Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ, Η ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 5 Μαρτίου 2026]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ

Η ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

 

Από την στιγμή που ήλθαν στο φως οι συγκλονιστικές φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή ακούσθηκε και γράφτηκε ότι αυτοί μαζί με άλλους ήταν φυλακισμένοι από την δικτατορία του Μεταξά στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας μέχρι το 1941 που κατέκτησαν την χώρα οι Γερμανοί ναζί και παραδόθηκαν από το φασιστικό καθεστώς στους Γερμανούς ναζιστές, ενώ θα μπορούσαν να είχαν απελευθερωθεί (Έλληνες γαρ!) πριν τους παραλάβουν οι Γερμανοί. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή μένει στην αφάνεια και εκτίθεται στη συνέχεια.

Από τους 600 πολιτικούς κρατουμένους στην Ακροναυπλία οι περισσότεροι ήταν κομμουνιστές του ΚΚΕ, υπήρχαν όμως και αρκετοί τροτσκιστές, μεταξύ αυτών ο Παντελής Πουλιόπουλος και ο Σπύρος Στίνας, αλλά και αρχειομαρξιστές. Όταν έφτασε η είδηση ότι οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα τον Απρίλιο 1941 και από στιγμή σε στιγμή θα φτάσουν και στην Ακροναυπλία, οι περισσότεροι κρατούμενοι άρχισαν να συζητούν την ιδέα της δραπέτευσης. Όταν δε άρχισε ο βομβαρδισμός της περιοχής, διότι το Ναύπλιο ήταν ένα από τα λιμάνια στα οποία οι Βρετανοί και οι Νεοζηλανδοί στρατιώτες  επιβιβάζονταν σε πλοία για να διαφύγουν προς την Αίγυπτο, οι συζητήσεις για ομαδική απόδραση εντάθηκαν. Ο Στίνας αφηγείται:

 «Σε όλη τη διάρκεια της ημέρας πλήθος  γερμανικά αεροπλάνα βομβαρδίζανε το λιμάνι, τα φρούρια, το σιδηροδρομικό σταθμό. Άλλα πλοία καίγονταν και άλλα ανατινάζονταν στον αέρα. Ζούσαμε όλες αυτές τις εφιαλτικές ημέρες με το άγχος ότι από στιγμή σε στιγμή θα γινόμαστε πολτός από σάρκες. Αυτή όμως η κατάσταση ήταν και η πιο κατάλληλη για την απόδρασή μας. Η φρουρά του Στρατοπέδου είχε πανικοβληθεί και βρισκόταν διαρκώς σε πρόχειρα καταφύγια. Ήταν εντελώς δυνατή μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η απόδρασή μας. Και θα ήταν δυνατή δίχως θύματα…Εμείς θέταμε διαρκώς το ζήτημα της ομαδικής μας απόδρασης και παντού σ’όλη τη μάζα των κρατουμένων εύρισκε αυτό απήχηση. Αυτό ήταν το μοναδικό αντικείμενο των συζητήσεων. Παντού άκουγες: Γιατί δεν φεύγουμε; Θα μείνουμε εδώ να μας πιάσουν οι Γερμανοί; Με αγανάκτηση οι σταλινικοί κρατούμενοι παρακολουθούσαν  την παθητική στάση της ηγεσίας τους».[1]

            Ο Γιάννης Μανούσακας, που ήταν μεταξύ των πολιτικών κρατουμένων, κοντά στο κόμμα αυτός, συμφωνεί: «Οι μέρες, οι ώρες, οι στιγμές ήτανε κρίσιμες. Όλο το στρατόπεδο κουβεντιάζει για την απόδραση. Πώς πρέπει και πώς μπορούμε να φύγουμε. Όμως οι δισταγμοί εκείνων που είναι κοντά στην καθοδήγηση και ποτέ τους δεν έχουνε γνώμη μας υποψιάζουν. Αυτοί δεν μιλάνε ή μας συστήνουν κιόλας να μη συζητάμε, κι ότι οι ‘‘αρμόδιοι’’ μελετάνε το θέμα. Απ’ εδώ γεννιούνται υποψίες ότι η καθοδήγηση προσαρμόζεται να μας κρατήσει ‘κει μέσα κι ότι οι συσκέψεις είναι πώς θα προσαρμόσει κι εμάς τα μέλη της ομάδας στην πολιτική της αυτή. Στο μεταξύ μας πίεζαν  κι ορισμένοι από τους χωροφύλακες που είχαν απομείνει για να φύγουμε. Θυμάμαι που με σταμάτησε μπροστά στις κιγκλίδες ένας Χανιώτης χωροφύλακας ο Παπαδάκης και μου λέει: ‘’Γιατί δεν φεύγετε, Μανούσακα, να φύγουμε κι εμείς; Μα δεν είσαστε άντρες. Όσο εσείς καθόσαστε μπορεί και μας κρατάει ο διοικητής μας. Ποιος σας εμποδίζει και δεν το σκάτε;’’».[2]

            Τα ίδια έγιναν και στους 200 πολιτικούς κρατουμένους που επέστρεφαν από την Πύλο. Η φρουρά που τους συνόδευε τους είπε ότι είναι ελεύθεροι να φύγουν, αλλά ο κομματικός υπεύθυνος Κώστας Κολιγιάννης αρνήθηκε και έτσι επέστρεψαν στο στρατόπεδο!

