[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Πολίτες", αρ. 12, Μάρτιος 2010]
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
ΣΟΣΙΑΛΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ
Η χώρα διέρχεται ίσως την κρισιμότερη φάση της ιστορίας της απειλούμενη με γενική χρεοκοπία, αφού η οικονομική φαίνεται ότι είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής, πνευματικής και πολιτικής χρεοκοπίας. Και όμως οι νεοέλληνες περιμένουν την καταστροφή χωρίς αντίδραση, χωρίς διαμαρτυρία και αντίσταση. Θα νόμιζε κανείς ότι την περιμένουν σαν ένα είδος τιμωρίας, ή μάλλον αυτοτιμωρίας. Η στάση αυτή όμως είναι χριστιανική, όχι πολιτική. Και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια όχι στον επουράνιο παράδεισο αλλά στην επίγεια κόλαση. Υπάρχουν βεβαίως κάποιες αντιδράσεις, απεργίες, διαδηλώσεις, πορείες, αλλά αυτές είναι αμυντικές. Δεν αγγίζουν την ουσία του προβλήματος, που είναι το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Δεν τίθενται δηλαδή πολιτικά αιτήματα θεσμικών αλλαγών ή αλλαγής του πολιτικού συστήματος, από τα κοινωνικά στρώματα, που θίγονται άμεσα από τα δυσβάστακτα και άδικα οικονομικά μέτρα. Τα κατώτερα στρώματα που μαστίζονται από την ανεργία, την ακρίβεια και τη φτώχεια, παραμένουν μακράν του πολιτικού χώρου.
Ακόμα και πράγματα ακατανόητα έχουν καταντήσει εν Ελλάδι να φαίνονται αυτονόητα, ενέργειες απαράδεκτες να φαίνονται φυσιολογικές. Ακραίο παράδειγμα: ενώ ο σημερινός πρωθυπουργός με το σύνθημα «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» και «Υπάρχουν λεφτά» κερδίζει τις εκλογές το 2009, ανατρέπει όμως άρδην τις υποσχέσεις του τρεις μήνες μετά για να εφαρμόσει τα ληστρικά μέτρα κατά των κατωτέρων στρωμάτων. Και δεν υπάρχει απαίτηση από την κοινωνία ή από τη λεγόμενη Αριστερά για διενέργεια δημοψηφίσματος. Η στάση αυτή είναι ένδειξη ότι η κοινωνία βρίσκεται σε στάδιο προχωρημένης βαρβαρότητας.
Υπάρχει εξήγηση γι αυτόν τον εκβαρβαρισμό. Τις τελευταίες δεκαετίες τα στρώματα αυτά αποπροσανατολίσθηκαν τεχνηέντως από τα βασικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, με συνέπεια την απουσία τους από την πολιτική σκηνή. Η διευθυντική ελίτ κατάφερε να τα χειραγωγήσει και να γίνει κυρίαρχος του παιγνιδιού με κατάλληλες κινήσεις αντιπερισπασμού. Έγκλειστα στα ψεύδη των κομμάτων, κολακευμένα από παροχές διαφόρων ειδών, τυφλωμένοα από το όραμα μιας επίπλαστης ευημερίας, στηριγμένης στα δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες, αιχμάλωτα μίας περιττής ξέφρενης κατανάλωσης, αποχαυνωμένα από τα τηλεοπτικά θεάματα, εγκλωβισμένα στον εθνικισμό και τη θρησκεία, βρίσκονται τώρα υπό το κράτος της ηττοπάθειας, της ανασφάλειας και του φόβου που φέρνει το σοκ της επικείμενης καταστροφής. Ένας απόπληκτος λαός προσπαθεί να καταλάβει, αλλά δυστυχώς δεν έχει τα εργαλεία γι’ αυτό, διότι δεν προσπάθησε να τα συγκροτήσει τα προηγούμενα έτη. Φαίνεται να έχει απολέσει την αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθησή του, έχει χάσει τον τρόπο κατανόησης και δράσης.
Αυτό που έμαθε ως πολιτική δράση είναι, από τη μια, εκλογές, κομματικές παράτες και λοβιτούρες, κινήσεις ελεγχόμενες από τους κομματικούς γραφειοκράτες ή από τις συνδικαλιστικές συντεχνίες, συγκεντρώσεις για το μακεδονικό και τις ταυτότητες, υστερίες υπέρ του Μιλόσεβιτς, του Κάρατζιτς και του Οτσαλάν, διαμαρτυρίες κατά του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού, και από την άλλη, η τυφλή βία των κουκουλοφόρων, των σπασμένων βιτρινών και των καμένων αυτοκινήτων. Η νεοελληνική κοινωνία δεν μπορεί να εννοήσει ότι ούτε οι επαγγελματίες συνδικαλιστές ούτε οι κομμουνιστές γραφειοκράτες ούτε οι ποικιλώνυμοι εθνικιστές και χριστιανοορθόδοξοι ούτε οι καταστροφές αποτελούν πολιτική απάντηση στην καταστροφή.
