες θεσμούς και το ισχύον Σύνταγμα. Η δομή του συστήματος έχει εν συντομία ως εξής. Το ληστρικό εκλογικό σύστημα επιτρέπει στο κόμμα που θα συγκεντρώσει 38% των ψήφων, να λάβει το bonus των 50 εδρών και να σχηματίσει απόλυτη πλειοψηφία εδρών.  Έτσι, η σχετική πλειοψηφία του 38%, αλλά μειοψηφία εν σχέσει με το 62%, κυβερνά, αποφασίζει και νομοθετεί για το υπόλοιπο πλειοψηφικό τμήμα! Ταυτοχρόνως, δεν υπάρχει ουσιαστική ανεξαρτησία των τριών εξουσιών, αφού η  κυβερνητική εξουσία, από την στιγμή που έχει την τεχνητή πλειοψηφία εδρών, ελέγχει και καθορίζει τις άλλες δύο, την νομοθετική και την δικαστική. Ελέγχει και καθορίζει όλες τις επιτροπές της Βουλής, εξεταστικές, προανακριτικές, οικονομικές. Εάν προστεθεί η ασυλία βουλευτών και υπουργών, δηλαδή η ουσιαστική ατιμωρησία τους, ολοκληρώνεται ο απόλυτος έλεγχος του πρωθυπουργού και του κόμματός του σε όλο το σύστημα, ενώ η κοινωνία μένει σταθερά μακράν των κέντρων αποφάσεων και της εξουσίας.

Αυτά είναι χαρακτηριστικά  εξαμβλωματικού συστήματος, που επέτρεψαν στον γόνο της μητσοτακικής δυναστείας να γίνει οιονεί μονάρχης, ανεξέλεγκτος δίχως κανένα αντίβαρο.  Προς το παρόν το πολίτευμα είναι αιρετή μοναρχία.[2]

 Από την άλλη ο κομματικός κόσμος, όπως και τότε στη δικτατορία, είναι ανίκανος και απρόθυμος να επεξεργασθεί ένα πρόγραμμα βασικών θεσμικών αλλαγών για την αναδιάρθρωση του πολιτεύματος, για να ανοίξει ο δρόμος προς τη δημοκρατία. Επίσης, η Αριστερά κάθε είδους παραμένει στο περιθώριο των εξελίξεων, αναξιόπιστη και ανίκανη για ουσιαστική παρέμβαση, σε σημείο που μπορεί να γίνει λόγος όχι μόνο για αποτυχία, αλλά για το ουσιαστικό τέλος της, για το τέλος οποιουδήποτε αφηγήματός της (σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού, μαρξιστικού-λενινιστικού). Η ανικανότητά της να συγκροτήσει πειστική εναλλακτική πρόταση δηλώνει την αδυναμία της να καταλάβει την πραγματικότητα και τι σημαίνει δημοκρατία, αφού αποκαλεί, όπως άλλωστε όλα τα κόμματα και οι διανοούμενοι, το κοινοβουλευτικό πολίτευμα «δημοκρατία»  και την δικαστική εξουσία «δικαιοσύνη»! Δεν μπορεί καν να διακρίνει ότι «κοινοβουλευτισμός» και «δημοκρατία» έχουν τεράστια διαφορά, όπως επίσης «δικαστική εξουσία» και «δικαιοσύνη». Οποιαδήποτε προσπάθεια για ανανέωση και ανασύσταση της Αριστεράς (ποιας;) είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Έτσι, ο μόνος δρόμος που απομένει είναι πάλι, όπως το 1973, η κινητοποίηση της κοινωνίας που θα υπερβεί τα στενά καλούπια των κομμάτων, με σκοπό θεμελιώδεις θεσμικές αλλαγές στη δομή  του αποτυχημένου πολιτεύματος. Αυτό σημαίνει όχι μόνο να φύγει ο επικίνδυνος Μητσοτάκης και κατάργηση των θεσμικών αγκυλώσεων που ανέφερα πριν, αλλά και απαίτηση για δημιουργία θεσμών συμμετοχής της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων και στην εξουσία – απαίτηση για δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία. Η πρόταση του ’73 παραμένει δυστυχώς επίκαιρη μετά από 53 έτη!



[1] Βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Πολυτεχνείο 1973: Η απαρχή του αυτόνομου κινήματος, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2013.

