[Δημοσιεύθηκε στο συλλογικό "Demokratie in Bewegung. Η
δημοκρατία σε κίνηση", έκδ. ΑΣΚΤ, Αθήνα 2009]
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Δρ Φιλοσοφίας
Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ
Aπό το φθινόπωρο του 2008, η ανθρωπότητα ζει μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία της: την κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού-οικονομικού συστήματος μετά από την πανθομολογούμενη αποτυχία της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Όμως η κρίση αυτή είναι βαθύτερη, είναι κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού και της ιδεολογίας του, αφού όπως αποδείχθηκε ο νεοφιλελευθερισμός είναι η αναγκαστική επέκταση ή το ανώτατο στάδιο του φιλελευθερισμού. Είναι κυρίως κρίση κοινωνική, κρίση δομών, αξιών και σημασιών. αφορά και το λεγόμενο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στη Δύση εδώ και δύο αιώνες. Αυτό διαπιστώνεται εδώ και μερικά χρόνια από πολλές πλευρές. οι διαγνώσεις και οι αιτιολογίες όμως ποικίλλουν αναλόγως της οπτικής του εκάστοτε ερευνητή.[1]
Από την άλλη παντού, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, σε βιβλία και στην τηλεόραση το πολίτευμα αυτό αποκαλείται δημοκρατία, ενίοτε συνοδευόμενη από ένα επίθετο αναλόγως της αρεσκείας εκάστου (αντιπροσωπευτική, έμμεση, αστική, κοινοβουλευτική, σύγχρονη κ.λπ). Μάλιστα ο πολύς Φ. Φουκουγιάμα το 1989, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, δήλωνε σε άπταιστο προφητικό στυλ το «τέλος της ιστορίας», γράφοντας χαρακτηριστικά τα εξής: «παρατηρούμε το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και την καθολικοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως τελικής μορφής της ανθρώπινης διακυβερνήσεως».
Eίναι όμως έτσι; Είναι τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες; Φιλελεύθερες, αντιπροσωπευτικές, κοινοβουλευτικές ή έμμεσες; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να εξετασθεί πρώτα τι είναι δημοκρατία. Για να διασαφηνισθεί αυτό θα πρέπει να δούμε συνοπτικώς τι ήταν η δημοκρατία όταν επινοήθηκε και δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στις αρχαιοελληνικές πόλεις, κυρίως στην Αθήνα, και όταν επίσης για πρώτη φορά οι άνθρωποι στοχάσθηκαν γύρω από τη δημοκρατία.
Η άμεση δημοκρατία
Αυτό που πρέπει πρωτίστως να τονισθεί είναι ότι η δημοκρατία δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά άπαξ δια παντός, αλλά βαθμιαία και σταδιακά από τους αγώνες του δήμου, των κατωτέρων στρωμάτων. είναι το αποτέλεσμα της ρητής συλλογικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Δημοκρατία σημαίνει κράτος του δήμου, κυριαρχία του δήμου, την πραγματική κυριαρχία των πολιτών και όχι των κομμάτων. Τα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως διαμορφώθηκαν στην αρχαία ελληνική δημοκρατία αποκλείουν την μεταβίβαση εξουσιών σε αντιπροσώπους, αφού ο δήμος είναι η κύρια πηγή όλων των εξουσιών και δεν αναγνωρίζει άλλη πηγή και αιτία της θέσμισης και του νόμου παρά μόνο τον εαυτό του (ἔδοξεν τῆ βουλῆ καὶ τῷ δήμῳ). Αυτό σημαίνει πραγματική συμμετοχή σε όλες τις μορφές της εξουσίας, κυβερνητική, δικαστική, νομοθετική, εκτελεστική. άμεση συμμετοχή όλων στη συζήτηση και τη διαμόρφωση των νόμων, στη λήψη των αποφάσεων.
Η συμμετοχή αυτή επιτυγχάνεται με δύο θεσμούς: πρώτον, την εκκλησία του δήμου που επιτρέπει την άμεση παρουσία όλων των πολιτών στη νομοθετική και κυβερνητική εξουσία. δεύτερον, την κλήρωσιν, η οποία επιτρέπει τη συμμετοχή στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Η συντριπτική πλειονότητα των αξιωματούχων (99,9%) ορίζεται με κλήρωση. Πράγματι, οι 6000 δικαστές της Ηλιαίας, οι 500 βουλευτές της Βουλής των Πεντακοσίων, οι εννέα άρχοντες και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι κληρώνονται. Οι άρχοντες για τους οποίους απαιτούνται ειδικές γνώσεις, πείρα και ικανότητες (στρατηγοί, ταμίαι κ.λπ) εκλέγονται δια χειροτονίας στην εκκλησία του δήμου. Όπως είναι εμφανές η κλήρωση είναι η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας ενώ οι εκλογές η ειδοποιός διαφορά της ολιγαρχίας, όπως αναγνωρίζει και ο Αριστοτέλης.[2]
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ουσιαστική ανεξαρτησία των τεσσάρων εξουσιών (κυβερνητικής, εκτελεστικής, δικαστικής, νομοθετικής) από τη στιγμή που ασκούνται από όλους τους πολίτες. Όπως επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης, στη δημοκρατία υπάρχει μια θεωρία, όχι του διαχωρισμού, αλλά της διασύνδεσης των εξουσιών, και σε μια μορφή που αποφεύγει τη σύγχρονη πολιτική φενάκη που γνωρίζουμε από τον 18ο αιώνα, με τον Λοκ και τον Μοντεσκιέ. Το σημαντικό και νευραλγικό όργανο της (άμεσης) δημοκρατίας είναι η απόδοση της δικαιοσύνης από όλους τους πολίτες και προς όλους τους πολίτες. Ουδείς εξαιρείται ούτε είναι υπεράνω υποψίας, υπεράνω του νόμου. Απαραίτητο προς τούτο στοιχείο είναι η ανεξαρτησία και η πραγματική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας, ο αποκλεισμός της δυνατότητας διαφθοράς ή εξαγοράς των δικαστών. Για να εξασφαλισθεί αυτή η απαίτηση δεν υπάρχει άλλος τρόπος από τη συλλογική συμμετοχή όλων των πολιτών στη δικαστική εξουσία, είτε μέσω της εκκλησίας του δήμου και της κληρωτής βουλής των Πεντακοσίων είτε μέσω κληρώσεως στα πολυμελή τμήματα της Ηλιαίας. Αυτή η αρχή εισάγεται για πρώτη φορά από τον Σόλωνα και παρέμεινε έκτοτε η σίγουρη και αδιαφιλονίκητη βάση της δημοκρατίας. Ακόμη και ο Αριστοτέλης, που επικρίνει τη δημοκρατία σε άλλα ζητήματα, αναγνωρίζει ότι η άσκηση της δικαστικής εξουσίας είναι απαραίτητο στοιχείο του πολίτη: «O πολίτης δεν ορίζεται με καλύτερο τρόπο παρά με τη συμμετοχή του στη δικαστική εξουσία και στις αρχές».[3]
Η συμμετοχή των πολιτών στη δικαστική εξουσία έχει ως αποτέλεσμα ότι όλες οι πράξεις της διοικήσεως και όλοι ανεξαιρέτως οι άρχοντες, αιρετοί και κληρωτοί, υφίστανται διαρκή έλεγχο (δοκιμασία, εύθυνα), δίνουν λόγο και λογαριασμό για τις πράξεις τους (λόγον διδόναι) και είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, η δε θητεία τους είναι ετήσια. Δηλαδή ο έλεγχος των αρχών είναι διαρκής και ουσιαστικός, πολιτικός και ποινικός. Οι αρχαίοι ήξεραν πολύ καλά αυτό που διατύπωσε τον 19ο αιώνα ο λόρδος Άκτον: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».
Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι η ελευθερία, που σημαίνει την άμεση εναλλαγή στην εξουσία όλων των πολιτών, και όχι των κομμάτων: «χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι το να άρχουν όλοι δι’ εναλλαγής».[4] Η ούτως εννοημένη και πραγματοποιημένη ελευθερία συνιστά και εξασφαλίζει την ισότητα των πολιτών. Η πολιτική ισότητα είναι απόλυτη για όλους τους πολίτες και δεν έρχεται σε αντίφαση με την ελευθερία, όπως υποστηρίζει η ιδεολογία του φιλελευθερισμού.
Η κοινωνική ζωή στη δημοκρατία ρυθμίζεται από κανόνες γενικής ισχύος, οι οποίοι συζητούνται και νομοθετούνται άμεσα από την κοινότητα, υφίσταται δηλαδή η κυριαρχία του γραπτού νόμου και όχι των ατόμων. Δεν υπάρχουν ιεραρχίες ούτε κράτος με την σημερινή έννοια, δηλαδή ένας μηχανισμός εξουσίας χωριστός από το σώμα της κοινωνίας και εφαρμοζόμενος επί της κοινωνίας. Δεν υπάρχουν οι «ειδικοί» της πολιτικής, οι επιστήμονες του Πλάτωνα, δεν υπάρχει επιστήμη της πολιτικής αλλά διαμάχη των δοξών. Όλες οι γνώμες μετρούν εξ ίσου και η πολιτική είναι υπόθεση όλων. Υπάρχει ένας ανοικτός δημόσιος χώρος που είναι πραγματικός δημόσιος, δεν είναι δηλαδή ιδιοκτησία κανενός, εντός του κυκλοφορούν και συζητούνται όλες οι σημαντικές πληροφορίες και λαμβάνονται άμεσα όλες οι κύριες αποφάσεις από τον δήμο. Η παρρησία και η ισηγορία επιτρέπει και επιβάλλει την ουσιαστική πολιτική διαμάχη – και όχι την διαστρεβλωμένη υπό τύπον θεάματος κομματική αντιδικία. Το μεγάλο πολιτικό μάθημα που μας προσφέρει η άμεση δημοκρατία είναι ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία ουδενός προσώπου και κόμματος, δεν ανήκει σε κανέναν, αλλά ασκείται και πρέπει να ασκείται από όλους τους πολίτες.