H καταστροφή δεν αποτρέπεται με συντεχνίες, με σταλινισμούς, με εθνικισμούς, με θρησκείες και με καταστροφές, αλλά με τη δημιουργία. Εδώ βρίσκεται μία κρίσιμη αξία που είναι άγνωστη εν Ελλάδι. Οι νεοέλληνες δεν έχουν μάθει τι σημαίνει ουσιαστική δημιουργία, ευγενής άμιλλα και αγώνας (κοινωνικός, πολιτικός, πολιτισμικός), αγώνας για έλεγχο της εξουσίας, για εγκαθίδρυση δημοκρατικών θεσμών, για πολιτική συμμετοχή. Δεν έχουν εθισθεί στη συλλογική προσπάθεια για το γενικό συμφέρον. Το μόνο που έχουν γνωρίσει είναι το κομματικό συμφέρον, οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, οι συντεχνιακές πιέσεις, το ατομικό και εγωιστικό συμφέρον.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που ειδικώς εν Ελλάδι δεν υπήρξε κάποιο αξιόλογο πνευματικό ή πολιτισμικό κίνημα ούτε κάποιος σημαντικός θεωρητικός ή πολιτικός στοχαστής, ανεξάρτητος ή της Αριστεράς. Ενώ τα απαράδεκτα ΜΜΕ προβάλλουν μόνο τις δηλώσεις του Καρατζαφέρη, τους καθεστωτικούς διανοουμένους, τις εθνικιστικές και θρησκευτικές πομφόλυγες των νεορθόδοξων θεολόγων και του Μίκη Θεοδωράκη. Αυτή η μεγάλη και ολέθρια έλλειψη πολιτικού στοχασμού και θεωρητικής σκέψης οφείλεται σε πολλούς λόγους. Μερικοί από αυτούς είναι: ο εγκλωβισμός από τη μια στην ιδεολογία του εθνικισμού, του χριστιανισμού, του φιλελευθερισμού και από την άλλη στην ιδεολογία του μαρξισμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. επίσης η έλλειψη κριτικής και αυτοκριτικής, ο δογματισμός, η θεώρηση των πραγμάτων ως δεδομένων, ο ευνουχισμός των διανοουμένων από την ένταξή τους σε πανεπιστημιακές εξελίξεις, σε κομματικές συμμαχίες, μιντιακά συμφέροντα, δημοσιογραφικές καριέρες και ποικίλα πλέγματα εξουσίας.
Η πολιτική και η θεωρητική σκέψη, όπως και η φιλοσοφία, ευδοκιμούν σε έδαφος κριτικής και αμφισβήτησης - όχι στο άκαμπτο και ακαλλιέργητο έδαφος των δεδομένων αληθειών, των ιδεολογικών φενακισμών, των κομματικών θεσφάτων και των πανεπιστημιακών σκοπιμοτήτων. Αναπτύσσονται σε περιβάλλον ελευθερίας και δημοκρατίας, που σημαίνει ανοικτός διάλογος, συζήτηση με επιχειρήματα και όχι εσωστρεφής μονόλογος αποκλειστικώς με τους δικούς και τις κλειστές συντεχνίες. σημαίνει ρωγμές, ρήξεις, απώλεια ψευδαισθήσεων και βεβαιοτήτων - είναι ο μόνος τρόπος να αποσαφηνισθούν έννοιες και ζητήματα, να αποφευχθούν τα ιδεολογήματα, ο αυτοεγκλωβισμός στη διατήρηση μικροεξουσιών.
Αυτό που έχει οδηγήσει τη χώρα στη χρεοκοπία είναι το πολιτικό σύστημα με τις απαρχαιωμένες δομές, νοοτροπίες και πρακτικές. Εδώ και τριάντα πέντε έτη, από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν, έχουν αλλάξει χιλιάδες πράγματα στον κόσμο, αλλά το ελληνικό πολιτικό σύστημα παραμένει ίδιο και ανάλλαχτο. Για την οικονομική κατάρρευση της χώρας δεν φταίνε μόνο η παγκοσμιοποίηση, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, οι κερδοσκόποι ή άλλοι «εξωγενείς» παράγοντες.
