Σάββατο, 26 Ιουνίου 2021

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΣΤΗΝ ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 25 Ιουνίου 2021]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ

 

Hannah Arendt

ΚΡΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εισαγωγή-Μετάφραση: Άννα Δαμιανίδη, Δημήτρης Ψυχογιός

Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2020.

 

            Η Χάνα Άρεντ δεν έχει ανάγκη συστάσεων και ούτε είναι δυνατόν στο παρόν σύντομο κείμενο να αναδειχθεί επαρκώς η αξία της σκέψης της. Μπορώ όμως να ασχοληθώ με κάποια στοιχεία της παίρνοντας αφορμή από την προβληματική ελληνική Εισαγωγή που υπάρχει στο εν λόγω βιβλίο. Επί τη ευκαιρία να σημειωθεί η συνήθεια στις ελληνικές εκδόσεις να προτάσσονται εισαγωγές που αρκετές φορές είναι άσχετες και παραπλανητικές ως προς τις απόψεις του ίδιου του παρουσιαζόμενου στοχαστή.

            Στο παρόν βιβλίο, κατ’ αρχάς είναι λανθασμένη η μετάφραση του πρωτότυπου αγγλικού τίτλου Crises of the Republic, διότι Republic δεν σημαίνει δημοκρατία αλλά το δυτικό αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, γνωστό και ως κοινοβουλευτισμός. Οι Άγγλοι, οι Αμερικανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί για την δημοκρατία έχουν την κατάλληλη λέξη Democracy, Démocratie, Democracia Θα μπορούσε λοιπόν να είχε μεταφρασθεί ως «Κρίσεις του κοινοβουλευτισμού». Οι μεταφραστές συνεχίζουν την λανθασμένη μετάφραση που έχει επιβληθεί δίκην συνηθείας, και εξομοιούται με ιδεολογική διαστρέβλωση, αφού η Republic ιδρύθηκε από τους αστούς της νεωτερικότητας συνειδητώς ως αντίθεση στη δημοκρατία, στην άμεση δημοκρατία. Άλλωστε στο βιβλίο αυτό η Άρεντ αναφέρεται στην παρακμή του κομματικού συστήματος αντιπροσώπευσης, στις κρίσεις του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όχι της δημοκρατίας. Η σύγχυση επιτείνεται και στην Εισαγωγή του Δημήτρη Ψυχογιού που χρησιμοποιεί λανθασμένα την έκφραση «κοινοβουλευτική δημοκρατία» προκειμένου να δηλώσει τον κοινοβουλευτισμό, αγνοώντας την αντιφατικότητα των δύο όρων. Η σωστή έκφραση είναι «κοινοβουλευτική ολιγαρχία».   

Δεν είναι το μόνο προβληματικό στοιχείο. Ο Ψυχογιός παρερμηνεύοντας την ανάλυση της Άρεντ  για την δημόσια σφαίρα παρερμηνεύει και την αθηναϊκή δημοκρατία προσπαθώντας να δείξει ότι δεν υπήρχε ενδιαφέρον και μεγάλη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και οι πολίτες «προτιμούσαν τις ιδιωτικές συζητήσεις από τις δημόσιες (…) την απολιτική αγορά από την πολιτική εκκλησία του δήμου». Τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτει δεν αποδεικνύουν πολλά πράγματα και τα έχω ανασκευάσει αλλού.[1] Όμως αξίζει να αναφέρω ότι πολλοί ερευνητές έχουν τονίσει πως ουδέποτε στην ανθρώπινη ιστορία υπήρξε λαός που να είναι τόσο πολιτικός (και φιλοσοφικός), που να έχει ανάγκη τόσο πολύ την πολιτική, τον λόγο (και την φιλοσοφία), όσο ο Αθηναίοι της κλασικής εποχής. Το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των πολιτών εκδηλώθηκαν σε όλη την ιστορία της αθηναϊκής δημοκρατίας, από τον Σόλωνα και την ίδρυσή της επί Κλεισθένη μέχρι το τέλος της. Αυτά ήταν άλλωστε τα γενεσιουργά αίτια της δημοκρατίας.

