[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Η Εποχή, 31 Ιουλίου 2011]
Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Το όραμα απέκτησε όνομα: άμεση δημοκρατία. Από τις 25 Μαΐου η χώρα ζει στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες ανά την επικράτεια πλατείες μία καινοφανή πολιτική κατάσταση. Πλήθη ανθρώπων κυρίως νέων συρρέουν και συμμετέχουν σε Λαϊκές Συνελεύσεις, συζητούν, διαλέγονται, προτείνουν και ψηφίζουν. Είναι οι αμεσοδημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές που αναδύονται σε μαζική κλίμακα και με έναν ριζικό και πρωτόγνωρο τρόπο.
Αποσιώπηση και συγκάλυψη
Οι αμεσοδημοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές στην Ελλάδα εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά στην εξέγερση και κατάληψη του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο 1973. Και τότε οι συνελεύσεις των φοιτητών, των εργαζομένων και των μαθητών είχαν τον κύριο λόγο για τον χαρακτήρα και τη μορφή των κινητοποιήσεων, για τα συνθήματα και γενικώς για το όλο πλαίσιο της κατάληψης. Η αυτοοργάνωση, ο αυτοκαθορισμός και η άμεση συμμετοχή των εξεγερμένων ήταν σε διαρκή αντιπαράθεση και σύγκρουση με τις κομματικές αντιλήψεις και πρακτικές (κυρίως των δύο κομμάτων της Αριστεράς), οι οποίες προσπαθούσαν να υποτάξουν την κινητοποίηση στα προκρούστεια μέτρα τους. Οι στόχοι ήταν η δημοκρατία και η λαϊκή κυριαρχία, εκτός βεβαίως από την πτώση της δικτατορίας. Tα χαρακτηριστικά αυτά αποσιωπήθηκαν και συγκαλύφθηκαν από τα ΜΜΕ, από τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις, καθώς επίσης και από την Αριστερά.
Έτσι και σήμερα στην πλατεία τα άτομα που συμμετέχουν είναι φορείς των δικών τους απόψεων και όχι των κομμάτων ή των κομματικών οργανώσεων. Η Λαϊκή Συνέλευση είναι αντίθετη με τις κομματικές διχαστικές λογικές, τις μονομανείς ιδεολογικές περιχαρακώσεις, τις «γραμμές», τις ειλημμένες εκ των προτέρων και για πάντα, πριν από εμάς για εμάς. Στην ανοικτή συνέλευση οι ιδέες κατατίθενται ελεύθερα, συζητώνται και ψηφίζονται άμεσα. Η πλατεία είναι αντίθετη και απορρίπτει συλλήβδην το αποτυχημένο κομματοκρατικό σύστημα. Έχει συνειδητοποιήσει ότι το σύστημα αυτό είναι υπεύθυνο για τη σημερινή παρακμή και χρεοκοπία και ότι είναι ανίκανο να χειρισθεί και να λύσει τα προβλήματα που το ίδιο δημιούργησε. Απορρίπτονται επίσης και τα κόμματα της Αριστεράς ως ανίκανα και αφερέγγυα. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει εν πολλοίς αποσιωπηθεί πάλι από τα ΜΜΕ, από τις κυρίαρχες κομματικές δυνάμεις, καθώς και από την Αριστερά.
