Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 11 Ιουλίου 2019]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας
oikonomouyorgos.blogspot.com


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ


            Όταν το νεοναζιστικό κόμμα εισήλθε στη Βουλή το 2012 με ποσοστό 7% πολλοί εξεπλάγησαν, άλλοι λυπήθηκαν και κάποιοι αναρωτήθηκαν τι έγινε. Κάποιοι ευφάνταστοι όσο και επιπόλαιοι απέδωσαν την άνοδο των νεοναζιστών στο κίνημα των πλατειών το 2011, το οποίο δεν είναι μόνο λανθασμένο, αλλά αποτελεί επί πλέον διαστρέβλωση και απαξίωση του κινήματος, συνειδητή ή ανεπίγνωστη λίγο διαφέρει. Ας δούμε όμως την πορεία και την κατάσταση των πραγμάτων.
            Η Ακροδεξιά, της οποίας τμήμα είναι η ναζιστική,[1] είχε αρχίσει να ανεβαίνει πολύ πριν από το κίνημα των πλατειών του 2011 σε διάφορες χώρες λόγω της διεθνούς οικονομικής κρίσης, λόγω των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών από τις χώρες της Ασίας και της Αφρικής, της συνεπόμενης κοινωνικής ανασφάλειας, καθώς επίσης λόγω της ευρωπαϊκής αδυναμίας να προτείνει λύσεις στα ανακύπτοντα προβλήματα της κρίσης. Όσον αφορά την Ελλάδα η Ακροδεξιά είναι παλαιά ιστορία και έχει τις ρίζες της σε ένα σύνολο παραγόντων: στον θεσμό της βασιλείας, στη δικτατορία του Μεταξά, στην Κατοχή και την συνεργασία των ακροδεξιών με τους Ναζί, τους ταγματασφαλίτες και τους γερμανοτσολιάδες.  Απέκτησε ισχυρές βάσεις κατά τον εμφύλιο, μετά στο ανώμαλο μετεμφυλιακό καθεστώς του μοναρχικού κοινοβουλευτισμού, στο περιβόητο παρακράτος και στη στρατιωτική δικτατορία του Παπαδόπουλου. Ισχυρούς παράγοντες αποτέλεσαν ο δεσπόζων ρόλος του Στρατού και του αστυνομικού κράτους, η κυριαρχία της «εθνικοφροσύνης» και η ισχυρή επιρροή της Εκκλησίας. Είχε επίσης στηρίγματα στα κυρίαρχα ιδεολογήματα: έθνος, κράτος, θρησκεία, τάξις, αντικομμουνισμός.
            Αμέσως μετά τη δικτατορία τα φιλοχουντικά και ακροδεξιά στοιχεία συγκέντρωσαν ένα υψηλό ποσοστό που συμπεριλαμβάνονταν στο 30% των ψήφων υπέρ της βασιλείας στο δημοψήφισμα του 1974, ενώ στις βουλευτικές εκλογές του 1977 υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο έλαβαν 6,82% και εξέλεξαν πέντε βουλευτές. Μετά, τα ακροδεξιά στοιχεία προσχώρησαν στο κόμμα της Δεξιάς. Άρχισαν όμως να αποκτούν ένα άλλο πρόσωπο και να ανεβαίνουν στη δεκαετία του 1990 λόγω της κρίσης του πολιτικού συστήματος (σκάνδαλα, Κοσκωτάς), της ανόδου του εθνικιστικού ρατσισμού με το Μακεδονικό και λόγω του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, με την γενική αλλοφροσύνη υπέρ των ορθοδόξων χριστιανών Σέρβων σφαγιαστών των Βαλκανίων (Μιλόσεβιτς, Μλάντις, Κάρατζιτς). Ενισχύθηκαν επίσης λόγω της ιδιάζουσας ισχύος της Εκκλησίας με τον χουντικό αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και τα επί μία δεκαετία μισαλλόδοξα κηρύγματά του με αφορμή το θρήσκευμα στις ταυτότητες, το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού και το Μακεδονικό.