Όμως η  κομματική καθοδήγηση (Ιωαννίδης, Μπαρτζιώτας κ.ά) ήταν αντίθετη με την απόδραση με διάφορα ψεύδη, προφάσεις και δικαιολογίες, τη μία ότι αν δραπέτευαν ο διοικητής θα διέταζε να τους πυροβολήσουν, την άλλη ότι ο υπουργός ασφαλείας Μανιαδάκης είχε συμφωνήσει να τους απελευθερώσει όταν η κυβέρνηση θα εγκατέλειπε την Αθήνα ή ότι ένεκα του συμφώνου μη αμοιβαίας επίθεσης που είχαν υπογράψει η Γερμανία του Χίτλερ και η Ρωσία του Στάλιν, οι Γερμανοί θα τους άφηναν ελεύθερους. Έτσι  απέτρεψε την απόδραση των κρατουμένων και τους παρέδωσε ομήρους στους Γερμανούς ναζί! Ο Στίνας συμπεραίνει: «Αν η δικτατορία είναι μία φορά υπεύθυνη για την παράδοσή μας στους Γερμανούς, η σταλινική ηγεσία είναι εκατό φορές».[3] Και ο Μανούσακας τονίζει με πίκρα ότι ήταν μεγάλο λάθος να μην δραπετεύσουν.[4] Τα ίδια περίπου αφηγούνται ο Βασίλης Γιαννόγκωνας (Ακροναυπλία, 1963) και ο Βασίλης Έξαρχος («Μπορούσαμε να αποδράσουμε από την Ακροναυπλία», Αυγή, 2 και 3 Απριλίου 1980).

Στα περιστατικά αυτά διαγράφεται εμφανώς η αυταρχική δομή του ΚΚΕ και η παθητικότητα των μελών της βάσης που πίστευαν τυφλά στην ηγεσία. Αυτά ήταν ένα από τα μεγάλα λάθη της κομμουνιστικής ηγεσίας τα οποία οδήγησαν στην ολέθρια πορεία εκατοντάδες αγωνιστές και αθώους ανθρώπους, όπως διαπιστώνουν και οι δύο συγκρατούμενοι  Στίνας και Μανούσακας. Αρκετοί από τους «ομήρους» εκτελέσθηκαν  από τους Γερμανούς για αντίποινα, όπως 200 στην Καισαριανή, 60 στο Κούρνοβο και άλλοι αλλού…

  

           



[1] Στίνας, Αναμνήσεις, σ. 269.

[2] Γιάννης Μανούσακας, Ακροναυπλία, σ. 171.

[3] Στίνας, Αναμνήσεις, σ. 271.

[4] Μανούσακας, Ακροναυπλία, σ. 10.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. "Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας" και η κομβική σημασία της .

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 29 Νοεμβρίου 2025]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας

και η κομβική σημασία της

 

Το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας συμπληρώνει το 2025 πενήντα χρόνια από την πρώτη έκδοση. Το γεγονός αυτό καλεί σε αποτίμηση ενός από τα σπουδαιότερα φιλοσοφικά έργα του 20ου αιώνα. Τι θέση έχει στην ιστορία της φιλοσοφίας; Ποια είναι η πολιτική του διάσταση και ποια η σημασία του σήμερα; Για να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα χρειάζεται να αναφερθούν οι νέες ιδέες, οι ιδέες μήτρες που αναπτύσσονται για πρώτη φορά, εν τη γενέσει τους στο βιβλίο αυτό. Για να υπάρξουν όμως οι νέες ιδέες έπρεπε να βρουν γόνιμο έδαφος, δηλαδή να ξεκαθαρίσει το τοπίο από λανθασμένες αντιλήψεις και πρακτικές.