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα πολίτευμα, θεσμοί και διακυβέρνηση, αλλά και τρόπος του βίου. προϋποθέτει και συνεπάγεται μια ελεύθερη αντίληψη για τον πολίτη και τις σχέσεις του, για την κοινωνία γενικώτερα. Δημιουργεί άλλες καινούργιες αξίες, σημασίες που για πρώτη φορά στην ιστορία αναφέρονται στη συνεργασία, στην αλληλεγγύη, στη φιλία με την ουσιαστική έννοια της λέξεως (έρως), και τη δημιουργία σε όλους τους τομείς, που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός εκπληκτικού πολιτισμού που είναι διαρκής παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα (γλυπτική, αρχιτεκτονική, αγγειογραφία, ιστοριογραφία, ρητορική, τραγωδία, κωμωδία, φιλοσοφία, λόγος, δίκαιο, επιστήμη, ιατρική). Ο πολιτισμός αυτός είναι πολιτικός πολιτισμός, είναι δημιουργία της πόλεως και της δημοκρατίας. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία ο ανθρωπολογικός τύπος του πολιτικού ανθρώπου, του ανθρώπου που ασχολείται αυτοπροσώπως με πάθος με τα κοινά, την πολιτική και την εξουσία, που αναδεικνύει το ζήτημα της πολιτικής ελευθερίας ως το σημαντικώτερο της ανθρωπίνης υπάρξεως. Τη μέριμνα αυτή για το δημόσιο και κοινό συμφέρον - κοινοφιλής διάνοια με τους όρους του Αισχύλου - τονίζουν και εξυμνούν ο Σόλων, ο Περικλής, ο Πρωταγόρας, ο Δημόκριτος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Δημοσθένης.[5]
Tα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα
Είναι εμφανές ότι κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συναντάται στα σημερινά πολιτεύματα, πράγμα που σημαίνει ότι η (άμεση) δημοκρατία δεν έχει σχέση με τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Αρκεί μόνο να τονισθεί ότι τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα έχουν υποκαταστήσει την πολιτική έννοια της ελευθερίας – που, όπως είδαμε, στην άμεση δημοκρατία σημαίνει ισότιμη πραγματική συμμετοχή όλων των πολιτών στην εξουσία - με τις ατομικές ελευθερίες των δικαιωμάτων: ελευθερία της έκφρασης, ελευθερία του λόγου, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, της πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά αγαθά όπως η πληροφόρηση και η εκπαίδευση. Όμως και αυτά είναι δικαιώματα ευκαιριών και όχι αποτελεσμάτων, δηλαδή είναι θεωρητικές διακηρύξεις, μερικές και αμυντικές, οι οποίες σήμερα φαλκιδεύονται συνεχώς.
Στα σημερινά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα η ουσιαστική εξουσία σε όλες τις μορφές της - εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, κυβερνητική - ασκείται από τους ολίγους των κομμάτων εξουσίας και τους βουλευτές του κοινοβουλίου. Ὀλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται και οι νόμοι θεσπίζονται από τους ολίγους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα δικά τους συμφέροντα, των κομμάτων τους και των ισχυρών ανωτέρων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων.[6] Συνεπώς τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα είναι καθαρές ολιγαρχίες - φιλελεύθερες ολιγαρχίες τα αποκάλεσε ο Κ. Καστοριάδης.
Έτσι οι όροι αντιπροσωπευτική, έμμεση, κοινοβουλευτική δημοκρατία κ.λπ με τους οποίους ονομάζεται η σημερινή ολιγαρχία είναι όλοι ψευδείς και απατηλοί. Ο «γεωμετρικός τόπος» όλων αυτών των «δημοκρατιών» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανυπαρξία και η συγκάλυψη της αληθούς δημοκρατίας. Με τον τρόπο αυτό προσπαθούν oι πολιτικοί και οι θεωρητικοί να αποκρύψουν τον ολιγαρχικό χαρακτήρα των σημερινών κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων και το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπάρχει πουθενά στον σημερινό κόσμο. Έτσι συγκροτούν τον ισχυρό πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας – η ιδεολογία εννοείται εδώ όχι ως ένα απλό σύνολο ιδεών, αλλά με την έννοια της ψευδούς συνείδησης που ανέλυσε ο Μαρξ: ως ένα σύστημα ιδεών που προσφέρεται όχι για την κατανόηση αλλά για τη συγκάλυψη της πραγματικότητας. δηλαδή ένα σύστημα εννοιών με ακατοίκητες λέξεις, λέξεις χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς γείωση στην πραγματικότητα. Η ιδεολογία χαρακτηρίζεται από διχασμό ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, από ασυμφωνία ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Επομένως, η χρήση του όρου δημοκρατία, έστω και με την προσθήκη διαφόρων επιθέτων για τον προσδιορισμό των σημερινών κοινοβουλευτικών συστημάτων, από πολιτικούς, κόμματα και δημοσιογράφους αλλά και από πολιτειολόγους και θεωρητικούς, είναι εσφαλμένη και παραπλανητική. Όποιος συνεπώς θεωρεί και αποκαλεί τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες, συνοδευόμενες έστω με ένα επίθετο της αρεσκείας του, απατά ή απατάται, άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
Τελευταίως παράγεται ένας ακόμη πληθωρισμός του όρου δημοκρατία - με την προσθήκη επιθέτων όπως «συμμετοχική», «ισχυρή», «διαβουλευτική», «ηλεκτρονική» κ.ά. Όλα αυτά τα επίθετα προσφέρονται από τους εισηγητές τους για να δηλώσουν «πολιτεύματα» που αποτελούν βελτίωση ή υπέρβαση του υπάρχοντος κοινοβουλευτισμού. Στην καλύτερη περίπτωση στα «πολιτεύματα» αυτά oι εισηγητές τους ενσωματώνουν στοιχεία από την (άμεση) δημοκρατία, οπότε είναι εμφανές ότι τα καινοφανή επίθετα είναι περιττά και επιζήμια, διότι δημιουργούν συγχύσεις. Εξυπηρετούν μόνο την προσωπική ματαιοδοξία των εισηγητών τους. Δεν χρειάζονται καινούρια επίθετα για τη δημοκρατία. Το μόνο επίθετο που μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι «άμεση», αν και αυτό είναι πλεονασμός. Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση.
Αντιπροσώπευση και ολιγαρχία
Η ολιγαρχική δομή των σημερινών πολιτευμάτων στηρίζεται στην αντιπροσώπευση και στα κόμματα. H «αντιπροσώπευση» δημιουργεί μία «διαίρεση της πολιτικής εργασίας», διαίρεση σε κυριάρχους και κυριαρχουμένους, σε εξουσιάζοντες και εκτελεστές, σε αυτούς που αποφασίζουν και σε αυτούς που εκτελούν. Ο καταμερισμός αυτός επιτυγχάνεται με τις εκλογές. Ο Rousseau είναι από τους πρώτους μοντέρνους στοχαστές που το διαπίστωσε: «Υποστηρίζω ότι η κυριαρχία είναι η άσκηση της γενικής βούλησης, δεν μπορεί ποτέ να απαλλοτριωθεί, και ότι ο κυρίαρχος, ως συλλογική οντότητα, δεν είναι δυνατόν να αντιπροσωπευθεί παρά μονάχα από τον εαυτό του». «Η γενική βούληση δεν αντιπροσωπεύεται με κανένα τρόπο: υπάρχει είτε αυτή η ίδια ή κάτι άλλο. δεν υπάρχει μέσος όρος». Eπίσης: «Επειδή ο νόμος είναι η διακήρυξη της γενικής βούλησης είναι σαφές ότι στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας ο λαός δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται».
Ο Ρουσσώ έγραφε επίσης για τον λαό της Αγγλίας (διότι εκεί μόνο υπήρχε κοινοβούλιο και εκλογές στην εποχή του Ρουσσώ) ότι αυτός πιστεύει ότι είναι ελεύθερος αλλά απατάται οικτρώς διότι στην πραγματικότητα είναι ελεύθερος μόνο κατά την στιγμή που γίνονται οι εκλογές για την ανάδειξη του κοινοβουλίου. Μετά ο λαός χάνει την ελευθερία του, είναι δούλος, δεν είναι τίποτα. Ο Κ. Καστοριάδης συμπληρώνει ότι ούτε καν τη στιγμή των εκλογών είναι ελεύθερος, διότι η «εκλογή» του έχει δρομολογηθεί και σηματοδοτηθεί καθ’ όλο το διάστημα πριν από τις εκλογές, από την ιδεολογική κυριαρχία των κομμάτων και των αντιπροσώπων. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που ο λαός αναθέτει την εξουσία στους αντιπροσώπους, την χάνει. «Από τη στιγμή που κάποιος λαός αποκτήσει αντιπροσώπους δεν είναι πλέον ελεύθερος, ούτε υπάρχει». Πράγμα το οποίο ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι Αθηναίοι, γι’ αυτό δεν είχαν αντιπροσώπους και θεωρούσαν τις εκλογές χαρακτηριστικό της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας ενώ την κλήρωσιν χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Αυτή την ειδοποιό διαφορά της δημοκρατίας δέχεται επίσης ο Montesquieu και ο Rousseau. Οι εκλογές άλλωστε στην Αρχαία Ελλάδα δεν είχαν σχέση με την αντιπροσώπευση, αλλά με την εκλογή των καλυτέρων, των αρίστων, στα αξιώματα στα οποία απαιτούνταν ειδικές γνώσεις, ικανότητες και πείρα.
Η κριτική του Rousseau, συνεχίζεται από τον Καστοριάδη, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από την στιγμή κατά την οποία αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά». Κριτική στην αντιπροσώπευση έχουν ασκήσει και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς όπως λ.χ. ο B. Barber που υποστηρίζει ότι πρέπει να συμμετέχουν όσον το δυνατόν περισσότεροι στις αποφάσεις. Κατά συνέπεια, η «αντιπροσώπευση» είναι και στη θεωρία και στην πράξη, αλλοτρίωση της κυριαρχίας των ανθρώπων. Η αλλοτρίωση εννοείται υπό τη νομική έννοια του όρου απαλλοτρίωση: μεταβίβαση ιδιοκτησίας, μεταβίβαση δηλαδή κυριαρχίας από τους ψηφοφόρους προς τα κόμματα. Συνεπώς στα σύγχρονα πολιτεύματα, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση αποτελούν χαρακτηριστικά της ολιγαρχίας και όχι της δημοκρατίας.