Άμεση δημοκρατία και κόμματα
Αποδείχθηκε εμπράκτως ότι το κομματοκρατικό σύστημα ενδιαφέρεται μόνο για τη συντήρηση και αναπαραγωγή του μέσω του πελατειακού κράτους, με επιβάρυνση του δημοσίου ταμείου και κατά συνέπεια με αύξηση του δανεισμού και του εξωτερικού χρέους. Τα κόμματα ενδιαφέρονται μόνο για το δικό τους συμφέρον, για τη διατήρηση και αύξηση του εκλογικού ποσοστού τους και συνεπώς για το μοίρασμα της εξουσίας και των οικονομικών απολαβών. Εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ολίγων ισχυρών και κυρίαρχων της οικονομικής ζωής: τραπεζών, επιχειρηματιών, μεγαλοεργολάβων, ΜΜΕ. Έτσι η πολιτική εξουσία είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την οικονομική ελίτ και εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Το γεγονός αυτό δίνει στο αντιπροσωπευτικό κομματοκρατικό σύστημα τα χαρακτηριστικά ολιγαρχικού πολιτεύματος, και όχι δημοκρατικού όπως συνήθως λέγεται. Και εδώ τίθεται το βασικό χαρακτηριστικό των συγκεντρώσεων στις πλατείες: στόχος είναι η αλλαγή του ολιγαρχικού πολιτεύματος και η εγκαθίδρυση της άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή η άμεση συμμετοχή της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων και τον έλεγχο της εξουσίας. Άμεση σημαίνει χωρίς μέσον, χωρίς ενδιάμεσο, χωρίς μεσολαβητή και μεσάζοντα. σημαίνει αυτοπρόσωπη συμμετοχή και όχι μέσω αντιπροσώπου και κόμματος.
Η άμεση δημοκρατία είναι μέσον και ταυτόχρονα σκοπός, για τον λόγο αυτό είναι ξένη με την κομματοκρατία και την αντιπροσώπευση, άρα ξένη με τη συμμετοχή στις εκλογές κάθε τέσσερα έτη, με τη συνακόλουθη απόσυρση των ανθρώπων στον ιδιωτικό χώρο και την εγκατάλειψη του δημοσίου χώρου στα κόμματα, στους γραφειοκράτες, στους βουλευτές, στα ΜΜΕ και στα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. Και αντιστρόφως, τα κόμματα είναι αντίθετα προς την άμεση δημοκρατία, διότι η λογική τους είναι η εξής: εμείς (δηλ. τα κόμματα) είμαστε ικανά να λύσουμε τα προβλήματά σας, για αυτό ψηφίστε μας να τα λύσουμε και εσείς πηγαίνετε σπίτια σας. Είναι εμφανές ότι υπάρχει μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στην αντιπροσώπευση και την άμεση συμμετοχή, ανάμεσα στα κόμματα και την άμεση δημοκρατία: το ένα αποκλείει ρητώς και κατηγορηματικώς το άλλο. Με αυτήν την έννοια το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας λαμβάνει δικαίως αντικοινοβουλευτικές και αντικομματικές αποχρώσεις, διότι ο κοινοβουλευτισμός και τα κόμματα είναι εκφράσεις του ολιγαρχικού πολιτεύματος και όχι του δημοκρατικού. (Περισσότερα βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, 2009).
Αριστερά και κοινοβουλευτισμὀς
Από την άλλη οι διανοούμενοι και τα κόμματα της Αριστεράς αποδεικνύονται ακόμη μία φορά στυλοβάτες του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος. Η λογική τους κινείται και εγκλωβίζεται στα όρια της αντιπροσώπευσης και του κοινοβουλευτισμού, είναι σαφέστατα αντιπολιτευτική, χωρίς σημαντική αμφισβήτηση του συνολικού ολιγαρχικού συστήματος. Αυτό το αποδεικνύει και η στάση τους απέναντι στο κίνημα των πλατειών: από τη μία περισσεύει ο σκεπτικισμός, η κινδυνολογία, οι δηλώσεις υποστήριξης όσον αφορά το αντιμνημονιακό μέρος του κινήματος, αλλά από την άλλη τηρείται σιγή ιχθύος για την άμεση δημοκρατία. Ουδείς από τους φορείς της Αριστεράς αναφέρει τι σημαίνει άμεση δημοκρατία, ποιοι είναι ο θεσμοί της, οι αρχές και τα επιχειρήματά της. Αντιθέτως την ειρωνεύονται, την υποτιμούν, την απαξιώνουν, την απεύχονται. Ίδια συμπεριφορά και από τη συντριπτική πλειονότητα των αριστερών διανοουμένων. Η άμεση δημοκρατία είναι παντελώς απούσα από τα προγράμματα, από τις αναλύσεις και τα συγγράμματά τους (Εξαίρεση η Εποχή).