Για το ότι η Αθήνα είναι η πιο άσχημη πόλη στον κόσμο με απαράδεκτα επίπεδα μόλυνσης, θορύβου, πρασίνου και αισθητικής, για το ότι επί δέκα έτη το 70% των νεοελλήνων θεωρούσε τον ανεκδιήγητο Χριστόδουλο το πιο σημαντικό πρόσωπο, για το ότι Ελλάς είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που οι ιερείς, οι αρχιερείς και οι επίσκοποι είναι δημόσιοι υπάλληλοι, για το ότι στον 21ο αιώνα η Ελλάς είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που έχει πρωινή και βραδυνή βάρδια στα σχολεία, για το ότι η Ελλάς είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που έχει τον θεσμό των φροντιστηρίων για την είσοδο στα ΑΕΙ, για το ότι η Ελλάς είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο που έχει κατακλυσθεί από αυθαίρετα κτίσματα, για το ότι η Ελλάς ανέλαβε με μεγάλη υπερηφάνεια τους ολέθριους Ολυμπιακούς αγώνες το 2004 και για πολλά άλλα, δεν φταίει το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Φταίει πρωτίστως το πολιτικό σύστημα, που υποβαστάζεται από ευρέα κοινωνικά στρώματα και από την πλειονότητα αυτών που θα χαρακτηρίζαμε διανοουμένους.
Το νεοελληνικό πολιτικό σύστημα έχει αποτύχει και συνεπώς έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του. Το κυριώτερο έγκλημα που διέπραξε είναι που σκότωσε την ελπίδα και το όραμα των νέων ανθρώπων, των οποίων υποθήκευσε το μέλλον. Nέοι χωρίς ελπίδα, αισιοδοξία και όραμα σημαίνει βαρβαρότητα. Χρειάζεται λοιπόν επειγόντως να αλλάξει το σύστημα ριζικά, όχι επιφανειακά. Αν δεν αλλάξει τώρα δεν θ’ αλλάξει ποτέ, και θα βυθίσει στη μιζέρια κυρίως τα κατώτερα και μεσαία στρώματα. Διότι τα ανώτερα όπως πάντα έχουν τα μέσα και έχουν φροντίσει για τη διάσωσή τους και την άνετη επιβίωσή τους για πολλές γενιές, όπως έδειξαν οι μαζικές φυγές κεφαλαίων από τη χώρα τους τελευταίους μήνες. Η έξοδος από την κρίση διέρχεται από την είσοδο των ανθρώπων στην πολιτική σκηνή, την αυτοοργάνωσή τους και τον αυτοπροσδιορσμό τους. Κυρίως διέρχεται από την άμεση δημιουργία θεσμών, οι οποίοι θα αποδυναμώνουν τους κυρίαρχους μηχανισμούς κάθε είδους εξουσίας - κομματικής, οικονομικής, μιντιακής, εκκλησιαστικής, συνδικαλιστικής και πνευματικής. θα αποβλέπουν στην ανατροπή του υπάρχοντος σεσηπότος πολιτικού συστήματος και θα επιβάλουν τη συμμετοχή των ανθρώπων στις αποφάσεις, στη θέσπιση των νόμων, στην εξουσία και κυρίως στον δικαστικό έλεγχο της εξουσίας. Αν δεν υπάρξει αυτή τη στιγμή μία σειρά ουσιωδών θεσμικών αλλαγών τότε το τέλος είναι σίγουρα η χρεοκοπία, με όλες τις άσχημες και εφιαλτικές συνέπειες.
Χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος σημαίνει πρωτίστως χρεοκοπία του κομματικού συστήματος, όχι μόνο των δύο εναλλασσομένων κομμάτων στην εξουσία αλλά και της απόλυτης κυριαρχίας των κομμάτων εν γένει. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξει απεγκλωβισμός και απεξάρτηση από κομματικές ιδεολογίες και πρακτικές. Έτσι θα επανέλθει η ελπίδα και το όραμα, είναι ο μόνος τρόπος, είναι μονόδρομος. Συνεπώς, όσο περισσότερο παραμένουν στην εξουσία τα κόμματα, άρα και οι σοσιαληστές, τόσο περισσότερο οδηγούν τη χώρα στη βαρβαρότητα.
Πέμπτη 22 Απριλίου 2010
Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ
[Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Πολίτες", αρ. 6, Σεπτέμβριος 2009]
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
Η NEOΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ
Η σημερινή Ελλάς βρίσκεται σε άκρως απογοητευτική και θλιβερή κατάσταση. Διέρχεται μια προϊούσα κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική σήψη, στα πρόθυρα καταρρεύσεως. Τα στοιχεία που συντελούν σε αυτή τη διαπίστωση είναι πολλά: η γενικευμένη διαφθορά σε όλους τους τομείς, το ρουσφέτι, οι πελατειακές σχέσεις, η παραοικονομία, η υπερδιόγκωση του εξωτερικού χρέους, τα μεγάλα ελλείμματα του προϋπολογισμού, η καταλήστευση των δημοσίων ταμείων. ο άκρατος ατομικισμός, η ανυπαρξία συλλογικών αξιών και οραμάτων, η απουσία πνευματικής και δημοκρατικής παράδοσης, η τεράστια έλλειψη γενικής παιδείας και κουλτούρας. η αποσάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, του συστήματος υγείας, της περιβαλλοντικής μέριμνας, η έλλειψη σοβαρής πολιτικής για τους μετανάστες, η αποτυχία στην εξωτερική πολιτική, στην εσωτερική ασφάλεια και την προστασία της δημόσιας περιουσίας, η κατίσχυση των ιδιωτικών συμφερόντων εις βάρος του κοινού αγαθού, η ανυπαρξία απόδοσης δικαιοσύνης.