Ούτε από την ανάλυση της Άρεντ συνάγεται ότι οι Αθηναίοι προτιμούσαν την αγορά από την εκκλησία. Η  Άρεντ στην Ανθρώπινη κατάσταση, γράφει ότι ο χώρος της πόλεως αποτελούσε την σφαίρα της ελευθερίας, και η ελευθερία εντοπιζόταν αποκλειστικώς στην πολιτική σφαίρα, η οποία ταυτίζεται με την δημόσια σφαίρα. Αυτή διαφοροποιείται τόσο από τον «οίκο» όσο και από την «αγορά». Ο «οίκος» είναι η ιδιωτική σφαίρα, ενώ η «αγορά» είναι η ενδιάμεση μεταξύ του «οίκου» και της δημόσιας σφαίρας. Η «αγορά» δεν περιλαμβάνει μόνο την αγορά όπως την ξέρουμε σήμερα, την εμπορική αγορά (market), στην οποία οι άνθρωποι συναντώνται ως παραγωγοί και καταναλωτές προϊόντων, αλλά και άλλες δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στην ιδιωτική σφαίρα ούτε στην δημόσια. Περιλαμβάνει και τις ποικίλες δημόσιες συναντήσεις, φιλοσοφικές αναζητήσεις στους δημόσιους χώρους, στις στοές, στις ρητορικές σχολές, επίσης τις παραστάσεις τραγωδίας και κωμωδίας, τις συζητήσεις στα συμπόσια, στα Γυμνάσια κ.ο.κ. Σε αυτούς τους χώρους δημιουργούνται φιλοσοφικός, πνευματικός και πολιτικός πολιτισμός που είναι αλληλένδετοι με τους συμμετοχικούς θεσμούς της δημοκρατίας.

 

Όσον αφορά στη δημόσια σφαίρα, αυτή είναι εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις για τις κοινές υποθέσεις, θεσπίζονται οι νόμοι, διαμορφώνεται και απονέμεται το δίκαιο, εκλέγονται ή κληρώνονται οι άρχοντες και δίνουν λογαριασμό (λόγον διδόναι). εκεί όπου ασκείται η εξουσία μέσα από θεσμισμένα όργανα (εκκλησία του δήμου, βουλή, πρυτάνεις κ.λπ). Η Άρεντ δεν αναφέρεται στους συγκεκριμένους θεσμούς, όχι επειδή τους αγνοεί ή τους υποτιμά, αλλά επειδή επιλέγει την θεωρητική ανάλυση. Δεν κάνει ιστορία, ούτε ιστορία των θεσμών. Αναφέρεται στην δημόσια σφαίρα γενικώς και θεωρητικώς, δίχως αυτό να σημαίνει πως θεωρεί ως χώρο δημόσιας εμφάνισης μόνο την «αγορά», όπως γράφει ο Ψυχογιός. Να σημειωθεί πως και στο κατ’ εξοχήν δημοκρατικό κείμενο, στον Επιτάφιο, ο Περικλής αναφέρεται στις γενικές αρχές του πολιτεύματος και όχι στους συγκεκριμένους θεσμούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μεγάλος πολιτικός υποτιμά την αξία των θεσμών και την πολιτική τους σημασία.

Αναφέρει επίσης ο Ψυχογιός τον νόμο του Σόλωνα τον 6ο π.Χ. αι. πριν από την δημοκρατία που αφαιρούσε την ιδιότητα του πολίτη από όποιον δεν συμμετείχε σε μία από τις δύο πλευρές όταν γινόταν στάση στην πόλιν.[2] Θεωρεί τον νόμο «παράξενο», ενώ οι περισσότεροι ερευνητές τον έχουν ερμηνεύσει ως προσπάθεια του νομοθέτη να καταστήσει τους πολίτες ενεργούς και να τους βγάλει από την παθητικότητα και την αδιαφορία. Η ιδέα που υποτείνεται σε αυτόν τον νόμο είναι ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει μία ευνομούμενη πόλις εάν δεν συμμετέχουν άμεσα όλοι οι πολίτες.

Άλλο σημείο προβληματικό της Εισαγωγής, είναι η άποψη ότι η Γερμανοεβραία φιλόσοφος προτείνει ως μοντέλο οργάνωσης το λενινιστικό μπολσεβίκικο κόμμα. Επειδή η Άρεντ αναφέρεται όχι τόσο αρνητικά στον Λένιν όσο στον Στάλιν και γράφει ότι ο Στάλιν «μετέτρεψε την επαναστατική δικτατορία του Λένιν σε πλήρη ολοκληρωτική κυριαρχία» δεν συνεπάγεται ότι είναι λενινίστρια. Ποτέ και πουθενά η Άρεντ δεν πρότεινε λενινιστικό μοντέλο, αφού άλλωστε είναι υπέρ της συμβουλιακής δημοκρατίας που είναι αντίθετη σε όλα τα κόμματα, σε κάθε δικτατορία και γράφει σαφώς ότι «Τα συμβούλια σε αντιδιαστολή με τα επαναστατικά κόμματα και τις θεωρίες, ήταν το μόνο πραγματικό αποτέλεσμα των επαναστάσεων και  εξοντώθηκαν ανελέητα από το Κομμουνιστικό Κόμμα και τον ίδιο  τον Λένιν». Να σημειωθεί πως η συμβουλιακή αντίληψη της Άρεντ δεν είναι αναρχική, όπως γράφει ο Ψυχογιός, αλλά δημοκρατική. Άλλωστε ο ίδιος γράφει πιο κάτω για «συμβουλιακή δημοκρατία».