Ενώ η πλατεία έχει θέσει το ζήτημα της άμεσης δημοκρατίας αυτοί μιλάνε για «πραγματική δημοκρατία» χωρίς να διευκρινίζουν τι εννοούν. Βεβαίως δεν εννοούν τίποτε, πράγμα που φαίνεται στις θέσεις τους των προηγουμένων δεκαετιών. Όπισθεν αυτής της συμπεριφοράς κρύβεται ο βαθύτερος φόβος για την υπέρβαση των όντως απηρχαιωμένων ιδεολογιών και αποτυχημένων πρακτικών τους. Φόβος για την υπέρβασή τους από το κοινωνικό κίνημα, για την απώλεια ελέγχου επί αυτού και συνεπώς για την αχρήστευσή τους. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τους φορείς της Αριστεράς (αλλά και όλα τα κόμματα), αποτελεί δε έμμονη ιδέα τους, είναι το πώς θα επωφεληθούν από το κίνημα αυτό και θα το «καπελώσουν», πώς θα επιβάλλουν τις κομματικές τους ιδεοληψίες και γραμμές για να αποκτήσουν ψηφοφόρους, πώς θα το αφυδατώσουν από τις ριζοσπαστικές και ανατρεπτικές ιδέες, από τις αντικομματικές και αντικοινοβουλευτικές αντιλήψεις, και συνεπώς να οδηγήσουν τους ανθρώπους σαν πρόβατα επί σφαγή στις κάλπες των εκλογών και στα κομματικά σπήλαια. Οι αλήθειες αυτές γίνονται φανερές σήμερα σε περισσότερους, οπωσδήποτε σε αυτούς που συμμετέχουν αυθορμήτως στην πλατεία.
Προτάσεις για αλλαγή
Φυσικά μεταξύ των συμμετεχόντων στην πλατεία υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις - πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά –, αλλά ορισμένες τάσεις και προβληματισμοί είναι εμφανείς. Υπάρχουν οι προτάσεις για αλλαγή του πολιτειακού καθεστώτος, πράγμα που συνεπάγεται αλλαγή Συντάγματος. Οι αλλαγές που προτείνονται είναι νομοθέτηση των Ανοικτών Συνελεύσεων σε δημόσιους χώρους και ο συντονισμός τους. πρωτοβουλίες για δημοψηφίσματα από τα κάτω, και όχι εκβιαστικά από τις εξουσίες. κλήρωση ορισμένων αξιωματούχων της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. ανακλητότητα ανά πάσα στιγμή όλων αυτών που χειρίζονται δημόσιες υποθέσεις, δημόσιο χρήμα και πλούτο. Το τελευταίο σημαίνει δημόσιος ουσιαστικός και διαρκής έλεγχος κάθε εξουσίας, κάθε αξιωματούχου, πράγμα που συνεπάγεται ριζική αναδιάρθρωση της δικαστικής εξουσίας με συμμετοχή της κοινωνίας.
Οι αλλαγές αφορούν σε όλες τις ρητές εξουσίες που υπάρχουν εντός της κοινωνίας: κυβερνητική, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική και οπωσδήποτε την οικονομική εξουσία, τα ΜΜΕ και την Εκκλησία. Η πρώτη είναι eo ipso και πολιτική εξουσία. τα ΜΜΕ έχουν τεράστια δύναμη ως ιδιοκτησία ισχυρών οικονομικών συμφερόντων, διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία και ασκούν τεράστια ανεξέλεγκτη επιρροή στις συνειδήσεις των ανθρώπων. η Εκκλησία δεν ασκεί μόνο συντηρητική ιδεολογική επιβολή στα εκατομμύρια των πιστών, αλλά ανήκει και στην οικονομική εξουσία αφού χειρίζεται μια τεράστια κινητή και ακίνητη περιουσία - αποτελεί δε κράτος εν κράτει με σκανδαλώδες καθεστώς αφορολόγητου και πληρωμή των μισθών των ιερέων και των μητροπολιτών από το δημόσιο ταμείο.