Η αιτία γι’ αυτήν την κρίσιμη κατάσταση δεν είναι η οικονομική κρίση του 2008, όπως λένε οι κυβερνώντες. Ούτε μόνο ο νεοφιλελευθερισμός και η παγκοσμιοποίηση. Οι αιτίες είναι βαθύτατα ελληνικές και εγγενείς στο νεοελληνικό σύστημα του βίου, του πολιτεύεσθαι, του σκέπτεσθαι και του πράττειν. Όσον αφορά το πολιτεύεσθαι, κύρια αιτία είναι η νεοελληνική εκδοχή του κοινοβουλευτισμού με το οιονεί μοναρχικό μοντέλο διακυβέρνησης στηριγμένο στον πρωθυπουργοκεντρισμό και τον αυταρχισμό, στην απουσία ουσιαστικού ελέγχου της εξουσίας, στην κομματοκρατία, στις διεφθαρμένες και ανίκανες διακυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών, στην πλήρη ιδιωτικοποίηση του δημοσίου και του πολιτικού χώρου.
Η κατάσταση αυτή κατανοείται ευκολότερα από μία απλή αναδρομή στη νεώτερη ιστορία της χώρας. Η Ελλάς είναι ιδιάζουσα βαλκανική ανατολική περίπτωση που δεν κατόρθωσε ποτέ να απαλλαγεί από το βυζαντινό και χριστιανο-ορθόδοξο παρελθόν. Ως εκ τούτου διαφοροποιείται σε ένα βασικό σημείο από τα άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη: ενώ στα τελευταία ο αρχηγός του κόμματος και μέλλων άτυπος μονάρχης εκλέγεται από ένα σχετικώς ευρύ πολιτικό φάσμα, αντιθέτως εν Ελλάδι ορίζεται αποκλειστικώς από τρεις οικογένειες-δυναστείες. Οι οικογένειες αυτές από τα μέσα του περασμένου αιώνα επί μία πεντηκονταετία δίνουν πρωθυπουργούς και υπουργούς – ενώ η πρωθυπουργία Σημίτη ήταν μια ενδιάμεση περίοδος, ένα είδος άτυπης αντιβασιλείας μέχρι να ενηλικιωθεί, να ωριμάσει και να αναδειχθεί ο διάδοχος της οικογένειας-δυναστείας. Είναι πολύ πιθανό ότι και στις επόμενες δεκαετίες η διακυβέρνηση θα περιέλθει σε κάποιον γόνο των οικογενειών-δυναστειών, αφού η προωθημένη έκφραση της κομματοκρατίας έχει προσλάβει στην Ελλάδα τη μορφή της οικογενειοκρατίας. Το γεγονός ότι τον πολιτικό βίο της χώρας λυμαίνονται επί μακρόν ορισμένες οικογένειες αναπαράγοντας τις ίδιες δομές, παραπέμπει σε ένα προπολιτικό στάδιο, στην περίοδο των αριστοκρατικών γενών.
H οικογενειοκρατική, προσωποπαγής και αρχηγική φύση των ελληνικών κομμάτων βρίσκεται στη ρίζα του νεποτισμού, της απύθμενης διαφθοράς και σήψης που μαστίζει τον πολιτικό και κρατικό τομέα σε όλα τα επίπεδα, όπως αποδεικνύεται και από τα οικονομικοπολιτικά σκάνδαλα των τελευταίων δεκαετιών, από την έλλειψη σοβαρού διαλόγου και την εξαθλίωση του πολιτικού λόγου.