            Η πρώτη ρηξικέλευθη πράξη προς τούτο ήταν η ριζική κριτική και απόρριψη, όχι μόνο των κομμουνιστικών καθεστώτων  της εποχής  αλλά και της ίδιας της μαρξικής θεωρίας. Η απόρριψη αυτή είναι ριζική, με την έννοια ότι ο Καστοριάδης δεν αναζήτησε κάποιον υποτιθέμενο αληθινό και γνήσιο Μαρξ, ούτε προσέφυγε σε κάποια παραφυάδα του μαρξισμού-λενινισμού (μαοϊσμός, καστρισμός), σε σοσιαλδημοκρατία ή αναρχία που δέσποζαν την εποχή εκείνη (1965). Ούτε επίσης οδηγήθηκε στην «άλλη» πλευρά, αφού παρέμεινε πιστός στην κριτική του καπιταλισμού και των σημασιών του. Φυσικά οι απόψεις του επαληθεύτηκαν και δικαιώθηκαν μετά από 25 χρόνια, με την κατάρρευση των ανατολικών κομμουνιστικών καθεστώτων και την έμπρακτη διάψευση-αποτυχία της μαρξικής θεωρίας.

Η κριτική του δεν έχει αντικείμενο μόνο την δογματική θεωρία αλλά επεκτείνεται γενικώς στην θεωρία όπως αυτή επιβλήθηκε από την ελληνοδυτική μεταφυσική και λογική και παρουσιάσθηκε τις περισσότερες φορές ως αλήθεια και μοναδική γνώση του Είναι. Επόμενο αναμενόμενο βήμα είναι η γενική κριτική στην κληρονομημένη σκέψη η οποία έδωσε πρωτεύοντα ρόλο στην θεωρία και στον ορθό λόγο με αποτέλεσμα την θεώρηση του Είναι ως πλήρως και καλώς ορισμένου. Με την κριτική αυτή ο Καστοριάδης αποκαθιστά τον ρόλο της πράξεως ως ειδικής μορφής του πράττειν και  εισάγει ένα διαφορετικό νόημα για την πολιτική ως υπόθεση των δρώντων υποκειμένων, ως έργο της κοινωνικής βάσης.

Η πολιτική με αυτό το νόημα οδηγεί στην αυτονομία, η οποία είναι μία νέα πολιτική ιδέα που διαφοροποιείται σαφώς τόσο από τον υπαρκτό σοσιαλισμό και κομμουνισμό όσο και από τα κοινοβουλευτικά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα, που είναι μορφές θεσμισμένης ετερονομίας, ανοίγοντας έτσι έναν άλλον δρόμο στον πολιτικό προσανατολισμό. Ο δρόμος αυτός έχει οδοδείκτη την άμεση συμμετοχή των ατόμων στην πολιτική πρακτική και στην εξουσία.  αυτό σημαίνει αυτονομία, εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τους νόμους, τον Νόμο, χωρίς μεσάζοντες, γραφειοκράτες, κόμματα και αντιπροσώπους. Αντιπαρατίθεται έτσι στην κομματική, γραφειοκρατική, αστική και λενινιστική ιδεολογία που στηρίζονται στην αντιπροσώπευση. Η αυτονομία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την αυτόνομη δραστηριότητα του κοινωνικού πλήθους. Είναι εμφανές ότι εισάγεται μία νέα αντίληψη για την  πολιτική και το αντικείμενό της. 

Επειδή η πολιτική και η αυτονομία συμβαίνουν ή θα συμβούν εντός της κοινωνίας και της ιστορίας, τίθεται το ερώτημα: πώς αυτές μπορούν να επιτευχθούν στην υπάρχουσα πραγματικότητα; Συνεπώς, επόμενος στόχος της Φαντασιακής θέσμισης είναι η προσπάθεια να κατανοηθεί τι είναι κοινωνία και τι ιστορία. πώς δημιουργούνται, πώς εξελίσσονται, ποιος είναι ο τρόπος του είναι τους. Ασκώντας κριτική στις κυρίαρχες απόψεις οι οποίες αντιμετώπισαν την κοινωνία και την ιστορία με  θεωρίες και έννοιες προερχόμενες από την κληρονομημένη οντολογία και λογική, δηλαδή με εργαλεία προερχόμενα από άλλους τομείς, ο Καστοριάδης προσπαθεί να κατανοήσει την κοινωνία και την ιστορία καθ’ εαυτές, έξω από τις ισχύουσες έννοιες και μεθόδους.

Για την κατανόηση αυτή ανατρέχει στον ρόλο της φαντασίας και εδώ βρίσκεται μια άλλη ρηξικέλευθη συμβολή του. Ενώ η ατομική φαντασία είχε εξετασθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο από την κληρονομημένη σκέψη (Αριστοτέλης, Καντ, Φρόιντ) η κοινωνική φαντασία ήταν άγνωστη και εξορισμένη στο μεγαλύτερο μέρος της δυτικής ιστορίας. Η φαντασία στην κοινωνικο-ιστορική της διάσταση, το κοινωνικό φαντασιακό, αποτελεί τον όρο κλειδί για την κατανόηση της δημιουργίας των θεσμών και των συμβόλων, των σημασιών και των περιεχομένων που συγκροτούν και συνέχουν μια κοινωνία στην ιστορική της παρουσία. Το κοινωνικό φαντασιακό είναι ο δημιουργός της κοινωνίας και της ιστορίας. Το φαντασιακό δεν είναι το φανταστικό, η φαντασίωση ή η ψευδαίσθηση, ούτε είναι εικόνα κάποιου πράγματος ή αντανάκλαση του πραγματικού, αλλά δημιουργεί το πραγματικό, δημιουργεί νέες μορφές, νέα οντολογικά είδη, ακόμα και τον λόγο.  