Οπωσδήποτε υπάρχουν και άλλες επί μέρους προτάσεις για αλλαγές, αλλά οι βασικές είναι αυτές, οι οποίες θέτουν επί τάπητος την πολιτειακή αλλαγή με Συντακτικές Συνελεύσεις. Οι αλλαγές αυτές δεν μπορεί να ευδοκιμήσουν χωρίς ορισμένες βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, χωρίς την ριζική αναδιάρθρωση του πλέγματος εξουσίας, που συγκροτείται από θεσμούς, νόμους, δομές, μηχανισμούς, γραφειοκρατίες και ποικίλα διαπλεκόμενα συμφέροντα – κομματικά, συνδικαλιστικά, συντεχνιακά, μιντιακά, εκκλησιαστικά. Και δεύτερον, χωρίς κάθαρση του κρατικού μηχανισμού, της κρατικής διοίκησης, και του συνολικού δημοσίου βίου. Αυτό σημαίνει πρωτίστως κατάργηση της υπουργικής και βουλευτικής ασυλίας και άρση όλων των παραγραφών των πολιτικών αδικημάτων από το 1974 και μετέπειτα, εκδίκασή τους από μία αναδιαρθρωμένη δικαστική εξουσία, ουσιαστική εφαρμογή του «πόθεν έσχες» και πραγματική τιμωρία των ενόχων (επιστροφή των κλεμμένων, πρόστιμα, δήμευση περιουσιών, κ.λπ).
Χρειάζεται επομένως μία συνειδητή δράση της κοινωνίας για τη ριζική αναδιάρθρωση του εδραιωμένου ολιγαρχικού πλέγματος εξουσίας. Το συμπέρασμα από τις κινητοποιήσεις στις πλατείες είναι πως υπάρχει ένα σημαντικό πλήθος ανθρώπων που έχει απεγκλωβισθεί από το κομματικό σύστημα, επιθυμεί να υπάρξει αυτόνομα και να δράσει για την άμεση δημοκρατία. Το μέγιστο λάθος θα είναι το πλήθος αυτό να επιστρέψει στα αδιέξοδα των κομμάτων, των εκλογών και της αντιπροσώπευσης. Άλλωστε έχει γίνει εμφανές τοις πάσι ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται πια στα κοινοβούλια, αλλά στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλαδή σε οργανισμούς που δεν εκλέγονται από κανέναν λαό, αλλά από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όμως και πριν από την έλευση της τρόικας το κοινοβούλιο, τα κόμματα και οι εκλογές οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Συνεπώς η εναπόθεση των ελπίδων στο κοινοβούλιο, στα κόμματα, και στις εκλογές είναι μάταιη, αδιέξοδη και μαζοχιστική. Με άλλα λόγια ο μόνος δρόμος εξόδου από την τρόικα και την παρακμή, από την κομματοκρατία και την ολιγαρχία είναι η ανάληψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινωνία, δηλαδή οι πλατείες, οι συνελεύσεις, η αυτοπληροφόρηση, η αλληλογνωριμία, η αλληλεγγύη, το μοίρασμα, ο αυτοκαθορισμός και οι αυτόνομες δράσεις. Είναι ο μόνος δρόμος προς την άμεση δημοκρατία.