Όμως η γενικευμένη εξαχρείωση και διαφθορά δεν είναι δυνατές χωρίς την αναλγησία και συνέργεια του κοινωνικού σώματος. Εν τέλει το πρόβλημα είναι κοινωνικό: η νεοελληνική κοινωνία νοσεί βαθύτατα, αφού εκδηλώνει ανικανότητα και απροθυμία αντιστάσεων στη φθορά και τη διαφθορά. Τα εθνικιστικά μυθεύματα και τα θρησκευτικά ιδεολογήματα, εμβαπτισμένα στον άκρατο λαϊκισμό, στη χαβούζα της τηλεόρασης, στα ποδοσφαιρικά, καλαθοσφαιρικά θεάματα και στην υποκρισία των πολιτικών, δικαστικών, πνευματικών, οικονομικών και εκκλησιαστικών στελεχών, έχουν τονίσει τον πατροπαράδοτο συντηρητισμό της νεοελληνικής κοινωνίας, έχουν υποσκάψει τις ηθικο-πνευματικές αντιστάσεις και λεηλατήσει την πολιτική συνείδηση των κοινωνικών στρωμάτων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανασχετικό παράγοντα στη φθορά. Το καταστροφικό αποτέλεσμα ήταν τα στρώματα αυτά αφοπλισμένα να παραδοθούν στους δημαγωγούς, τους πολιτικάντηδες, στους Χριστόδουλους και τους Εφραίμ, στους πάσης φύσεως ηθικολογούντες, εθνολογούντες και θεολογούντες κόλακες.
Η μόνη σημασία που αναγνωρίζουν οι νεοέλληνες χριστιανοί είναι το ατομικό συμφέρον, επιδιωκόμενο με οποιοδήποτε τρόπο και κόστος, ενδεδυμένο κατά το πλείστον με τα ιδεολογήματα του Έθνους και του Χριστιανισμού. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν προσδίδουν στη νεοελληνική κοινωνία έναν ουσιαστικό συνεκτικό ιστό, και την κατακερματίζουν σε φέουδα συμφερόντων - οικογενειακών, ιδιωτικών, κομματικών και θρησκευτικών – που συντηρούν την ανομία, τη διαπλοκή, την εξαγορά, το ηθικό και πολιτισμικό κενό. Δεν πρόκειται δηλαδή για κοινωνία αλλά για συναγέλασμα ατόμων και οικογενειών, ικανό για το χειρότερο. Στην νεοελληνική περίπτωση ισχύει κατά μείζονα λόγο αυτό που είπε ο J.-J. Rousseau: «Mόλις κάποιος πει για τις δημόσιες υποθέσεις: Τι με ενδιαφέρει; πρέπει αμέσως να σκεφθούμε ότι η κοινότητα έχει χαθεί».
Τα κόμματα εξουσίας δεν έχουν ριζοσπαστικές ιδέες και αξιόπιστες προτάσεις για έξοδο από την κρίση, είναι εγκλωβισμένα στην παραδοσιακή άσκηση της εξουσίας, το ρουσφέτι, τις πελατειακές σχέσεις, τις υποσχέσεις και την παροχολογία. Ούτε άλλωστε διαθέτουν πρόσωπα ικανά και αξιόπιστα για μεγάλες αποφάσεις. Επί πλέον τα κόμματα αυτά δεν αποτελούν λύση του προβλήματος, αποτελούν μέρος και αιτία του προβλήματος. Αποδείχθηκαν ανίκανα και διεφθαρμένα, είναι φορείς και αιτία της διαφθοράς. Το πολιτικό σύστημα που συγκροτήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες έχει αγγίσει τα όριά του, σέρνοντας εν πλήρει συνειδήσει τη χώρα στον γκρεμό. Τα παραδείγματα αφθονούν: η κατασπατάληση των πακέτων και δανείων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η μεγάλη απάτη του χρηματιστηρίου το 1999, η ανάληψη των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 και το μεγάλο φαγοπότι από τους μεγαλο-μεσαίους επιχειρηματίες, οι χαριστικές αντιμετωπίσεις των Τραπεζών, η χρησιμοποίηση των κρατικών ομολόγων προς όφελος των ιδιωτικών συμφερόντων, της κομματικής νομενκλατούρας και των γκόλντεν μπόυς κ.λπ.
Από την άλλη, τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς, σταλινικής και «ανανεωτικής», εμφανίζονται ανίκανα να προτείνουν λύση, να εμπνεύσουν ευρέα στρώματα της κοινωνίας, να συγκροτήσουν ένα όραμα που να πείθει τους ανθρώπους. Το αδιέξοδο και η ανικανότητά τoυς εκδηλώνονται αφ’ ενός στις εσωτερικές φατριαστικές και προσωπικές διενέξεις για την ανάδειξη στα εξουσιαστικά πόστα και σε θέσεις φιλέτα βουλευτών, και αφ’ ετέρου στην τελευταία οικονομική κρίση, κατά την οποία αμήχανα και μουδιασμένα ψελλίζουν παλαιές συνταγές περί επεμβάσεως του κράτους, περί εθνικοποιήσεων και κρατικοποιήσεων. Όμως οι παλαιές συνταγές του λεγόμενου σοσιαλισμού έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς και επιζήμιες, όταν το σύνολο των ανθρώπων δεν συμμετέχει στην εξουσία και στον έλεγχό της. Άλλωστε τις συνταγές αυτές τις εφαρμόζουν, μετά την οικονομική κρίση, με τον τρόπο τους, οι κυρίαρχες εξουσίες επιστρέφοντας στην κρατική παρέμβαση και τον κεϋνσιανισμό. Στα αιτήματα για εθνικοποίηση ή κρατικοποίηση, που ενέσκηψαν μετά την παγκόσμια κρίση, απουσιάζει εκκωφαντικά το θεμελιώδες αίτημα για δημοκρατικοποίηση.