Την κατάσταση αυτή είχαν διαγνώσει από τις αρχές του 20ου αιώνα ο R. Μichels και ο M. Ostrogorski,[7] οι οποίοι υπογράμμισαν την ολιγαρχική τάση των κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων που εκδηλώνεται μέσω των κομμάτων και της αντιπροσώπευσης. Ο δεύτερος, αναλύοντας τη λειτουργία των κομμάτων στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, διαπιστώνει την χειραγώγηση που αυτά ασκούν στους ανθρώπους, την προσφυγή τους στη διαφθορά, τη διαρκή επέκταση της επιρροής και της δύναμής τους, τον συνακόλουθο σφετερισμό της εξουσίας, τη συρρίκνωση των πρωτοβουλιών και των εξουσιών των ανθρώπων, την απίσχνανση του πολιτικού διαλόγου και του επιχειρήματος. Εν ολίγοις, o Ostrogorski, αναδεικνύει τη βασική αλήθεια ότι τα κόμματα αποβλέπουν στην ολιγαρχική οργάνωση της κοινωνίας, ότι είναι ξένα προς το δημοκρατικό πολίτευμα και εχθρικά προς την πολιτική συμμετοχή και την ισότητα.
Η αντιπροσώπευση οδηγεί έτσι στην αδράνεια και απομάκρυνση των ανθρώπων από τα πολιτικά πράγματα, με συνέπεια να μην υπάρχει έλεγχος της εξουσίας και αντίσταση στις «ολοκληρωτικές» τάσεις της ολιγαρχικής και αυταρχικής διακυβερνήσεως. Αυτό συμβαίνει επειδή βασικός αντικειμενικός σκοπός των κομμάτων είναι να εμποδίσουν τους ανθρώπους να ασχολούνται και να αποφασίζουν για τα προβλήματά τους και τα προβλήματα της κοινωνίας. Η γραφειοκρατικοποίηση και η κομματοκρατία επιφέρουν την παθητικοποίηση και τη δυσκολία επικοινωνίας των ανθρώπων, που με τη σειρά τους οδηγούν στην ιδιώτευση. H πίστη στα κόμματα και η εξάρτηση από τους «αντιπροσώπους» υπονομεύει και ακυρώνει την ικανότητα των ανθρώπων να βοηθήσουν τον εαυτό τους, να λύσουν τα προβλήματά τους. Δημιουργείται λοιπόν μιά ετερόνομη κατάσταση, που δεν επιτρέπει τη συμμετοχή στη θέσπιση των νόμων και στη λήψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινότητα, από τους ίδιους τους ανθρώπους, κατάσταση αντίθετη προς την αυτονομία και την αυτοκυβέρνηση.
Αυτή η θεσμισμένη και εσωτερικευμένη ετερονομία διαπιστώνεται και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα: «Η ρύθμιση που περιέχουν οι κανόνες δικαίου, είναι ετερόνομη. Δηλαδή η συμπεριφορά του ανθρώπου δεν προσδιορίζεται και δεν υπαγορεύεται από τους ίδιους αλλά επιβάλλεται από άλλη βούληση, δηλαδή από το δίκαιο το οποίο τίθεται από την κρατική εξουσία».[8] Εκφράζεται δε με πλήρη σαφήνεια στον καταστατικό χάρτη του πολιτεύματος, στο Σύνταγμα, το οποίο, σύμφωνα με έγκριτο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου «αποτελεί τη συμπυκνωμένη νομική έκφραση και αποτύπωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων».[9] Ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τα κόμματα, τους ισχυρούς και τους πλούσιους, δηλαδή τους ολίγους και όχι τους πολλούς. Την αλήθεια αυτή είχαν διατυπώσει οι Σοφιστές στην κλασική Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα: «το ισχύον δίκαιο σε μια κοινωνία εκφράζει το δίκαιο του ισχυροτέρου».[10] Αλήθεια που έκτοτε συγκαλύφθηκε με διάφορους τρόπους από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τους μοντέρνους θεωρητικούς του «κοινωνικού συμβολαίου». Ο D. Hume (1711-1776) άσκησε κριτική στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, και γράφει χαρακτηριστικά: «σχεδόν όλα τα πολιτεύματα που υπάρχουν σήμερα ή που μαρτυρούνται από κάποιο ιστορικό κείμενο, έχουν εξαρχής θεμελιωθεί είτε σε σφετερισμό [της εξουσίας] ή κατάκτηση, είτε και στα δύο, χωρίς κάποια πρόφαση μιας πρόθυμης συναίνεσης ή θεληματικής υποταγής του λαού».[11]
Αυτό συνεπώς που προέχει είναι η χειραφέτηση από την ολιγαρχική ιδεολογία, η αποδέσμευση από τη λογική των κομμάτων και των «αντιπροσώπων» και η συνακόλουθη προώθηση της συμμετοχής των ανθρώπων στις αποφάσεις και στη θέσπιση των νόμων, ο ουσιαστικός διαχωρισμός των εξουσιών και ο ενδελεχής έλεγχός τους. Επιβάλλεται κυρίως η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας με στελέχωσή της από τμήματα πολιτών. Με άλλα λόγια αυτό που πρέπει να τεθεί ως κύριο αίτημα είναι η συμμετοχή όλων στην εξουσία, υπό όλες τις μορφές της.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Εκτός της H. Arendt και του Κ. Καστοριάδη υπάρχουν και άλλοι μελετητές που πραγματεύονται την κρίση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όπως ο Lasch, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφ. Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, 1999. Του ιδίου, Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της δημοκρατίας, μτφ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2004. K. Κράουτς, Μεταδημοκρατία, μτφ. Α. Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006. Κυρ. Σιμόπουλος, Η διαφθορά της εξουσίας, Αθήνα 1992.
2. Πολιτικά, 4, 1294β9-11: δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς τὸ δ’ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν.
3.Αριστοτέλης Πολιτικά, 3, 1275a25.
4. Ἐλευθερίας ἕν μὲν τὸ ἐν μέρει ἄρχεσθαι καὶ ἄρχειν (Αριστοτέλης Πολιτικά 6, 1317b2-3).
5. Για περισσότερα περί άμεσης δημοκρατίας βλ. Οικονόμου Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Αθήνα, 2007, και φυσικά τα σχετικά κείμενα του Κ. Καστοριάδη.
6. Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.
7. Ostrogorski, La démocratie et les parties politiques (1903), Fayard, Paris, 1993.
8. Δ. Χριστοφιλόπουλος, Εισαγωγή στο δίκαιο, Αθήνα 1998, σ. 13.
9. Α. Μάνεσης, «Πολιτική κρίση και κρίση της πολιτικής», Το Βήμα, 29 Ιανουαρίου 1995, σ. 11.
10. Η φράση είναι του Θρασυμάχου, όπως αναφέρεται στην πλατωνική Πολιτεία (1, 338γ): φημὶ γὰρ ἐγὼ εἶναι τὸ δίκαιον οὐκ ἄλλο τί ἢ τὸ τοῦ κρείτονος συμφέρον. Bλ. και Spinoza, Πολιτική πραγματεία, κεφ. 2, 4.
11. «To πρωταρχικό συμβόλαιο», στο Δοκίμια, οικονομικά-ιστορικά-πολιτικοκοινωνικά, πρόλ.-μτφ.-σχόλ. Ε. Παπανούτσος, Παπαζήσης, Αθήνα, 1979, σ. 77. Επίσης σ. 79-80. Επίσης ο Spinoza ήταν κατά του κοινωνικού συμβολαίου.
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010
TO TEΛΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Πολίτες", αρ. 19 (Οκτώβριος 2010) και αρ. 20 (Νοέμβριος 2010)
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
«Kαι τα οράματα σαν παροράματα»
Tάκης Παυλοστάθης
I
Ενώ η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος ξέσπασε το 2008, η κρίση της Αριστεράς είναι πολύ παλαιότερη, ήδη από την δεκαετία του ’50. Στην Ελλάδα η κρίση αυτή αρχίζει επισήμως από το 1944 με τα Δεκεμβριανά και συνεχίζεται αμείωτη μέχρι σήμερα, αλλάζοντας μορφές και σχήματα. Αν και ορισμένα τμήματά της συνειδητοποιούν την κρίση αυτή εν τούτοις δεν θέτουν το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων. Παραμένουν εγκλωβισμένα σε πεπαλαιωμένες ιδεολογίες που αποδείχθηκαν ψευδαισθήσεις και την οδήγησαν σε αδιέξοδα και καταστρεπτικά αποτελέσματα. Μετά, και με αφορμή, την παγκόσμια οικονομική κρίση που διέρχεται ο δυτικός κόσμος, οι ιδεολογίες αυτές επανέρχονται και σήμερα σε ορισμένους χώρους της Αριστεράς, και έχουν ως βάση κυρίως τις ιδέες του μαρξισμού, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και μιας νεφελώδους ιδέας περί κατακτήσεως της εξουσίας.
Μάλιστα μιντιακοί διανοούμενοι, τους οποίους προβάλλει η Αριστερά, όπως ο Α. Βadiou, πρώην μαοϊκός και υποστηρικτής του αιμοσταγούς καθεστώτος Πολ Ποτ στην Καμπότζη, και ο S. Zizek, λακανικός θαυμαστής της «επαναστατικής τρομοκρατίας» του Ροβεσπιέρου και του Λένιν, κηρύσσουν ότι «ο κομμουνισμός είναι μια αιώνια ιδέα». Αλλά ο κομμουνισμός δεν είναι αιώνια ιδέα, γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και πέθανε στη Ρωσσία το 1917, με τον σφετερισμό της εξουσίας των σοβιέτ από τον Λένιν και τους μπολσεβίκους – τους μετέπειτα κομμουνιστές. Οι τόποι στους οποίους μπορεί να διαπιστωθεί ο θάνατός του είναι αρκετοί: Κίνα, B. Κορέα, Κούβα, κυρίως Βιετνάμ, Καμπότζη, , Αλβανία, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, στις οποίες εξέπνευσε και τυπικώς το 1989. Στην Ελλάδα η ιδέα του κομμουνισμού εξέπνευσε πιο νωρίς, το 1949.