            Έτσι το 2000 εμφανίσθηκε σε ξεχωριστή κομματική συγκρότηση το ακροδεξιό ΛΑΟΣ που έλαβε πάνω από 4% των ψήφων στις ευρωεκλογές του 2004 και εξέλεξε ευρωβουλευτή, ενώ στις αντίστοιχες του 2009 έλαβε πάνω από 7% εκλέγοντας δύο ευρωβουλευτές. Ταυτοχρόνως στις εθνικές εκλογές του 2007 και του 2009 έλαβε πάνω από 4% εκλέγοντας 10 ακροδεξιούς βουλευτές και συμμετείχε το 2011-2012 στην μνημονιακή κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου υπό την αιγίδα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ.
            Εν τω μεταξύ οι νεοναζιστές στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας το 2010, ένα έτος πριν από τις πλατείες, έλαβαν 5% και εξέλεξαν πρώτη φορά δημοτικό σύμβουλο τον αρχηγό τους, μετά από μία σειρά ανεξέλεγκτων βίαιων και τρομοκρατικών επιθέσεων με τα τάγματα εφόδου κατά μεταναστών και κατά παντός Έλληνα διαφωνούντος. Στη συνέχεια, η μη έγκαιρη αντιμετώπισή τους κυρίως από την δικαστική εξουσία, από τις κυβερνήσεις, τα κόμματα και η κάλυψή τους από την διαβρωμένη αστυνομία, οδήγησε στο 7% πανελλαδικώς.
            Επομένως, η Ακροδεξιά στην Ελλάδα δεν είναι προϊόν των πλατειών, δεν είναι καινούριο φαινόμενο, αλλά παλιό και ενδημικό, όπως διδάσκει η νεοελληνική ιστορία. Οξύνθηκε δε λόγω της γενικευμένης οικονομικής και πολιτικής χρεοκοπίας, λόγω των συνεχών ροών μεταναστών και προσφύγων και λόγω αδυναμίας των ελληνικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την κατάσταση. Όμως το καινούριο φαινόμενο είναι η εμφάνιση ανοικτά του νεοναζιστικού κόμματος, και η τρομοκρατική δράση του – εδώ διαφέρει από το ΛΑΟΣ και την εκλιπούσα  «Τετάρτη Αυγούστου» του φασίστα Κώστα Πλεύρη.
            Ένα άλλο καινούριο φαινόμενο των τελευταίων ετών είναι η συνεργασία της Δεξιάς- Κέντρου με την Ακροδεξιά, που είχε  ως συνέπεια την άμβλυνση των κριτηρίων και των διαχωριστικών γραμμών - κάτι που ήταν αδιανόητο μετά την Μεταπολίτευση και επί μία τριακονταετία. Η συνεργασία αυτή σχετικοποίησε τα αρνητικά στοιχεία της Ακροδεξιάς  (εθνικισμός, πατριδοκαπηλία, φιλοχουντισμός, θρησκειοκαπηλία, βυζαντινοφιλία, ρατσισμός) και την «νομιμοποίησε». Η νομιμοποίηση αυτή ολοκληρώθηκε στην συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με τον Καμμένο. Επί πλέον σημαίνοντα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας είναι ακροδεξιά φιλοχουντικά στοιχεία και απ’ ό,τι φαίνεται κρατούν σε ομηρία τον ολίγιστο Μητσοτάκη. Η Ακροδεξιά παραμένει δυστυχώς ο απαραίτητος ιδεολογικός και πολιτικός εταίρος του κομματικού συστήματος.
            Αυτό είναι ένα σύμπτωμα της γενικευμένης χρεοκοπίας που μαστίζει την Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες και εκθέτει ανεπανόρθωτα το πολιτικό σύστημα, διότι το μήνυμα που εκπέμπει είναι άκρως κυνικό: το μόνο που έχει σημασία είναι η άνοδος στην σκηνή της εξουσίας και ο σχηματισμός κυβέρνησης με οποιοδήποτε τίμημα. Είναι η ιησουίτικη αρχή «ο σκοπός δικαιώνει τα μέσα». Όμως στην προκειμένη περίπτωση τα μέσα είναι ο σκοπός, πράγμα που σημαίνει ηθική και πολιτική εξαχρείωση. Όλα πια είναι πιθανά.


[1] Διακρίνω τρεις Δεξιές: την φιλελεύθερη, την ακροδεξιά (Σαμαράς, Μπαλτάκος, Καρατζαφέρης, Βορίδης, Γεωργιάδης, Καμμένος) και τη ναζιστική.