[2] Ανάλυση για τη δομή και την λειτουργία του πολιτικού συστήματος, βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Πλαίσιο για μια νέα πολιτική δράση, Εξάρχεια, Αθήνα 2016.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ "ΟΥΤΟΠΙΑ"

 

[Δημοσιεύθηκε στο TVXS, 5 Σεπτεμβρίου 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Δρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

oikonomouyorgos.blogspot.com

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΡΟΥ «ΟΥΤΟΠΙΑ»

 

Κάποιες φορές και σε κάποιους συγγραφείς συναντάται ο όρος «ουτοπία» με λανθασμένη χρήση, και μάλιστα με θετική σημασία, με συνέπεια να δημιουργούνται συγχύσεις, κυρίως όσον αφορά στον πολιτικό τομέα. Ο όρος «ουτοπία» επινοήθηκε και καθιερώθηκε από τον 16ο αι. όταν ο Άγγλος Thomas More δημοσίευσε το έργο του Utopia, αναφερόμενος σε μια ανύπαρκτη, φανταστική πολιτεία στην οποία υπάρχουν μόνο καλά πράγματα, ενώ τα κακά απουσιάζουν, όλοι τιμούν τις τέσσερις βασικές αρετές (σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη) που θυμίζουν Πλάτωνα. Επίσης όλοι είναι καλοδεχούμενοι και έχουν την θέση τους στην Utopia αρκεί να τηρούν τους κανόνες της πολιτείας. Μετά τον Μωρ υπήρξαν και άλλοι που έγραψαν τις δικές τους Ουτοπίες, δηλαδή κοινωνίες ή πολιτείες φανταστικές που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα, που δεν είχαν πραγματικό τόπο. Ως λογοτεχνικό είδος, η ουτοπία γνώρισε μεγάλη διάδοση τους επόμενους αιώνες.

Ο όρος ουτοπία μπορεί να εφαρμοσθεί αναδρομικά και πριν από τον 16ο αιώνα στα πρώτα σχεδιάσματα για άλλες κοινωνίες. Κατ΄αρχάς η Πολιτεία του Πλάτωνα από την οποία εμπνεύσθηκε ο Μωρ, αλλά και πολλοί άλλοι. Επίσης, χαρακτηριστικό παράδειγμα ουτοπίας υπήρξε ο Χριστιανισμός με τα κηρύγματα για μεσσία και σωτήρα της ανθρωπότητας, για μια κοινωνία αγάπης, ειρήνης, αλληλεγγύης και αδελφοσύνης. Με βάση αυτές τις αρετές και κυρίως την υποταγή στο εκκλησιαστικό Ιερατείο και στην κοσμική εξουσία, οι πιστοί θα κέρδιζαν την «βασιλεία των ουρανών», φανταστικό παραδεισένιο τόπο, στον οποίο οι άυλες ψυχές  θα είχαν μια αιώνια «ζωή», χωρίς λύπες, πόνους και στεναγμούς… Αυτά εκφράσθηκαν όχι μόνο στην Βίβλο αλλά και σε βιβλία εβραίων θεολόγων (Καββάλα), ορθοδόξων θεολόγων στο Βυζάντιο και καθολικών στη Δύση όπως η Πολιτεία του θεού (De civitate dei) του Αυγουστίνου και η Summa theologica του Θωμά Ακινάτη, τα οποία είναι πλήρη μεσσιανισμού και τελικής λύτρωσης. Ως γνωστόν οι χριστιανικές ιδέες εφαρμοζόμενες έφεραν τον Μεσαίωνα, το μοναδικό θρησκευτικό δόγμα, την μισαλλοδοξία, τις καύσεις βιβλίων και ανθρώπων, τα βασανιστήρια, τους αποκλεισμούς των αιρετικών, των «αμαρτωλών», των μαγισσών, των ετεροδόξων και όλων των υπόπτων, δηλαδή την Ιερά Εξέταση. Αυτά ήταν και η πρώτη έκφραση της χριστιανικής βαρβαρότητας, τόσο στην καθολική Δύση όσο και στο ορθόδοξο Βυζάντιο το οποίο προέβη επί πλέον σε διώξεις Ελλήνων και στην εξάλειψη κάθε τι ελληνικού και εν τέλει στην καταστροφή του εκπληκτικού ελληνικού πολιτισμού.     