Η αποτυχία της Αριστεράς και η συνακόλουθη κρίση της οφείλονται σε ένα σύνολο αντιλήψεων και νοοτροπιών, η εκκόλαψη των οποίων έγινε στον 19ο αιώνα, και έχουν τις ρίζες τους στην ίδια τη θεωρία του Μαρξ. Μεταξύ τών λανθασμένων αντιλήψεων είναι η πίστη ότι μόνη της η Αριστερά θα πραγματοποιήσει την αλλαγή του κοινωνικού καθεστώτος, χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας τόσο στην προετοιμασία της αλλαγής όσο και στην μετέπειτα πορεία του καθεστώτος - δηλαδή η επιμονή της και η εμμονή της στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας από μια «πρωτοπόρα» μειοψηφία πάση θυσία με κάθε μέσον, με όπλα, με εμφύλιο ή με πραξικόπημα. Επίσης, σημαντικός αρνητικός παράγοντας υπήρξε ο δογματισμός που στηρίζεται στην ψευδαίσθηση της σωστής θεωρίας, του μαρξισμού-λενινισμού. Επί πλέον, η κατάργηση κάθε αντιπολίτευσης και γενικώς κάθε διαφορετικής γνώμης - στις χώρες όπου επεκράτησε -, η απουσία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ατομικών ελευθεριών με κορύφωμα την τερατώδη περίοδο του σταλινισμού με τις εκκαθαριστικές «δίκες της Μόσχας», με τα στρατόπεδα εξορίας (Γκουλάγκ), τις φυλακίσεις, με τα βασανιστήρια, τα ψυχιατρεία, τις δολοφονίες.
Η πολύμορφη και πολυδιασπασμένη ελληνική Αριστερά δεν εννοεί να δεχθεί τον θάνατο του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού. Χρησιμοποιεί επί πλέον τον ακατάλληλο και παραπλανητικό όρο «υπαρκτός σοσιαλισμός», ενώ ο σωστός θα ήταν «υπαρκτός σταλινισμός» ή «υπαρκτός ολοκληρωτισμός». Δεν εννοεί να καταλάβει και δεν θέλει να θρηνήσει τον θάνατο του πατέρα και να ενηλικιωθεί. Έχει αγκιστρωθεί με θρησκευτικό ζήλο σε μία ιδέα και πορεύεται στον ήδη σηματοδοτημένο αδιέξοδο δρόμο. Φυσικά το τέλος του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού καθώς και το τέλος της παραδοσιακής Αριστεράς δεν σημαίνουν το τέλος της ιστορίας. Απλώς σημαίνουν την παραδοχή ότι μία εποχή πέρασε ανεπιστρεπτί και μία άλλη έχει αρχίσει.
Όμως η Αριστερά φαίνεται ανίκανη να παραδεχθεί ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Να παραδεχθεί την αποτυχία της, την αποτυχία των ιδεολογημάτων και τακτικών που πίστεψε ότι ήταν η σωτήρια οδός της απελευθέρωσης. Να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχουν μοναδικές αλήθειες και αλάνθαστες θεωρίες περιβεβλημένες τον χιτώνα της επιστήμης, δεν υπάρχει «επιστημονικός σοσιαλισμός ή κομμουνισμός», δεν υπάρχουν αλάνθαστοι οδηγοί φιλόσοφοι, οικονομολόγοι ή ινστρούκτορες, δεν υπάρχουν θέσφατα και ιερά κείμενα, δεν υπάρχουν αδήριτοι νόμοι της ιστορίας και της κοινωνίας που οδηγούν στην αταξική κοινωνία, δεν υπάρχει και ούτε θα υπάρξει το αλάνθαστο πρωτοποριακό λενινιστικό κόμμα που θα ηγηθεί κάποιας «προλεταριακής» ή «λαϊκής» επανάστασης. Να παραδεχθεί κυρίως ότι δημιουργοί και φορείς των δημοκρατικών αλλαγών στην Ιστορία είναι οι άνθρωποι και η κοινωνία ως σύνολο, και όχι μειοψηφίες, κόμματα ή ιστορικές νομοτέλειες και οικονομικές αναγκαιότητες.
Να παραδεχθεί, τέλος, ότι ο εμφύλιος και η ήττα της στην Ελλάδα, αποτέλεσμα του ζαχαριαδισμού και του σταλινισμού του ΚΚΕ, σηματοδότησαν την αρχή μεγάλων δεινών για τους αριστερούς αλλά και την ελληνική κοινωνία. Το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου δείχνει με εκπληκτικό τρόπο την ολέθρια και άνευ νοήματος πορεία της ελληνικής Αριστεράς. Η διαπίστωση αυτή δεν απαλλάσσει ούτε αποενοχοποιεί την άλλη πλευρά και τις δικές της τεράστιες ευθύνες. Ούτε επίσης αγνοεί τους αγώνες των αριστερών και τις απάνθρωπες ταλαιπωρίες και μακροχρόνιες διώξεις τους. Θέλει απλώς να υπενθυμίσει και να τονίσει ότι οι πληγές του φοβερότερου γεγονότος της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, του εμφυλίου πολέμου 1944-45 και 1946-49, δεν έχουν κλείσει ακόμη και συνεπώς τα συνθήματα υπέρ του κομμουνισμού, από ορισμένες πλευρές, είναι, στην κυριολεξία, εκτός τόπου και χρόνου.
II
Είναι λοιπόν απογοητευτικό το γεγονός ότι σήμερα στις πρωτοβουλίες που οργανώνονται από χώρους της Αριστεράς, σε δύσκολες εποχές κρίσεως και βαρβαρότητας του «Μνημονίου», δεν ξεκαθαρίζονται ορισμένα βασικά στοιχεία, όπως λ.χ. ποιο είναι το εύρος της Αριστεράς: ποιους περιλαμβάνει, ποιες οργανώσεις και ποια κόμματα, ποιες αρχές και αντιλήψεις. Δεν είναι σαφές αν αποκλείονται ιδέες και πρακτικές που αμαύρωσαν και ακύρωσαν τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες οδηγώντας τους σε αδιέξοδο. Συγκεκριμένα δεν είναι σαφές αν διαχωρίζονται οι πρωτοβουλίες αυτές από το ΚΚΕ και τις αριστερίστικες οργανώσεις που επικαλούνται αφ’ενός τον Στάλιν, τον Μάο και τον Κάστρο ως σημαντικούς ηγέτες με θετικό πρόσημο και αφ’ ετέρου θέτουν ως απώτερο στόχο τον κομμουνισμό. Από τη στιγμή που δεν γίνονται αυτοί οι διαχωρισμοί, ακυρώνεται οποιαδήποτε καλή πρόθεση των πρωτοβουλιών αυτών, αποδυναμώνεται το εγχείρημα, και επί πλέον εξωραΐζονται το ΚΚΕ και τα σταλινικά γκρουπούσκουλα.
Δεν είναι δυνατόν να ανοίξουν προοπτικές για το μέλλον με ιδέες και σύμβολα του αρνητικού παρελθόντος που θυμίζουν τις μελανότερες σελίδες της ανελευθερίας, της μονολιθικότητας, του δογματισμού και του αντιανθρωπισμού. Στο πλαίσιο αυτό είναι λανθασμένο και απροσανατολιστικό το σύνθημα, που προβάλλει ο χώρος του ΣΥΝ, «Ενότητα της Αριστεράς», στην οποία περιλαμβάνει και το ΚΚΕ. Όμως αυτό σνομπάρει επιδεικτικώς τον ΣΥΝ και την «ενότητα». δεν είναι τυχαίο άλλωστε που η μόνη συνεργασία την οποία έχει κάνει το ΚΚΕ είναι με πρόσωπα οπαδούς του λαϊκισμού, του εθνικισμού, του χριστιανισμού και του ...Παναθηναϊκού.
Ίσως η επιμονή στην «ενότητα» εκ μέρους ΣΥΝ να οφείλεται στο γεγονός ότι αρκετά ηγετικά στελέχη και μέλη του προέρχονται από τον χώρο του ΚΚΕ και δεν εννοούν να κόψουν τον ομφάλιο λώρο. Θα πρέπει να σημειωθεί το ανησυχητικό φαινόμενο ότι ουδείς από τους πρώην Κνίτες και προσχωρήσαντες στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει τη δημόσια αυτοκριτική του. Απλώς έφυγαν από ένα κόμμα και προσχώρησαν σε ένα άλλο, σαν να έφυγαν από ένα κατάστημα και πήγαν σε ένα άλλο. Αυτό που ενδιαφέρει την ευρύτερη κοινότητα στις περιπτώσεις αυτές είναι οι πολιτικοί λόγοι της αποχώρησης, που αφορούν στον τρόπο λειτουργίας του κόμματος, στις θέσεις του, στον αυταρχισμό του εκφρασμένο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κ.λπ. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι καθόλου τυχαίο που δύο από τους πρώην προέδρους του ΣΥΝ προσεχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ, ο τρίτος έγινε πρόεδρος του Παναθηναϊκού, ο τέταρτος βρίσκεται σε αντίθεση με τον νυν και οραματίζεται ένα νέο ΕΑΜ, και ο νυν εκθειάζει τον Μάο και τον κομμουνισμό. Όλα αυτά και άλλα πολλά είναι ενδείξεις μεγάλης συγχύσεως, ασαφούς στίγματος και ελλείψεως εναλλακτικών προτάσεων για το μέλλον.
Είναι επίσης απογοητευτικό το γεγονός ότι σε κείμενο πρωτοβουλίας κατά του «Μνημονίου» τίθεται ως στρατηγικός στόχος η «υπέρβαση του καπιταλισμού» και ο σοσιαλισμός: «η δομική κρίση του καπιταλισμού θέτει επί τάπητος τον στρατηγικό στόχο της σοσιαλιστικής εναλλακτικής». Εδώ η αριστερή φαντασίωση επανεμφανίζεται και προκαθορίζει εξ ορισμού και ασυζητητί τον στόχο. Ουδείς εξηγεί τι σημαίνει σοσιαλισμός σήμερα στον 21ο αιώνα. θεωρείται δεδομένος και γνωστός, αξίωμα αναμφισβήτητο. Βεβαίως δεν αναμένονται καλλιγραφίες από το σταλινικό ΚΚΕ, που επαγγέλλεται και αυτό τον σοσιαλισμό, αλλά ορισμένες πτυχές της Αριστεράς θα μπορούσαν να επιδείξουν περισσότερη σαφήνεια, ευθύνη και διερώτηση.