Και εδώ έγκειται η ιστορική αποτυχία και το ιστορικό τέλος της υπαρκτής Αριστεράς.: είναι εγκλωβισμένη στα παλαιά ιδεολογήματα του 19ου και του 20ου αιώνα, τα οποία αν και απέτυχαν παταγωδώς, στοιχειώνουν ένα μεγάλο μέρος της. Όχι μόνο ο μαρξισμός και ο λενινισμός, ο σοσιαλισμός ή ο κομμουνισμός αλλά και ο τερατώδης σταλινισμός ανασύρονται ως ιδεολογικά όπλα.
Η χώρα χρειάζεται κάτι άλλο, μια νέα αρχή, η οποία δεν μπορεί να προέλθει από το σημερινό σεσηπός σύστημα. Για να υπάρξει πραγματική διέξοδος θα πρέπει να αλλάξουν ορισμένοι βασικοί θεσμοί, αξίες και πρακτικές που οδήγησαν σε αυτή την παρακμιακή κατάσταση. Αλλαγές τόσο στην πολιτική σκηνή όσο και στην κοινωνική. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει φαντασία, τόλμη, διαφωτισμός και άλλου είδους οργάνωση και δράση, από εναπομείναντα ίσως τμήματα που προσπαθούν να συγκροτήσουν εστίες αντιστάσεων. (Για περισσότερη ανάλυση και προϋποθέσεις για διέξοδο από την κρίση βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, 2009).
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
Η NEOΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ
Η σημερινή Ελλάς βρίσκεται σε άκρως απογοητευτική και θλιβερή κατάσταση. Διέρχεται μια προϊούσα κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική σήψη, στα πρόθυρα καταρρεύσεως. Τα στοιχεία που συντελούν σε αυτή τη διαπίστωση είναι πολλά: η γενικευμένη διαφθορά σε όλους τους τομείς, το ρουσφέτι, οι πελατειακές σχέσεις, η παραοικονομία, η υπερδιόγκωση του εξωτερικού χρέους, τα μεγάλα ελλείμματα του προϋπολογισμού, η καταλήστευση των δημοσίων ταμείων. ο άκρατος ατομικισμός, η ανυπαρξία συλλογικών αξιών και οραμάτων, η απουσία πνευματικής και δημοκρατικής παράδοσης, η τεράστια έλλειψη γενικής παιδείας και κουλτούρας. η αποσάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, του συστήματος υγείας, της περιβαλλοντικής μέριμνας, η έλλειψη σοβαρής πολιτικής για τους μετανάστες, η αποτυχία στην εξωτερική πολιτική, στην εσωτερική ασφάλεια και την προστασία της δημόσιας περιουσίας, η κατίσχυση των ιδιωτικών συμφερόντων εις βάρος του κοινού αγαθού, η ανυπαρξία απόδοσης δικαιοσύνης.
Η αιτία γι’ αυτήν την κρίσιμη κατάσταση δεν είναι η οικονομική κρίση του 2008, όπως λένε οι κυβερνώντες. Ούτε μόνο ο νεοφιλελευθερισμός και η παγκοσμιοποίηση. Οι αιτίες είναι βαθύτατα ελληνικές και εγγενείς στο νεοελληνικό σύστημα του βίου, του πολιτεύεσθαι, του σκέπτεσθαι και του πράττειν. Όσον αφορά το πολιτεύεσθαι, κύρια αιτία είναι η νεοελληνική εκδοχή του κοινοβουλευτισμού με το οιονεί μοναρχικό μοντέλο διακυβέρνησης στηριγμένο στον πρωθυπουργοκεντρισμό και τον αυταρχισμό, στην απουσία ουσιαστικού ελέγχου της εξουσίας, στην κομματοκρατία, στις διεφθαρμένες και ανίκανες διακυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών, στην πλήρη ιδιωτικοποίηση του δημοσίου και του πολιτικού χώρου.