Τον 19ο αιώνα κάποιοι διανοητές σκέφθηκαν ή φαντάσθηκαν κάποιες άλλες κοινωνικές ή πολιτικές οργανώσεις με ισότητα και δικαιοσύνη ως απάντηση στον ανερχόμενο άγριο και ανεξέλεγκτο καπιταλισμό που δημιουργούσε μεγάλα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα και πίστεψαν ότι αυτές μπορεί να πραγματοποιηθούν. Τους διανοητές αυτούς (Saint-Simon, Fourier, Owen) oι Μαρξ και Ενγκελς αποκάλεσαν «ουτοπικούς σοσιαλιστές», ενώ οι ίδιοι θεωρούσαν ότι πρέσβευαν τον «επιστημονικό σοσιαλισμό». Τελικώς επικράτησαν οι απόψεις των δύο στοχαστών αφού τον «επιστημονικό σοσιαλισμό» υιοθέτησαν οι περισσότεροι αριστεροί και προσπάθησαν να τον εφαρμόσουν στην πράξη. Και έτσι άρχισαν τα προβλήματα. Η αρχή έγινε στη Ρωσία με το πραξικόπημα του Λένιν και των μπολσεβίκων τον Οκτώβριο 1917, οι οποίοι εξουδετέρωσαν την εξουσία των σοβιέτ, εξόντωσαν κάθε άλλο κόμμα και κάθε διαφορετική άποψη, δίνοντας τη βάση για τον σταλινικό ολοκληρωτισμό.[1]

Αποδείχθηκε έτσι ότι ο «επιστημονικός σοσιαλισμός», που υποσχόταν ισότητα, κοινοκτημοσύνη και αταξική κοινωνία  ήταν η μεγάλη ουτοπία του 20ου αιώνα και επιβεβαιώθηκε με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων μετά το 1989. Η μαρξιστική ουτοπία οδήγησε σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, χωρίς ελευθερίες, δικαιώματα και ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έκτοτε η Αριστερά όλων των τάσεων και ρευμάτων έμεινε μετέωρη, έχασε τις βεβαιότητες, τον εαυτό της και την προοπτική της, ενώ σήμερα έχει καταρρεύσει και ουσιαστικά εξαφανισθεί. Αυτά σημαίνουν την αποτυχία της και ταυτοχρόνως την πλήρη αποτυχία της μαρξιστικής-λενινιστικής θεωρίας, που περιείχε τα στοιχεία της ουτοπίας, δηλαδή της χίμαιρας, του ανέφικτου, του αδύνατου.

Εν τούτοις κάποιοι στοχαστές προσπάθησαν να δώσουν στον όρο «ουτοπία» ένα άλλο νόημα και μάλιστα θετικό. Από τους πρώτους είναι ο Κarl Mannheim» το 1929 στο βιβλίο του Ιδεολογία και ουτοπία, που θεωρεί την «ουτοπία» ως στοιχείο υπέρβασης του Είναι: «ουτοπική είναι η συνείδηση η οποία δεν βρίσκεται σε συμφωνία με το Είναι που την περιβάλλει». Ο Mannheim θεωρεί την «ουτοπία» απαραίτητη στην ανθρώπινη ιστορία, δηλώνοντας πως η εξαφάνιση του ουτοπικού στοιχείου και η επικράτηση της πραγματιστικής στάσης θα αλλοίωνε την μορφή όλης της ανθρωπότητας και θα μετέβαλε σε πράγμα και τον ίδιο τον άνθρωπο.  Αυτά που αναλύει ως περιεχόμενο και ουσία ο Mannheim είναι σωστά αλλά ο όρος «ουτοπία» είναι προβληματικός. Αντί του όρου «ουτοπία», προς αποφυγή παρεξηγήσεων και συγχύσεων, θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν οι όροι «πρόταση» ή «όραμα» για το μέλλον ή «ιδέα» για κάτι άλλο. Το όραμα, η επιθυμία για ένα άλλο μέλλον, η πρόταση για κάτι άλλο είναι μια ανάγκη για κάποιους φυσιολογική, ανθρώπινη, όμως δεν σημαίνει ότι είναι ουτοπία. Αυτό που δεν υπάρχει ακόμα, που δεν είναι ακόμα δεν είναι αναγκαστικώς ουτοπία. Άλλωστε οι αλλαγές στην ιστορία έγιναν από προσπάθειες για κάτι άλλο, από ανθρώπους που πίστεψαν, όχι στην ουτοπία, αλλά στην αλλαγή και αγωνίσθηκαν γι’ αυτό.