Ποιος θέτει λοιπόν τον στόχο αυτόν του σοσιαλισμού; Ασφαλώς οι άνθρωποι που πήραν αυτή την πρωτοβουλία και έγραψαν αυτό το κείμενο και ορισμένοι άλλοι που θα συμφωνήσουν. Γιατί όμως η «δομική κρίση του καπιταλισμού» δεν θέτει και κάποιον άλλο στόχο; Αυτό δεν το εξηγούν, αλλά είναι προφανές ότι αυτοί οι ίδιοι αποφάσισαν αυτόν τον στόχο και θέλουν να τον επιβάλλουν ως αντικειμενικό και μοναδικό, ως ιστορική αναγκαιότητα. Ιδού μία από τις καταγωγικές αδυναμίες της Αριστεράς: τα αξιώματα, τα δόγματα, τα δεδομένα χωρίς αναζήτηση και προβληματισμό, χωρίς επιχειρήματα, πειστικές αναλύσεις και στοχαστικές προσαρμογές. Έτσι όμως Αριστερά οδηγείται σε θεωρητική οκνηρία και πνευματικό εφησυχασμό, τα οποία νομίζει ότι αναπληρώνει με τη σοσιαλιστική ή την αντικαπιταλιστική συνθηματολογία, με το λαϊκισμό, την άκριτη υιοθέτηση οποιουδήποτε αιτήματος οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας και τον αντικυβερνητικό ακτιβισμό. Το «Μνημόνιο» ή το σεσηπός πολιτικό καθεστώς δεν θα καταρρεύσουν με πορείες, συνθήματα, πλακάτ και εκτονωτικούς περιπάτους στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Κατά συνέπεια οι πρωτοβουλίες που διέπονται από αυτή τη λογική οδηγούνται σε αδιέξοδο, δεν έχουν δυναμική και προοπτικές, δεν βλέπουν στο μέλλον, αλλά στο παρελθόν. (Συζήτηση για τα ζητήματα αυτά υπάρχει επίσης στο Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, εκδ. Παπαζήση, 2009).
III
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά την άγνοια και την απεμπόληση εκ μέρους της Αριστεράς κάθε τι δημοκρατικού, την ολοσχερή απουσία της δημοκρατίας από τους χώρους της. Η Αριστερά στο σύνολό της έχει διαταραγμένη σχέση με τη δημοκρατία. Εδώ βρίσκεται η εστία της αποτυχίας της και της κρίσης, που εκδηλώνονται με την εκκωφαντική απουσία μίας νέας φυσιογνωμίας, ενός νέου στόχου και προγράμματος, και κυρίως μιας άλλης νοοτροπίας και αντιλήψεως. Φαίνεται ότι είναι αδύνατο για την Αριστερά να συνάψει σχέσεις με τη δημοκρατία, διότι δεν την διδάχθηκε ποτέ, δεν την γνωρίζει και ούτε εκδηλώνει διάθεση να την γνωρίσει.
Με τον όρο δημοκρατία δεν εννοώ το σημερινό αντιπροσωπευτικό πολίτευμα των δυτικών χωρών που ονομάζεται «αντιπροσωπευτική ή κοινοβουλευτική δημοκρατία», το οποίο και η ίδια η Αριστερά αποκαλεί με τους ίδιους όρους ή με τον όρο «αστική δημοκρατία». Όμως το κοινοβουλευτικό πολίτευμα δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία, είναι καθαρή ολιγαρχία. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης το αποκάλεσε φιλελεύθερη ολιγαρχία. Πράγματι, οι ολίγοι των κομμάτων λαμβάνουν τις αποφάσεις, θεσπίζουν τους νόμους και ασκούν κάθε είδος ρητής εξουσίας χωρίς κανένα έλεγχο. Επί πλέον η πολιτική ολιγαρχία αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των ολίγων οικονομικώς ισχυρών, όπως έδειξε η πρόσφατη οικονομική κρίση - και όχι των πολλών, όπως συνήθως διακηρύσσεται. Οι πολλοί δεν συμμετείχαν ποτέ και ούτε συμμετέχουν σε καμία απόφαση και σε καμία εξουσία. απλώς ψηφίζουν κάθε τέσσερα έτη το κόμμα το οποίο αποφασίζει και νομοθετεί ερήμην τους, ενώ αυτοί υπακούουν και εκτελούν.
Με τον όρο δημοκρατία, εννοώ την άμεση δημοκρατία, το πολίτευμα που αναδύθηκε στην Αθήνα στο τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα και εξελίχθηκε κατά τον 5ο και 4ο αιώνα. Τα βασικά χαρακτηριστικά του ήταν η άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική εξουσία και στον ουσιαστικό και ενδελεχή έλεγχο κάθε εξουσίας. Όλοι οι πολίτες ασκούσαν την εξουσία υπό όλες τις μορφές της (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική) άμεσα, αυτοπροσώπως, χωρίς δηλαδή αντιπροσώπους και κόμματα. Είναι το μόνο πολίτευμα στο οποίο υπήρξε πραγματική κυριαρχία των πολιτών, και δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ονομάζεται καταχρηστικώς «λαϊκή κυριαρχία» στα σημερινά πολιτεύματα. Το δημοκρατικό πολίτευμα δεν είναι μόνο θεσμοί, διαδικασίες και νόμοι. προϋποθέτει δημοκρατική κοινωνία και δημοκρατικά άτομα. Χρειάζεται ο τύπος του πολιτικού ανθρώπου που ασχολείται με πάθος και εγρήγορση με τα κοινά, με τις κοινές υποθέσεις και δεν τις αναθέτει σε «αντιπροσώπους», κόμματα και ιδεολογίες. (Για περισσότερα βλ. σχετικά έργα του Κ. Καστοριάδη και Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, εκδ. Παπαζήση, 2007).
Φυσικά δεν πιστεύω ότι το πολίτευμα αυτό πρέπει να χρησιμεύσει ως μοντέλο για εφαρμογή στις σημερινές συνθήκες, αλλά νομίζω ότι οι ιδέες, οι αντιλήψεις και οι πρακτικές του μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία για στοχασμό και πράξη. Μετά την αποτυχία όλων των άλλων πρακτικών είναι η μόνη λύση. Εάν ένα μελλοντικό κίνημα αλλαγής δεν έχει ως μέσον και ως στόχο την άμεση συμμετοχή όλων των ανθρώπων, την αυτοκυβέρνηση, την αυτονομία, είναι εξ ορισμού αποτυχημένο. Γι’ αυτόν τον λόγο απέτυχαν οικτρώς τα σοσιαλιστικά και τα κομμουνιστικά καθεστώτα, γι’ αυτόν τον λόγο απέτυχε κάθε είδους Αριστερά: το κόμμα και η γραφειοκρατία είναι εχθροί της δημοκρατίας.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλες σχεδόν οι γνήσιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις που έγιναν στην Ιστορία κατά της καθεστηκυίας τάξεως στηρίχθηκαν στην άμεση συμμετοχή των ανθρώπων, στον αυτοκαθορισμό και την αυτοοργάνωσή τους: συνελεύσεις πολιτών στην αμερικανική επανάσταση του 1776, sections de Paris στην γαλλική επανάσταση του 1789, η κομμούνα του 1871 στο Παρίσι, τα σοβιέτ του 1905 και 1917 στη Ρωσία - πριν τα εξουδετερώσουν οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν -, η ουγγρική εξέγερση το 1956, τα κινήματα αμφισβήτησης σε όλο τον κόσμο της δεκαετίας του ’60 και κυρίως ο Μάης του ’68 στη Γαλλία, το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα της περιόδου 1972-73 με κορύφωση την εξέγερση και την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973 στην Αθήνα. Το γεγονός ότι εκεί όπου ορισμένες από αυτές τις εξεγέρσεις επεκράτησαν και δεν ευοδώθηκαν, οφείλεται και στο ότι επενέβησαν κόμματα και ομάδες που κατάφεραν να σφετερισθούν την εξουσία των πολλών, να ποδηγετήσουν τη βούλησή τους και να επιβάλουν, με βία και τρομοκρατία, την κομματική γραφειοκρατία και δικτατορία, την οποία ονόμασαν σοσιαλισμό, κομμουνισμό ή λαϊκή δημοκρατία.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, όπως και αρκετοί άλλοι, άσκησε δριμεία κριτική στα καθεστώτα αυτά, στην ιδεολογία τους, τον λενινισμό, αλλά και τον μαρξισμό. Έδειξε ήδη από τη δεκαετία του ’50 το άτοπο του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Αποτελεί συνεπώς ένδειξη συγχύσεως και αποπροσανατολισμού το γεγονός ότι τα περισσότερα κόμματα και οργανώσεις (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ποικίλες αριστερές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις) δηλώνουν υπέρμαχοι του σοσιαλισμού και, οι περισσότεροι, του κοινοβουλευτισμού, δηλαδή καθεστώτων εχθρικών προς την (άμεση) δημοκρατία, ενώ ουδείς κάνει λόγο γι’ αυτήν. Παρουσιάζεται δηλαδή το παράδοξο γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, εκτός της ΝΔ και του ΛΑΟΣ, να είναι υπέρ του «σοσιαλισμού», αλλά ο «σοσιαλισμός» να μην προσεγγίζεται ούτε σπιθαμή. Αυτή η κατάσταση ενώ θα έπρεπε να είναι αιτία προβληματισμού, εν τούτοις ουδόλως απασχολεί τα στελέχη και τους διανοουμένους της Αριστεράς.