Αναρωτιέται κανείς τι θα μπορούσε να ήταν μία εισαγωγή σε αυτά τα κείμενα εκτός από τα ιστορικά στοιχεία και τις πληροφορίες για τις ιδιαίτερες συγκυρίες μέσα στις οποίες αυτά γράφτηκαν. Ίσως να διευκρινίσει κάποια συγκεκριμένα ζητήματα. Όμως η παρούσα  Εισαγωγή δεν προσθέτει τίποτε σημαντικό στην κατανόηση των απόψεων της Άρεντ, αντιθέτως δημιουργεί διαστρεβλώσεις και συγχύσεις.



[1] Γ. Ν. Οικονόμου, «Η αθηναϊκή δημοκρατία και οι κριτικοί της», The BooksJournal, τχ. 76, Απρίλιος 2017. Τώρα στο oikonomouyorgos.blogspot.com.

[2] Κακώς η Άρεντ αναφέρει ότι ο νόμος αυτός ίσχυε και τους κλασικούς χρόνους, διότι είχε ατονίσει στα μετέπειτα χρόνια.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2021

Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο

 

            

 ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ 

ΤΟ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΕΞΑΝΤΛΗΘΕΝ ΒΙΒΛΙΟ

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Εκδόσεις Athens School, Αθήνα, 2021

 

 

Τα κείμενα του βιβλίου είναι μία διαμαρτυρία στην κυριαρχία της θρησκευτικής και θεολογικής αντίληψης της ιστορίας που μαστίζει ανέκαθεν τον νεοελληνικό βίο, και από τη δεκαετία του 1990 είναι καταιγιστική σε αρκετούς διανοουμένους και σε σημαντικό μέρος της νεοελληνικής κοινωνίας. Προετοιμάσθηκε δε από το ρεύμα των νεο-ορθοδόξων τη δεκαετία του 1980. Κύριο στοιχείο αυτής της αντίληψης είναι η προβολή του Βυζαντίου ως θετικού προτύπου. Όμως αποσιωπούνται οι σκοτεινές, γκρίζες, φαιές και μαύρες πτυχές του χριστιανικού κράτους, όπως η καταστροφή του ελληνικού πολιτισμού, ο βίαιος εκχριστιανισμός και οι διώξεις των Ελλήνων, η δήμευση περιουσιών, η παράλληλη εξόντωση όλων των «αιρετικών» και διαφωνούντων, τα βασανιστήρια, οι ρινοτμήσεις, οι γλωσσοτμήσεις, οι τυφλώσεις, οι συνωμοσίες, οι ίντριγκες, οι δολοφονίες για την άνοδο στην εξουσία. Το Βυζάντιο παρέμεινε ως το τέλος καθαρή μοναρχία με υπηκόους, δούλους, ευνούχους, και (δουλο)παροίκους, χωρίς ελευθερίες και δικαιώματα, και το «ελληνίζειν» απαγορευμένο και διωκόμενο. Παρέμεινε μία θεοκρατία στηριγμένη στο μόνο αποδεκτό δόγμα, το χριστιανικό, που επιβλήθηκε με βία και τρομοκρατία.

Το βιβλίο καταγράφει όλα αυτά τα αρνητικά. Έτσι αναδεικνύει την καταστροφική στροφή που έγινε στην παγκόσμια ιστορία με το Βυζάντιο και άλλαξε προς το χειρότερο την πορεία της σκέψης και των πραγμάτων. Ασκεί επίσης κριτική στις απόψεις της κ. Ελένης Αρβελέρ, χαρακτηριστικής εκπροσώπου της εθνικιστικής-θρησκευτικής ιδεολογίας, που συντηρεί πολλούς μύθους για το Βυζάντιο και τον βυζαντινισμό και δημιουργεί πολλές συγχύσεις. Είναι έτσι το βιβλίο μία «αντίσταση» στην κυρίαρχη εθνο-θρησκευτική Ιδεολογία, η οποία έχει βασικές συνιστώσες το «ένδοξο τρισχιλιετές έθνος», τη «συνέχεια του ελληνισμού», τη «διαμόρφωση εθνικής συνείδησης στο ύστερο Βυζάντιο», την «ελληνικότητα του Βυζαντίου», την ορθόδοξη θρησκεία, τις ανελεύθερες και αντιδημοκρατικές αντιλήψεις. Όλα αυτά τα ιδεολογήματα επανέρχονται με επιμονή σε ένα μέρος των διανοουμένων, των εθνικιστών, των εκκλησιαστικών παραγόντων, των θεολόγων, και κατασκευάζουν την ιδεολογική εικόνα των πραγμάτων,  την ιδεολογική χρήση της ιστορίας: τονίζουν επιλεκτικώς ορισμένα γεγονότα και αποσιωπώντας, ενσυνειδήτως ή ανεπιγνώστως, άλλα φοβερά και απάνθρωπα.