Το κοινωνικό φαντασιακό δημιουργεί την κοινωνία δημιουργώντας το σύμπαν των βλέψεων, προσανατολισμών, σημασιών, νοημάτων, αξιών μιας κοινωνίας. Αυτό το σύμπαν συνιστά τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, οι οποίες δεν έχουν κάποια λογική ή πραγματική αιτία ούτε εξυπηρετούν μόνο μια λειτουργία, την ικανοποίηση μια ανάγκης.  δεν δημιουργούνται από την φύση, από κάποια ιστορική ή οικονομική αναγκαιότητα, από ένα άτομο ή από μια ομάδα ατόμων, αλλά από το κοινωνικό φαντασιακό της ανώνυμης συλλογικότητας. Τέτοιες σημασίες είναι όλα αυτά που υπάρχουν και γίνονται μέσα στις κοινωνίες, όπως ο Θεός, η δουλεία και η κατάργησή της μετά από αρκετούς αιώνες, οι εκάστοτε ανάγκες, ο ορθολογισμός, η καπιταλιστική ανάπτυξη, ο κυρίαρχος ρόλος της οικονομίας και της παραγωγής στον καπιταλισμό, το εμπόρευμα, η θέση του ανθρώπου στην σύγχρονη κοινωνία. Οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες συγκροτούν, προσανατολίζουν και συνέχουν την κοινωνία. Έτσι λοιπόν, η κοινωνία είναι αυτοδημιουργία, αυτοθέσμιση και δη φαντασιακή, με την έννοια ότι η ίδια δημιουργεί το είναι της όχι  ορθολογικώς ή αντιγράφοντας την πραγματικότητα, αλλά επινοώντας και δημιουργώντας καινούριες μορφές, σημασίες  και θεσμούς που δεν είχαν προϋπάρξει πουθενά αλλού. Ιδού λοιπόν η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας.

Ομοίως η ιστορία, για τον Καστοριάδη, είναι ποίησις, γένεση οντολογική, δημιουργία νέων ειδών-μορφών, που συμβαίνουν εντός της κοινωνίας. Η κοινωνία από την πλευρά της αυτοεκτυλίσσεται στον χρόνο συνδεόμενη έτσι με την ιστορία. Γι’ αυτό ο φιλόσοφος δεν διαχωρίζει την κοινωνία από την ιστορία, τις θεωρεί άρρηκτα συνδεδεμένες σε σημείο που κάνει λόγο για ενιαίο κοινωνικό-ιστορικό. Έτσι λοιπόν εισάγει έναν άλλον τρόπο του Είναι, άγνωστο στην ελληνοδυτική μεταφυσική: το κοινωνικό-ιστορικό που είναι δημιουργία ή καταστροφή.

 

 Οι πρωτότυπες και ρηξικέλευθες ιδέες στην Φαντασιακή θέσμιση ανατρέπουν την κληρονομημένη οντολογία και λογική, τον θεωρητικισμό, τον ορθολογισμό και την καθοριστικότητα, δημιουργώντας μια άλλη οντολογία στον αντίποδα της χαϊντεγγεριανής και γενικώς όλης της προηγούμενης. Έτσι μπορεί να δοθούν απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν στην αρχή του κειμένου. Η σπουδαιότητα του βιβλίου αυτού για την ιστορία της φιλοσοφικής σκέψης είναι αναμφισβήτητη, διότι άλλαξε τον τρόπο του σκέπτεσθαι για την κοινωνία και την ιστορία, για τον άνθρωπο και την θεωρία. Είναι επίσης βασικής σημασίας για την πολιτική σκέψη και πρακτική, αφού άνοιξε τον ορίζοντα σε εξορισμένες περιοχές όπως η πολιτική του κοινωνικού πλήθους και η αυτονομία. Οι αναπτύξεις της Φαντασιακής θέσμισης εμπεριέχουν την δυνατότητα να υπάρξει η πολιτική και η αυτονομία: αφού οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες αλλάζουν από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία, μπορούν να αλλάξουν και σήμερα. Η αυτονομία με την πολιτική θεσμική της έκφραση είναι μια δυνατότητα του ανθρώπου, του κοινωνικού φαντασιακού. Αυτή είναι μια ανεκτίμητη προσφορά του Καστοριάδη.