Σάββατο 6 Αυγούστου 2011
Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011
H AMEΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ
[Δημοσιεύθηκε στο συλλογικό "Demokratie in Bewegung. Η
δημοκρατία σε κίνηση", έκδ. ΑΣΚΤ, Αθήνα 2009]
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Δρ Φιλοσοφίας
Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ
Aπό το φθινόπωρο του 2008, η ανθρωπότητα ζει μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία της: την κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού-οικονομικού συστήματος μετά από την πανθομολογούμενη αποτυχία της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Όμως η κρίση αυτή είναι βαθύτερη, είναι κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού και της ιδεολογίας του, αφού όπως αποδείχθηκε ο νεοφιλελευθερισμός είναι η αναγκαστική επέκταση ή το ανώτατο στάδιο του φιλελευθερισμού. Είναι κυρίως κρίση κοινωνική, κρίση δομών, αξιών και σημασιών. αφορά και το λεγόμενο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στη Δύση εδώ και δύο αιώνες. Αυτό διαπιστώνεται εδώ και μερικά χρόνια από πολλές πλευρές. οι διαγνώσεις και οι αιτιολογίες όμως ποικίλλουν αναλόγως της οπτικής του εκάστοτε ερευνητή.[1]
Από την άλλη παντού, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, σε βιβλία και στην τηλεόραση το πολίτευμα αυτό αποκαλείται δημοκρατία, ενίοτε συνοδευόμενη από ένα επίθετο αναλόγως της αρεσκείας εκάστου (αντιπροσωπευτική, έμμεση, αστική, κοινοβουλευτική, σύγχρονη κ.λπ). Μάλιστα ο πολύς Φ. Φουκουγιάμα το 1989, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, δήλωνε σε άπταιστο προφητικό στυλ το «τέλος της ιστορίας», γράφοντας χαρακτηριστικά τα εξής: «παρατηρούμε το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και την καθολικοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως τελικής μορφής της ανθρώπινης διακυβερνήσεως».
Eίναι όμως έτσι; Είναι τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες; Φιλελεύθερες, αντιπροσωπευτικές, κοινοβουλευτικές ή έμμεσες; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να εξετασθεί πρώτα τι είναι δημοκρατία. Για να διασαφηνισθεί αυτό θα πρέπει να δούμε συνοπτικώς τι ήταν η δημοκρατία όταν επινοήθηκε και δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στις αρχαιοελληνικές πόλεις, κυρίως στην Αθήνα, και όταν επίσης για πρώτη φορά οι άνθρωποι στοχάσθηκαν γύρω από τη δημοκρατία.
Η άμεση δημοκρατία
Αυτό που πρέπει πρωτίστως να τονισθεί είναι ότι η δημοκρατία δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά άπαξ δια παντός, αλλά βαθμιαία και σταδιακά από τους αγώνες του δήμου, των κατωτέρων στρωμάτων. είναι το αποτέλεσμα της ρητής συλλογικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Δημοκρατία σημαίνει κράτος του δήμου, κυριαρχία του δήμου, την πραγματική κυριαρχία των πολιτών και όχι των κομμάτων. Τα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως διαμορφώθηκαν στην αρχαία ελληνική δημοκρατία αποκλείουν την μεταβίβαση εξουσιών σε αντιπροσώπους, αφού ο δήμος είναι η κύρια πηγή όλων των εξουσιών και δεν αναγνωρίζει άλλη πηγή και αιτία της θέσμισης και του νόμου παρά μόνο τον εαυτό του (ἔδοξεν τῆ βουλῆ καὶ τῷ δήμῳ). Αυτό σημαίνει πραγματική συμμετοχή σε όλες τις μορφές της εξουσίας, κυβερνητική, δικαστική, νομοθετική, εκτελεστική. άμεση συμμετοχή όλων στη συζήτηση και τη διαμόρφωση των νόμων, στη λήψη των αποφάσεων.