Το διακύβευμα λοιπόν του μέλλοντος δεν είναι ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός, αλλά η άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στον ουσιαστικό και ενδελεχή έλεγχο κάθε ρητής εξουσίας. Χωρίς αλλαγή πλεύσεως και ενσωμάτωση της (άμεσης) δημοκρατίας στα αιτήματα, στους στόχους, στην όλη οργάνωση και αντίληψη, οποιοδήποτε κίνημα είναι καταδικασμένο στην αποτυχία. Για να επιτευχθεί όμως η αλλαγή αυτή πρέπει να γίνει απεγκλωβισμός, απεξάρτηση και ανεξαρτησία από κάθε είδους Αριστερά, η οποία, δέσμια ξεθυμασμένων ιδεολογημάτων και πρακτικών, είναι μοιραίο να επαναλαμβάνει φαύλους κύκλους και σισύφειες προσπάθειες, να εγκλωβίζεται σε ομφαλοσκοπήσεις και εσωστρέφειες, να εξαντλείται σε προσωπικά συμφέροντα, κομματικά και βουλευτικά οφίτσια, σε ανελέητες «σφαγές» για την εξουσία - όπως γίνεται δηλαδή εδώ και ένα αιώνα. Οι αδυναμίες αυτές, και άλλες πολλές, αποτελούν άλλωστε και μία από τις αιτίες που ο κόσμος, παρά την πρωτοφανή σημερινή γενική κρίση, δεν την ακολουθεί. Ακόμη μία φορά η Αριστερά αποδεικνύεται εντελώς γυμνή και ανίκανη να εμπνεύσει, όχι μόνο όραμα, αλλά και κάποια σημαντική απάντηση στην μεγάλη οπισθοδρόμηση που διέρχεται η κοινωνία. Σε τελική ανάλυση η γενικευμένη κρίση που μαστίζει τον κόσμο, και όλως ιδιαιτέρως την Ελλάδα, αναδεικνύει και την οργανωτική, θεωρητική, πολιτική - δηλαδή την υπαρξιακή - κρίση και ένδεια της Αριστεράς.
Αυτό όμως σημαίνει το τέλος της Αριστεράς, όλων των τάσεων και ρευμάτων - το τέλος μιας αντίληψης για την πολιτική και την κοινωνική αλλαγή που εκ των πραγμάτων είναι αναποτελεσματική και αντιδημοκρατική. Ακόμη και ο ίδιος όρος «Αριστερά» είναι παρωχημένος, προβληματικός, και επί πλέον ανασχετικός παράγοντας στο δρόμο προς αναζήτηση μιας άλλης δημιουργικής αντίληψης. Οι σημερινές συνθήκες χρειάζονται άλλη νοοτροπία, απαιτούν άλλο τρόπο ύπαρξης, σκέψης και δράσης, άλλες ιδέες και πρακτικές, που θα εμπνέονται και θα εκκινούν από την αυτοδιεύθυνση και τον αυτοπροσδιορισμό, θα προσανατολίζονται και θα καταλήγουν στην αυτοσυγκρότηση και την αυτοοργάνωση, θα έχουν ως μέσο και ως σκοπό την αυτοκυβέρνηση, την (άμεση) δημοκρατία. Αυτόν τον προσανατολισμό δεν μπορεί να τον προσφέρει η παραδοσιακή Αριστερά λόγω της φύσεώς της και της ιστορίας της, λόγω της αντιθέσεώς της προς τον αντιγραφειοκρατικό και άμεσο χαρακτήρα της δημοκρατίας, λόγω του ότι βρίσκεται σε αγεφύρωτη αντίθεση με την αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων. Ο δημοκρατικός δρόμος διέρχεται λοιπόν έξω από τους χώρους της Αριστεράς και εναντίον της, την αμφισβητεί στα βασικά ιδεολογικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντά της, την καθιστά άχρηστη και περιττή. Ως εκ τούτου το δημοκρατικό κίνημα θα την βρει απέναντί του, και ιδίως την σταλινική, η οποία, όπως κάθε εξουσία, δεν θα εγκαταλείψει αμαχητί.
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
«Kαι τα οράματα σαν παροράματα»
Tάκης Παυλοστάθης
I
Ενώ η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος ξέσπασε το 2008, η κρίση της Αριστεράς είναι πολύ παλαιότερη, ήδη από την δεκαετία του ’50. Στην Ελλάδα η κρίση αυτή αρχίζει επισήμως από το 1944 με τα Δεκεμβριανά και συνεχίζεται αμείωτη μέχρι σήμερα, αλλάζοντας μορφές και σχήματα. Αν και ορισμένα τμήματά της συνειδητοποιούν την κρίση αυτή εν τούτοις δεν θέτουν το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων. Παραμένουν εγκλωβισμένα σε πεπαλαιωμένες ιδεολογίες που αποδείχθηκαν ψευδαισθήσεις και την οδήγησαν σε αδιέξοδα και καταστρεπτικά αποτελέσματα. Μετά, και με αφορμή, την παγκόσμια οικονομική κρίση που διέρχεται ο δυτικός κόσμος, οι ιδεολογίες αυτές επανέρχονται και σήμερα σε ορισμένους χώρους της Αριστεράς, και έχουν ως βάση κυρίως τις ιδέες του μαρξισμού, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και μιας νεφελώδους ιδέας περί κατακτήσεως της εξουσίας.
Μάλιστα μιντιακοί διανοούμενοι, τους οποίους προβάλλει η Αριστερά, όπως ο Α. Βadiou, πρώην μαοϊκός και υποστηρικτής του αιμοσταγούς καθεστώτος Πολ Ποτ στην Καμπότζη, και ο S. Zizek, λακανικός θαυμαστής της «επαναστατικής τρομοκρατίας» του Ροβεσπιέρου και του Λένιν, κηρύσσουν ότι «ο κομμουνισμός είναι μια αιώνια ιδέα». Αλλά ο κομμουνισμός δεν είναι αιώνια ιδέα, γεννήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα και πέθανε στη Ρωσσία το 1917, με τον σφετερισμό της εξουσίας των σοβιέτ από τον Λένιν και τους μπολσεβίκους – τους μετέπειτα κομμουνιστές. Οι τόποι στους οποίους μπορεί να διαπιστωθεί ο θάνατός του είναι αρκετοί: Κίνα, B. Κορέα, Κούβα, κυρίως Βιετνάμ, Καμπότζη, , Αλβανία, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, στις οποίες εξέπνευσε και τυπικώς το 1989. Στην Ελλάδα η ιδέα του κομμουνισμού εξέπνευσε πιο νωρίς, το 1949.
Η αποτυχία της Αριστεράς και η συνακόλουθη κρίση της οφείλονται σε ένα σύνολο αντιλήψεων και νοοτροπιών, η εκκόλαψη των οποίων έγινε στον 19ο αιώνα, και έχουν τις ρίζες τους στην ίδια τη θεωρία του Μαρξ. Μεταξύ τών λανθασμένων αντιλήψεων είναι η πίστη ότι μόνη της η Αριστερά θα πραγματοποιήσει την αλλαγή του κοινωνικού καθεστώτος, χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας τόσο στην προετοιμασία της αλλαγής όσο και στην μετέπειτα πορεία του καθεστώτος - δηλαδή η επιμονή της και η εμμονή της στη βίαιη κατάληψη της εξουσίας από μια «πρωτοπόρα» μειοψηφία πάση θυσία με κάθε μέσον, με όπλα, με εμφύλιο ή με πραξικόπημα. Επίσης, σημαντικός αρνητικός παράγοντας υπήρξε ο δογματισμός που στηρίζεται στην ψευδαίσθηση της σωστής θεωρίας, του μαρξισμού-λενινισμού. Επί πλέον, η κατάργηση κάθε αντιπολίτευσης και γενικώς κάθε διαφορετικής γνώμης - στις χώρες όπου επεκράτησε -, η απουσία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ατομικών ελευθεριών με κορύφωμα την τερατώδη περίοδο του σταλινισμού με τις εκκαθαριστικές «δίκες της Μόσχας», με τα στρατόπεδα εξορίας (Γκουλάγκ), τις φυλακίσεις, με τα βασανιστήρια, τα ψυχιατρεία, τις δολοφονίες.
Η πολύμορφη και πολυδιασπασμένη ελληνική Αριστερά δεν εννοεί να δεχθεί τον θάνατο του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού. Χρησιμοποιεί επί πλέον τον ακατάλληλο και παραπλανητικό όρο «υπαρκτός σοσιαλισμός», ενώ ο σωστός θα ήταν «υπαρκτός σταλινισμός» ή «υπαρκτός ολοκληρωτισμός». Δεν εννοεί να καταλάβει και δεν θέλει να θρηνήσει τον θάνατο του πατέρα και να ενηλικιωθεί. Έχει αγκιστρωθεί με θρησκευτικό ζήλο σε μία ιδέα και πορεύεται στον ήδη σηματοδοτημένο αδιέξοδο δρόμο. Φυσικά το τέλος του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού καθώς και το τέλος της παραδοσιακής Αριστεράς δεν σημαίνουν το τέλος της ιστορίας. Απλώς σημαίνουν την παραδοχή ότι μία εποχή πέρασε ανεπιστρεπτί και μία άλλη έχει αρχίσει.
Όμως η Αριστερά φαίνεται ανίκανη να παραδεχθεί ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Να παραδεχθεί την αποτυχία της, την αποτυχία των ιδεολογημάτων και τακτικών που πίστεψε ότι ήταν η σωτήρια οδός της απελευθέρωσης. Να παραδεχθεί ότι δεν υπάρχουν μοναδικές αλήθειες και αλάνθαστες θεωρίες περιβεβλημένες τον χιτώνα της επιστήμης, δεν υπάρχει «επιστημονικός σοσιαλισμός ή κομμουνισμός», δεν υπάρχουν αλάνθαστοι οδηγοί φιλόσοφοι, οικονομολόγοι ή ινστρούκτορες, δεν υπάρχουν θέσφατα και ιερά κείμενα, δεν υπάρχουν αδήριτοι νόμοι της ιστορίας και της κοινωνίας που οδηγούν στην αταξική κοινωνία, δεν υπάρχει και ούτε θα υπάρξει το αλάνθαστο πρωτοποριακό λενινιστικό κόμμα που θα ηγηθεί κάποιας «προλεταριακής» ή «λαϊκής» επανάστασης. Να παραδεχθεί κυρίως ότι δημιουργοί και φορείς των δημοκρατικών αλλαγών στην Ιστορία είναι οι άνθρωποι και η κοινωνία ως σύνολο, και όχι μειοψηφίες, κόμματα ή ιστορικές νομοτέλειες και οικονομικές αναγκαιότητες.