Η κατάσταση αυτή κατανοείται ευκολότερα από μία απλή αναδρομή στη νεώτερη ιστορία της χώρας. Η Ελλάς είναι ιδιάζουσα βαλκανική ανατολική περίπτωση που δεν κατόρθωσε ποτέ να απαλλαγεί από το βυζαντινό και χριστιανο-ορθόδοξο παρελθόν. Ως εκ τούτου διαφοροποιείται σε ένα βασικό σημείο από τα άλλα δυτικοευρωπαϊκά κράτη: ενώ στα τελευταία ο αρχηγός του κόμματος και μέλλων άτυπος μονάρχης εκλέγεται από ένα σχετικώς ευρύ πολιτικό φάσμα, αντιθέτως εν Ελλάδι ορίζεται αποκλειστικώς από τρεις οικογένειες-δυναστείες. Οι οικογένειες αυτές από τα μέσα του περασμένου αιώνα επί μία πεντηκονταετία δίνουν πρωθυπουργούς και υπουργούς – ενώ η πρωθυπουργία Σημίτη ήταν μια ενδιάμεση περίοδος, ένα είδος άτυπης αντιβασιλείας μέχρι να ενηλικιωθεί, να ωριμάσει και να αναδειχθεί ο διάδοχος της οικογένειας-δυναστείας. Είναι πολύ πιθανό ότι και στις επόμενες δεκαετίες η διακυβέρνηση θα περιέλθει σε κάποιον γόνο των οικογενειών-δυναστειών, αφού η προωθημένη έκφραση της κομματοκρατίας έχει προσλάβει στην Ελλάδα τη μορφή της οικογενειοκρατίας. Το γεγονός ότι τον πολιτικό βίο της χώρας λυμαίνονται επί μακρόν ορισμένες οικογένειες αναπαράγοντας τις ίδιες δομές, παραπέμπει σε ένα προπολιτικό στάδιο, στην περίοδο των αριστοκρατικών γενών.
H οικογενειοκρατική, προσωποπαγής και αρχηγική φύση των ελληνικών κομμάτων βρίσκεται στη ρίζα του νεποτισμού, της απύθμενης διαφθοράς και σήψης που μαστίζει τον πολιτικό και κρατικό τομέα σε όλα τα επίπεδα, όπως αποδεικνύεται και από τα οικονομικοπολιτικά σκάνδαλα των τελευταίων δεκαετιών, από την έλλειψη σοβαρού διαλόγου και την εξαθλίωση του πολιτικού λόγου.
Όμως η γενικευμένη εξαχρείωση και διαφθορά δεν είναι δυνατές χωρίς την αναλγησία και συνέργεια του κοινωνικού σώματος. Εν τέλει το πρόβλημα είναι κοινωνικό: η νεοελληνική κοινωνία νοσεί βαθύτατα, αφού εκδηλώνει ανικανότητα και απροθυμία αντιστάσεων στη φθορά και τη διαφθορά. Τα εθνικιστικά μυθεύματα και τα θρησκευτικά ιδεολογήματα, εμβαπτισμένα στον άκρατο λαϊκισμό, στη χαβούζα της τηλεόρασης, στα ποδοσφαιρικά, καλαθοσφαιρικά θεάματα και στην υποκρισία των πολιτικών, δικαστικών, πνευματικών, οικονομικών και εκκλησιαστικών στελεχών, έχουν τονίσει τον πατροπαράδοτο συντηρητισμό της νεοελληνικής κοινωνίας, έχουν υποσκάψει τις ηθικο-πνευματικές αντιστάσεις και λεηλατήσει την πολιτική συνείδηση των κοινωνικών στρωμάτων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανασχετικό παράγοντα στη φθορά. Το καταστροφικό αποτέλεσμα ήταν τα στρώματα αυτά αφοπλισμένα να παραδοθούν στους δημαγωγούς, τους πολιτικάντηδες, στους Χριστόδουλους και τους Εφραίμ, στους πάσης φύσεως ηθικολογούντες, εθνολογούντες και θεολογούντες κόλακες.
Η μόνη σημασία που αναγνωρίζουν οι νεοέλληνες χριστιανοί είναι το ατομικό συμφέρον, επιδιωκόμενο με οποιοδήποτε τρόπο και κόστος, ενδεδυμένο κατά το πλείστον με τα ιδεολογήματα του Έθνους και του Χριστιανισμού. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν προσδίδουν στη νεοελληνική κοινωνία έναν ουσιαστικό συνεκτικό ιστό, και την κατακερματίζουν σε φέουδα συμφερόντων - οικογενειακών, ιδιωτικών, κομματικών και θρησκευτικών – που συντηρούν την ανομία, τη διαπλοκή, την εξαγορά, το ηθικό και πολιτισμικό κενό. Δεν πρόκειται δηλαδή για κοινωνία αλλά για συναγέλασμα ατόμων και οικογενειών, ικανό για το χειρότερο. Στην νεοελληνική περίπτωση ισχύει κατά μείζονα λόγο αυτό που είπε ο J.-J. Rousseau: «Mόλις κάποιος πει για τις δημόσιες υποθέσεις: Τι με ενδιαφέρει; πρέπει αμέσως να σκεφθούμε ότι η κοινότητα έχει χαθεί».