Ο Mannheim εξετάζει επίσης την ουτοπία σε σχέση με την ιδεολογία στην μετανεωτερική εποχή. Είναι πράγματι στενές οι σχέσεις των δύο. Εάν η ιδεολογία είναι ψευδής συνείδηση, όπως πίστευε και ο Μαρξ, δηλαδή ένα σύστημα ιδεών που δεν συμβάλλει στην κατανόηση της πραγματικότητας αλλά στη συγκάλυψή της, τότε ευλόγως μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος ποια είναι η διαφορά της από την ουτοπία. Πάντως εάν λάβουμε υπ’ όψιν  ότι η μαρξική θεωρία έγινε ιδεολογία που, εφαρμοζόμενη από τους επιγόνους, κατέληξε σε ουτοπία, δύσκολα μπορούμε να διακρίνουμε τις διαφορές. Ίσως η διαφορά να είναι στο ότι η μεν ιδεολογία εννοείται ως θεωρητικό σύστημα ενώ η ουτοπία χαρακτηρίζεται και από την πράξη. Αλλά ποια πολιτική ιδεολογία δεν προσπάθησε να πραγματοποιήσει τις ιδέες της;

Η στενή σχέση των δύο, ιδεολογίας και ουτοπίας, είναι εμφανέστατη και στην αναρχική ή αντιεξουσιαστική ιδεολογία που είναι καθαρή ουτοπία, δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αφού το όνειρό της - η κατάργηση της εξουσίας – φαίνεται ανέφικτο και χίμαιρα. Διότι η κοινωνία έχει ανάγκη από θεσμούς στους οποίους να λαμβάνονται αποφάσεις, οι οποίες πρέπει να εκτελούνται, έχει ανάγκη επίσης από θεσμούς στους οποίους να θεσπίζονται νόμοι και να απονέμεται το δίκαιο – δηλαδή κάθε κοινωνία έχει ανάγκη την εξουσία.[2] Αποτέλεσμα της αναρχικής χίμαιρας είναι τα αδιέξοδα στα οποία αυτή οδήγησε όταν μαζικοποιήθηκε σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στην ρωσική επανάσταση του 1917 και στον ισπανικό εμφύλιο του 1936-39.      

Στο πνεύμα του Mannheim κινήθηκαν και κάποιοι αριστεροί στοχαστές (Benjamin, Buber, Bloch, Marcuse), οι οποίοι βλέπουν θετικά την ουτοπία και την συνδέουν με την χειραφέτηση, αυξάνοντας έτσι τις συγχύσεις, σε σημείο που να συναντάμε ακόμα και σήμερα τους κενούς περιεχομένου όρους «ρεαλιστική ουτοπία», «ουτοπική ουτοπία», «αδύνατη ουτοπία»! Κάθε ουτοπία είναι μη ρεαλιστική, ουτοπική, αδύνατη. Η ιστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες ιδεολογίες και οι ολικές αφηγήσεις για μία ιδανική και αγαθή κοινωνία, που εκπορεύονται από κάποιο κόμμα, άτομο ή γραφειοκρατία όχι μόνο δεν ενέχουν το στοιχείο της χειραφέτησης, αλλά οδήγησαν σε ολοκληρωτικούς εφιάλτες. Γι’ αυτό είναι προβληματικές εκφράσεις του τύπου « ο άνθρωπος είναι ζώο ουτοπικό», και ότι η ουτοπία έχει σχέση με την χειραφέτηση, όπως υποστηρίζει  ο δοκιμιογράφος Miguel Abensour.

Αυτά είναι αυθαίρετες γενικεύσεις, αφού είναι γνωστό από την εμπειρία ότι κάποιοι είναι ουτοπικοί, άλλοι όμως όχι. Καθώς επίσης η ανθρωπότητα επί πολλούς αιώνες υπήρξε υποχείρια απολυταρχικών και σκοταδιστικών καθεστώτων, δηλαδή υπόδουλη. Θα μπορούσαμε επομένως να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι ζώο εθελόδουλο, υποτακτικό και ετερόνομο! Αυτό επιβεβαιώνεται όταν μάλιστα η εθελοδουλεία συνεχίζεται ποικιλοτρόπως στα φαινόμενα του φασισμού και του ναζισμού, του σταλινισμού και του μαοϊσμού, στις πολύχρονες δικτατορίες στην Πορτογαλία και στην Ισπανία  και σήμερα, με διαφορετικό ασφαλώς τρόπο, στα φαινόμενα αιρετής μοναρχίας Τραμπ, Μακρόν, Όρμπαν, Μητσοτάκη, Πούτιν, Μιλέι για να μην αναφέρουμε τα δικτατορικά ανελεύθερα συστήματα στην Κίνα, στην Β. Κορέα και στην Κούβα ή τα αυταρχικά καθεστώτα στις μουσουλμανικές, ασιατικές και αφρικανικές χώρες.