Να παραδεχθεί, τέλος, ότι ο εμφύλιος και η ήττα της στην Ελλάδα, αποτέλεσμα του ζαχαριαδισμού και του σταλινισμού του ΚΚΕ, σηματοδότησαν την αρχή μεγάλων δεινών για τους αριστερούς αλλά και την ελληνική κοινωνία. Το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου δείχνει με εκπληκτικό τρόπο την ολέθρια και άνευ νοήματος πορεία της ελληνικής Αριστεράς. Η διαπίστωση αυτή δεν απαλλάσσει ούτε αποενοχοποιεί την άλλη πλευρά και τις δικές της τεράστιες ευθύνες. Ούτε επίσης αγνοεί τους αγώνες των αριστερών και τις απάνθρωπες ταλαιπωρίες και μακροχρόνιες διώξεις τους. Θέλει απλώς να υπενθυμίσει και να τονίσει ότι οι πληγές του φοβερότερου γεγονότος της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, του εμφυλίου πολέμου 1944-45 και 1946-49, δεν έχουν κλείσει ακόμη και συνεπώς τα συνθήματα υπέρ του κομμουνισμού, από ορισμένες πλευρές, είναι, στην κυριολεξία, εκτός τόπου και χρόνου.
II
Είναι λοιπόν απογοητευτικό το γεγονός ότι σήμερα στις πρωτοβουλίες που οργανώνονται από χώρους της Αριστεράς, σε δύσκολες εποχές κρίσεως και βαρβαρότητας του «Μνημονίου», δεν ξεκαθαρίζονται ορισμένα βασικά στοιχεία, όπως λ.χ. ποιο είναι το εύρος της Αριστεράς: ποιους περιλαμβάνει, ποιες οργανώσεις και ποια κόμματα, ποιες αρχές και αντιλήψεις. Δεν είναι σαφές αν αποκλείονται ιδέες και πρακτικές που αμαύρωσαν και ακύρωσαν τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες οδηγώντας τους σε αδιέξοδο. Συγκεκριμένα δεν είναι σαφές αν διαχωρίζονται οι πρωτοβουλίες αυτές από το ΚΚΕ και τις αριστερίστικες οργανώσεις που επικαλούνται αφ’ενός τον Στάλιν, τον Μάο και τον Κάστρο ως σημαντικούς ηγέτες με θετικό πρόσημο και αφ’ ετέρου θέτουν ως απώτερο στόχο τον κομμουνισμό. Από τη στιγμή που δεν γίνονται αυτοί οι διαχωρισμοί, ακυρώνεται οποιαδήποτε καλή πρόθεση των πρωτοβουλιών αυτών, αποδυναμώνεται το εγχείρημα, και επί πλέον εξωραΐζονται το ΚΚΕ και τα σταλινικά γκρουπούσκουλα.
Δεν είναι δυνατόν να ανοίξουν προοπτικές για το μέλλον με ιδέες και σύμβολα του αρνητικού παρελθόντος που θυμίζουν τις μελανότερες σελίδες της ανελευθερίας, της μονολιθικότητας, του δογματισμού και του αντιανθρωπισμού. Στο πλαίσιο αυτό είναι λανθασμένο και απροσανατολιστικό το σύνθημα, που προβάλλει ο χώρος του ΣΥΝ, «Ενότητα της Αριστεράς», στην οποία περιλαμβάνει και το ΚΚΕ. Όμως αυτό σνομπάρει επιδεικτικώς τον ΣΥΝ και την «ενότητα». δεν είναι τυχαίο άλλωστε που η μόνη συνεργασία την οποία έχει κάνει το ΚΚΕ είναι με πρόσωπα οπαδούς του λαϊκισμού, του εθνικισμού, του χριστιανισμού και του ...Παναθηναϊκού.
Ίσως η επιμονή στην «ενότητα» εκ μέρους ΣΥΝ να οφείλεται στο γεγονός ότι αρκετά ηγετικά στελέχη και μέλη του προέρχονται από τον χώρο του ΚΚΕ και δεν εννοούν να κόψουν τον ομφάλιο λώρο. Θα πρέπει να σημειωθεί το ανησυχητικό φαινόμενο ότι ουδείς από τους πρώην Κνίτες και προσχωρήσαντες στον ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει τη δημόσια αυτοκριτική του. Απλώς έφυγαν από ένα κόμμα και προσχώρησαν σε ένα άλλο, σαν να έφυγαν από ένα κατάστημα και πήγαν σε ένα άλλο. Αυτό που ενδιαφέρει την ευρύτερη κοινότητα στις περιπτώσεις αυτές είναι οι πολιτικοί λόγοι της αποχώρησης, που αφορούν στον τρόπο λειτουργίας του κόμματος, στις θέσεις του, στον αυταρχισμό του εκφρασμένο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κ.λπ. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι καθόλου τυχαίο που δύο από τους πρώην προέδρους του ΣΥΝ προσεχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ, ο τρίτος έγινε πρόεδρος του Παναθηναϊκού, ο τέταρτος βρίσκεται σε αντίθεση με τον νυν και οραματίζεται ένα νέο ΕΑΜ, και ο νυν εκθειάζει τον Μάο και τον κομμουνισμό. Όλα αυτά και άλλα πολλά είναι ενδείξεις μεγάλης συγχύσεως, ασαφούς στίγματος και ελλείψεως εναλλακτικών προτάσεων για το μέλλον.
Είναι επίσης απογοητευτικό το γεγονός ότι σε κείμενο πρωτοβουλίας κατά του «Μνημονίου» τίθεται ως στρατηγικός στόχος η «υπέρβαση του καπιταλισμού» και ο σοσιαλισμός: «η δομική κρίση του καπιταλισμού θέτει επί τάπητος τον στρατηγικό στόχο της σοσιαλιστικής εναλλακτικής». Εδώ η αριστερή φαντασίωση επανεμφανίζεται και προκαθορίζει εξ ορισμού και ασυζητητί τον στόχο. Ουδείς εξηγεί τι σημαίνει σοσιαλισμός σήμερα στον 21ο αιώνα. θεωρείται δεδομένος και γνωστός, αξίωμα αναμφισβήτητο. Βεβαίως δεν αναμένονται καλλιγραφίες από το σταλινικό ΚΚΕ, που επαγγέλλεται και αυτό τον σοσιαλισμό, αλλά ορισμένες πτυχές της Αριστεράς θα μπορούσαν να επιδείξουν περισσότερη σαφήνεια, ευθύνη και διερώτηση.
Ποιος θέτει λοιπόν τον στόχο αυτόν του σοσιαλισμού; Ασφαλώς οι άνθρωποι που πήραν αυτή την πρωτοβουλία και έγραψαν αυτό το κείμενο και ορισμένοι άλλοι που θα συμφωνήσουν. Γιατί όμως η «δομική κρίση του καπιταλισμού» δεν θέτει και κάποιον άλλο στόχο; Αυτό δεν το εξηγούν, αλλά είναι προφανές ότι αυτοί οι ίδιοι αποφάσισαν αυτόν τον στόχο και θέλουν να τον επιβάλλουν ως αντικειμενικό και μοναδικό, ως ιστορική αναγκαιότητα. Ιδού μία από τις καταγωγικές αδυναμίες της Αριστεράς: τα αξιώματα, τα δόγματα, τα δεδομένα χωρίς αναζήτηση και προβληματισμό, χωρίς επιχειρήματα, πειστικές αναλύσεις και στοχαστικές προσαρμογές. Έτσι όμως Αριστερά οδηγείται σε θεωρητική οκνηρία και πνευματικό εφησυχασμό, τα οποία νομίζει ότι αναπληρώνει με τη σοσιαλιστική ή την αντικαπιταλιστική συνθηματολογία, με το λαϊκισμό, την άκριτη υιοθέτηση οποιουδήποτε αιτήματος οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας και τον αντικυβερνητικό ακτιβισμό. Το «Μνημόνιο» ή το σεσηπός πολιτικό καθεστώς δεν θα καταρρεύσουν με πορείες, συνθήματα, πλακάτ και εκτονωτικούς περιπάτους στους δρόμους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Κατά συνέπεια οι πρωτοβουλίες που διέπονται από αυτή τη λογική οδηγούνται σε αδιέξοδο, δεν έχουν δυναμική και προοπτικές, δεν βλέπουν στο μέλλον, αλλά στο παρελθόν. (Συζήτηση για τα ζητήματα αυτά υπάρχει επίσης στο Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, εκδ. Παπαζήση, 2009).
III
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά την άγνοια και την απεμπόληση εκ μέρους της Αριστεράς κάθε τι δημοκρατικού, την ολοσχερή απουσία της δημοκρατίας από τους χώρους της. Η Αριστερά στο σύνολό της έχει διαταραγμένη σχέση με τη δημοκρατία. Εδώ βρίσκεται η εστία της αποτυχίας της και της κρίσης, που εκδηλώνονται με την εκκωφαντική απουσία μίας νέας φυσιογνωμίας, ενός νέου στόχου και προγράμματος, και κυρίως μιας άλλης νοοτροπίας και αντιλήψεως. Φαίνεται ότι είναι αδύνατο για την Αριστερά να συνάψει σχέσεις με τη δημοκρατία, διότι δεν την διδάχθηκε ποτέ, δεν την γνωρίζει και ούτε εκδηλώνει διάθεση να την γνωρίσει.