Τα κόμματα εξουσίας δεν έχουν ριζοσπαστικές ιδέες και αξιόπιστες προτάσεις για έξοδο από την κρίση, είναι εγκλωβισμένα στην παραδοσιακή άσκηση της εξουσίας, το ρουσφέτι, τις πελατειακές σχέσεις, τις υποσχέσεις και την παροχολογία. Ούτε άλλωστε διαθέτουν πρόσωπα ικανά και αξιόπιστα για μεγάλες αποφάσεις. Επί πλέον τα κόμματα αυτά δεν αποτελούν λύση του προβλήματος, αποτελούν μέρος και αιτία του προβλήματος. Αποδείχθηκαν ανίκανα και διεφθαρμένα, είναι φορείς και αιτία της διαφθοράς. Το πολιτικό σύστημα που συγκροτήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες έχει αγγίσει τα όριά του, σέρνοντας εν πλήρει συνειδήσει τη χώρα στον γκρεμό. Τα παραδείγματα αφθονούν: η κατασπατάληση των πακέτων και δανείων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η μεγάλη απάτη του χρηματιστηρίου το 1999, η ανάληψη των Ολυμπιακών αγώνων του 2004 και το μεγάλο φαγοπότι από τους μεγαλο-μεσαίους επιχειρηματίες, οι χαριστικές αντιμετωπίσεις των Τραπεζών, η χρησιμοποίηση των κρατικών ομολόγων προς όφελος των ιδιωτικών συμφερόντων, της κομματικής νομενκλατούρας και των γκόλντεν μπόυς κ.λπ.
Από την άλλη, τα κόμματα της παραδοσιακής Αριστεράς, σταλινικής και «ανανεωτικής», εμφανίζονται ανίκανα να προτείνουν λύση, να εμπνεύσουν ευρέα στρώματα της κοινωνίας, να συγκροτήσουν ένα όραμα που να πείθει τους ανθρώπους. Το αδιέξοδο και η ανικανότητά τoυς εκδηλώνονται αφ’ ενός στις εσωτερικές φατριαστικές και προσωπικές διενέξεις για την ανάδειξη στα εξουσιαστικά πόστα και σε θέσεις φιλέτα βουλευτών, και αφ’ ετέρου στην τελευταία οικονομική κρίση, κατά την οποία αμήχανα και μουδιασμένα ψελλίζουν παλαιές συνταγές περί επεμβάσεως του κράτους, περί εθνικοποιήσεων και κρατικοποιήσεων. Όμως οι παλαιές συνταγές του λεγόμενου σοσιαλισμού έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς και επιζήμιες, όταν το σύνολο των ανθρώπων δεν συμμετέχει στην εξουσία και στον έλεγχό της. Άλλωστε τις συνταγές αυτές τις εφαρμόζουν, μετά την οικονομική κρίση, με τον τρόπο τους, οι κυρίαρχες εξουσίες επιστρέφοντας στην κρατική παρέμβαση και τον κεϋνσιανισμό. Στα αιτήματα για εθνικοποίηση ή κρατικοποίηση, που ενέσκηψαν μετά την παγκόσμια κρίση, απουσιάζει εκκωφαντικά το θεμελιώδες αίτημα για δημοκρατικοποίηση.
Και εδώ έγκειται η ιστορική αποτυχία και το ιστορικό τέλος της υπαρκτής Αριστεράς.: είναι εγκλωβισμένη στα παλαιά ιδεολογήματα του 19ου και του 20ου αιώνα, τα οποία αν και απέτυχαν παταγωδώς, στοιχειώνουν ένα μεγάλο μέρος της. Όχι μόνο ο μαρξισμός και ο λενινισμός, ο σοσιαλισμός ή ο κομμουνισμός αλλά και ο τερατώδης σταλινισμός ανασύρονται ως ιδεολογικά όπλα.
Η χώρα χρειάζεται κάτι άλλο, μια νέα αρχή, η οποία δεν μπορεί να προέλθει από το σημερινό σεσηπός σύστημα. Για να υπάρξει πραγματική διέξοδος θα πρέπει να αλλάξουν ορισμένοι βασικοί θεσμοί, αξίες και πρακτικές που οδήγησαν σε αυτή την παρακμιακή κατάσταση. Αλλαγές τόσο στην πολιτική σκηνή όσο και στην κοινωνική. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει φαντασία, τόλμη, διαφωτισμός και άλλου είδους οργάνωση και δράση, από εναπομείναντα ίσως τμήματα που προσπαθούν να συγκροτήσουν εστίες αντιστάσεων. (Για περισσότερη ανάλυση και προϋποθέσεις για διέξοδο από την κρίση βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, 2009).
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)