Θα μπορούσαμε ωστόσο να πούμε ότι κάποιοι άνθρωποι, κάποιες φορές ονειρεύονται και επιθυμούν μιαν άλλη κοινωνία ή άλλο πολιτικό σύστημα και προσπαθούν με συγκεκριμένες προτάσεις και κινήσεις να το προσεγγίσουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι ουτοπικοί, αλλά άνθρωποι που επιθυμούν και τολμούν το άλλο που δεν υπάρχει ακόμα για να το πραγματοποιήσουν με προσωπικό κόστος.    

Απ’ ό,τι  φαίνεται η θετική αντίληψη για την ουτοπία και η σύνδεσή της με την χειραφέτηση καλλιεργείται από διανοουμένους με μαρξιστική καταγωγή που θέλουν να διασώσουν την μαρξική θεωρία («σώζειν τα φαινόμενα»). Όμως αυτή ήταν η τελευταία ουτοπία που γνώρισε η ανθρωπότητα με τεράστιο κόστος σε καταστροφές όλων των ειδών, ανθρωπιστικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές, δικαιωμάτων ελευθεριών. επομένως η θέση της βρίσκεται στο μουσείο των αποτυχημένων θεωριών, όπου και οι θεωρίες του μεσσιανικού ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού. Οι θετικές εκτιμήσεις για την ουτοπία είναι θεωρητικολογίες και φαύλος κύκλος που αφορούν κάποιους αριστερούς διανοουμένους απογοητευμένους και διαψευσμένους και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ουσιαστικού πολιτικού προβληματισμού και δημοκρατικού προσανατολισμού. Η ανθρωπότητα δεν έχει ανάγκη πια από μαρξιστικές ουτοπικές θεωρίες, όπως δήλωνε ο Καστοριάδης από τη δεκαετία του ’50. Έχει αρκετά ταλαιπωρηθεί από αυτές. Είναι καιρός για άλλη πορεία. Προέχει η προσπάθεια για δημοκρατικό κίνημα, για επανάκαμψη του δημοκρατικού προτάγματος. H προσπάθεια αυτή δεν έχει αδυναμία και πάθος στις ουτοπίες, ούτε είναι ουτοπία, αλλά χαρακτηρίζεται από προτάσεις για συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές που είναι εφικτές.[3]

.

                                                         

 

 

 



[1] Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί η ολέθρια επίδραση των Μαρξ και Ένγκελς που επέβαλαν το δίπολο «Επιστήμη ή ουτοπία». ‘Όμως η πολιτική δεν ανήκει σε αυτό, δεν είναι ούτε επιστήμη ούτε ουτοπία, δεν είναι ούτε σύγκρουση επιστημονικών θεωριών ούτε σύγκρουση ουτοπιών. Είναι, όπως αναλύει ο Κορνήλιος Καστοριάδης, συλλογική προσπάθεια του κοινωνικού πλήθους για ριζικές θεσμικές αλλαγές με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός αληθινού δημοκρατικού πολιτεύματος, και στη βάση αυτή είναι σύγκρουση με την ολιγαρχική ιδεολογία, την κομματική γραφειοκρατία και εξουσία. Αποβλέπει δε στην εξουσία όλων, στην εξουσία που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα, σε κάποια γραφειοκρατία, αλλά σε όλους, όπως ήταν στην αρχαία Αθήνα για δύο περίπου αιώνες (508 π.Χ-322π.Χ.), δίχως αυτό να σημαίνει ότι αυτή αποτελεί πρότυπο. Αυτή είναι η δημοκρατική πρόταση, το δημοκρατικό όραμα και αποβλέπει στην ανάδυση του δημοκρατικού συλλογικού  προτάγματος.

 

[2] Αυτά δεν σημαίνουν επ’ ουδενί δικαιολόγηση της εξουσίας γενικώς. Όσον αφορά την δημοκρατική αντίληψη και πρακτική, η εξουσία δεν πρέπει να ανήκει σε ένα άτομο, στους λίγους ή σε κάποιες ομάδες, αλλά σε όλους τους πολίτες. Βλ. και πριν σημ. 1.  

[3] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Δημιουργώντας ξανά την πολιτική, Athens School, Αθήνα 2021, σ. 236-240.