Με τον όρο δημοκρατία δεν εννοώ το σημερινό αντιπροσωπευτικό πολίτευμα των δυτικών χωρών που ονομάζεται «αντιπροσωπευτική ή κοινοβουλευτική δημοκρατία», το οποίο και η ίδια η Αριστερά αποκαλεί με τους ίδιους όρους ή με τον όρο «αστική δημοκρατία». Όμως το κοινοβουλευτικό πολίτευμα δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία, είναι καθαρή ολιγαρχία. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης το αποκάλεσε φιλελεύθερη ολιγαρχία. Πράγματι, οι ολίγοι των κομμάτων λαμβάνουν τις αποφάσεις, θεσπίζουν τους νόμους και ασκούν κάθε είδος ρητής εξουσίας χωρίς κανένα έλεγχο. Επί πλέον η πολιτική ολιγαρχία αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των ολίγων οικονομικώς ισχυρών, όπως έδειξε η πρόσφατη οικονομική κρίση - και όχι των πολλών, όπως συνήθως διακηρύσσεται. Οι πολλοί δεν συμμετείχαν ποτέ και ούτε συμμετέχουν σε καμία απόφαση και σε καμία εξουσία. απλώς ψηφίζουν κάθε τέσσερα έτη το κόμμα το οποίο αποφασίζει και νομοθετεί ερήμην τους, ενώ αυτοί υπακούουν και εκτελούν.
Με τον όρο δημοκρατία, εννοώ την άμεση δημοκρατία, το πολίτευμα που αναδύθηκε στην Αθήνα στο τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα και εξελίχθηκε κατά τον 5ο και 4ο αιώνα. Τα βασικά χαρακτηριστικά του ήταν η άμεση συμμετοχή όλων των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δικαστική εξουσία και στον ουσιαστικό και ενδελεχή έλεγχο κάθε εξουσίας. Όλοι οι πολίτες ασκούσαν την εξουσία υπό όλες τις μορφές της (εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική) άμεσα, αυτοπροσώπως, χωρίς δηλαδή αντιπροσώπους και κόμματα. Είναι το μόνο πολίτευμα στο οποίο υπήρξε πραγματική κυριαρχία των πολιτών, και δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ονομάζεται καταχρηστικώς «λαϊκή κυριαρχία» στα σημερινά πολιτεύματα. Το δημοκρατικό πολίτευμα δεν είναι μόνο θεσμοί, διαδικασίες και νόμοι. προϋποθέτει δημοκρατική κοινωνία και δημοκρατικά άτομα. Χρειάζεται ο τύπος του πολιτικού ανθρώπου που ασχολείται με πάθος και εγρήγορση με τα κοινά, με τις κοινές υποθέσεις και δεν τις αναθέτει σε «αντιπροσώπους», κόμματα και ιδεολογίες. (Για περισσότερα βλ. σχετικά έργα του Κ. Καστοριάδη και Γ. Ν. Οικονόμου, Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, εκδ. Παπαζήση, 2007).
Φυσικά δεν πιστεύω ότι το πολίτευμα αυτό πρέπει να χρησιμεύσει ως μοντέλο για εφαρμογή στις σημερινές συνθήκες, αλλά νομίζω ότι οι ιδέες, οι αντιλήψεις και οι πρακτικές του μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία για στοχασμό και πράξη. Μετά την αποτυχία όλων των άλλων πρακτικών είναι η μόνη λύση. Εάν ένα μελλοντικό κίνημα αλλαγής δεν έχει ως μέσον και ως στόχο την άμεση συμμετοχή όλων των ανθρώπων, την αυτοκυβέρνηση, την αυτονομία, είναι εξ ορισμού αποτυχημένο. Γι’ αυτόν τον λόγο απέτυχαν οικτρώς τα σοσιαλιστικά και τα κομμουνιστικά καθεστώτα, γι’ αυτόν τον λόγο απέτυχε κάθε είδους Αριστερά: το κόμμα και η γραφειοκρατία είναι εχθροί της δημοκρατίας.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλες σχεδόν οι γνήσιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις που έγιναν στην Ιστορία κατά της καθεστηκυίας τάξεως στηρίχθηκαν στην άμεση συμμετοχή των ανθρώπων, στον αυτοκαθορισμό και την αυτοοργάνωσή τους: συνελεύσεις πολιτών στην αμερικανική επανάσταση του 1776, sections de Paris στην γαλλική επανάσταση του 1789, η κομμούνα του 1871 στο Παρίσι, τα σοβιέτ του 1905 και 1917 στη Ρωσία - πριν τα εξουδετερώσουν οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν -, η ουγγρική εξέγερση το 1956, τα κινήματα αμφισβήτησης σε όλο τον κόσμο της δεκαετίας του ’60 και κυρίως ο Μάης του ’68 στη Γαλλία, το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα της περιόδου 1972-73 με κορύφωση την εξέγερση και την κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973 στην Αθήνα. Το γεγονός ότι εκεί όπου ορισμένες από αυτές τις εξεγέρσεις επεκράτησαν και δεν ευοδώθηκαν, οφείλεται και στο ότι επενέβησαν κόμματα και ομάδες που κατάφεραν να σφετερισθούν την εξουσία των πολλών, να ποδηγετήσουν τη βούλησή τους και να επιβάλουν, με βία και τρομοκρατία, την κομματική γραφειοκρατία και δικτατορία, την οποία ονόμασαν σοσιαλισμό, κομμουνισμό ή λαϊκή δημοκρατία.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, όπως και αρκετοί άλλοι, άσκησε δριμεία κριτική στα καθεστώτα αυτά, στην ιδεολογία τους, τον λενινισμό, αλλά και τον μαρξισμό. Έδειξε ήδη από τη δεκαετία του ’50 το άτοπο του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Αποτελεί συνεπώς ένδειξη συγχύσεως και αποπροσανατολισμού το γεγονός ότι τα περισσότερα κόμματα και οργανώσεις (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ποικίλες αριστερές εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις) δηλώνουν υπέρμαχοι του σοσιαλισμού και, οι περισσότεροι, του κοινοβουλευτισμού, δηλαδή καθεστώτων εχθρικών προς την (άμεση) δημοκρατία, ενώ ουδείς κάνει λόγο γι’ αυτήν. Παρουσιάζεται δηλαδή το παράδοξο γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών κομμάτων και οργανώσεων, εκτός της ΝΔ και του ΛΑΟΣ, να είναι υπέρ του «σοσιαλισμού», αλλά ο «σοσιαλισμός» να μην προσεγγίζεται ούτε σπιθαμή. Αυτή η κατάσταση ενώ θα έπρεπε να είναι αιτία προβληματισμού, εν τούτοις ουδόλως απασχολεί τα στελέχη και τους διανοουμένους της Αριστεράς.
Το διακύβευμα λοιπόν του μέλλοντος δεν είναι ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός, αλλά η άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στον ουσιαστικό και ενδελεχή έλεγχο κάθε ρητής εξουσίας. Χωρίς αλλαγή πλεύσεως και ενσωμάτωση της (άμεσης) δημοκρατίας στα αιτήματα, στους στόχους, στην όλη οργάνωση και αντίληψη, οποιοδήποτε κίνημα είναι καταδικασμένο στην αποτυχία. Για να επιτευχθεί όμως η αλλαγή αυτή πρέπει να γίνει απεγκλωβισμός, απεξάρτηση και ανεξαρτησία από κάθε είδους Αριστερά, η οποία, δέσμια ξεθυμασμένων ιδεολογημάτων και πρακτικών, είναι μοιραίο να επαναλαμβάνει φαύλους κύκλους και σισύφειες προσπάθειες, να εγκλωβίζεται σε ομφαλοσκοπήσεις και εσωστρέφειες, να εξαντλείται σε προσωπικά συμφέροντα, κομματικά και βουλευτικά οφίτσια, σε ανελέητες «σφαγές» για την εξουσία - όπως γίνεται δηλαδή εδώ και ένα αιώνα. Οι αδυναμίες αυτές, και άλλες πολλές, αποτελούν άλλωστε και μία από τις αιτίες που ο κόσμος, παρά την πρωτοφανή σημερινή γενική κρίση, δεν την ακολουθεί. Ακόμη μία φορά η Αριστερά αποδεικνύεται εντελώς γυμνή και ανίκανη να εμπνεύσει, όχι μόνο όραμα, αλλά και κάποια σημαντική απάντηση στην μεγάλη οπισθοδρόμηση που διέρχεται η κοινωνία. Σε τελική ανάλυση η γενικευμένη κρίση που μαστίζει τον κόσμο, και όλως ιδιαιτέρως την Ελλάδα, αναδεικνύει και την οργανωτική, θεωρητική, πολιτική - δηλαδή την υπαρξιακή - κρίση και ένδεια της Αριστεράς.
Αυτό όμως σημαίνει το τέλος της Αριστεράς, όλων των τάσεων και ρευμάτων - το τέλος μιας αντίληψης για την πολιτική και την κοινωνική αλλαγή που εκ των πραγμάτων είναι αναποτελεσματική και αντιδημοκρατική. Ακόμη και ο ίδιος όρος «Αριστερά» είναι παρωχημένος, προβληματικός, και επί πλέον ανασχετικός παράγοντας στο δρόμο προς αναζήτηση μιας άλλης δημιουργικής αντίληψης. Οι σημερινές συνθήκες χρειάζονται άλλη νοοτροπία, απαιτούν άλλο τρόπο ύπαρξης, σκέψης και δράσης, άλλες ιδέες και πρακτικές, που θα εμπνέονται και θα εκκινούν από την αυτοδιεύθυνση και τον αυτοπροσδιορισμό, θα προσανατολίζονται και θα καταλήγουν στην αυτοσυγκρότηση και την αυτοοργάνωση, θα έχουν ως μέσο και ως σκοπό την αυτοκυβέρνηση, την (άμεση) δημοκρατία. Αυτόν τον προσανατολισμό δεν μπορεί να τον προσφέρει η παραδοσιακή Αριστερά λόγω της φύσεώς της και της ιστορίας της, λόγω της αντιθέσεώς της προς τον αντιγραφειοκρατικό και άμεσο χαρακτήρα της δημοκρατίας, λόγω του ότι βρίσκεται σε αγεφύρωτη αντίθεση με την αυτοκυβέρνηση των ανθρώπων. Ο δημοκρατικός δρόμος διέρχεται λοιπόν έξω από τους χώρους της Αριστεράς και εναντίον της, την αμφισβητεί στα βασικά ιδεολογικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντά της, την καθιστά άχρηστη και περιττή. Ως εκ τούτου το δημοκρατικό κίνημα θα την βρει απέναντί του, και ιδίως την σταλινική, η οποία, όπως κάθε εξουσία, δεν θα εγκαταλείψει αμαχητί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)