Η συμμετοχή αυτή επιτυγχάνεται με δύο θεσμούς: πρώτον, την εκκλησία του δήμου που επιτρέπει την άμεση παρουσία όλων των πολιτών στη νομοθετική και κυβερνητική εξουσία. δεύτερον, την κλήρωσιν, η οποία επιτρέπει τη συμμετοχή στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Η συντριπτική πλειονότητα των αξιωματούχων (99,9%) ορίζεται με κλήρωση. Πράγματι, οι 6000 δικαστές της Ηλιαίας, οι 500 βουλευτές της Βουλής των Πεντακοσίων, οι εννέα άρχοντες και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι κληρώνονται. Οι άρχοντες για τους οποίους απαιτούνται ειδικές γνώσεις, πείρα και ικανότητες (στρατηγοί, ταμίαι κ.λπ) εκλέγονται δια χειροτονίας στην εκκλησία του δήμου. Όπως είναι εμφανές η κλήρωση είναι η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας ενώ οι εκλογές η ειδοποιός διαφορά της ολιγαρχίας, όπως αναγνωρίζει και ο Αριστοτέλης.[2]
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ουσιαστική ανεξαρτησία των τεσσάρων εξουσιών (κυβερνητικής, εκτελεστικής, δικαστικής, νομοθετικής) από τη στιγμή που ασκούνται από όλους τους πολίτες. Όπως επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης, στη δημοκρατία υπάρχει μια θεωρία, όχι του διαχωρισμού, αλλά της διασύνδεσης των εξουσιών, και σε μια μορφή που αποφεύγει τη σύγχρονη πολιτική φενάκη που γνωρίζουμε από τον 18ο αιώνα, με τον Λοκ και τον Μοντεσκιέ. Το σημαντικό και νευραλγικό όργανο της (άμεσης) δημοκρατίας είναι η απόδοση της δικαιοσύνης από όλους τους πολίτες και προς όλους τους πολίτες. Ουδείς εξαιρείται ούτε είναι υπεράνω υποψίας, υπεράνω του νόμου. Απαραίτητο προς τούτο στοιχείο είναι η ανεξαρτησία και η πραγματική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας, ο αποκλεισμός της δυνατότητας διαφθοράς ή εξαγοράς των δικαστών. Για να εξασφαλισθεί αυτή η απαίτηση δεν υπάρχει άλλος τρόπος από τη συλλογική συμμετοχή όλων των πολιτών στη δικαστική εξουσία, είτε μέσω της εκκλησίας του δήμου και της κληρωτής βουλής των Πεντακοσίων είτε μέσω κληρώσεως στα πολυμελή τμήματα της Ηλιαίας. Αυτή η αρχή εισάγεται για πρώτη φορά από τον Σόλωνα και παρέμεινε έκτοτε η σίγουρη και αδιαφιλονίκητη βάση της δημοκρατίας. Ακόμη και ο Αριστοτέλης, που επικρίνει τη δημοκρατία σε άλλα ζητήματα, αναγνωρίζει ότι η άσκηση της δικαστικής εξουσίας είναι απαραίτητο στοιχείο του πολίτη: «O πολίτης δεν ορίζεται με καλύτερο τρόπο παρά με τη συμμετοχή του στη δικαστική εξουσία και στις αρχές».[3]
Η συμμετοχή των πολιτών στη δικαστική εξουσία έχει ως αποτέλεσμα ότι όλες οι πράξεις της διοικήσεως και όλοι ανεξαιρέτως οι άρχοντες, αιρετοί και κληρωτοί, υφίστανται διαρκή έλεγχο (δοκιμασία, εύθυνα), δίνουν λόγο και λογαριασμό για τις πράξεις τους (λόγον διδόναι) και είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, η δε θητεία τους είναι ετήσια. Δηλαδή ο έλεγχος των αρχών είναι διαρκής και ουσιαστικός, πολιτικός και ποινικός. Οι αρχαίοι ήξεραν πολύ καλά αυτό που διατύπωσε τον 19ο αιώνα ο λόρδος Άκτον: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».
Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι η ελευθερία, που σημαίνει την άμεση εναλλαγή στην εξουσία όλων των πολιτών, και όχι των κομμάτων: «χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι το να άρχουν όλοι δι’ εναλλαγής».[4] Η ούτως εννοημένη και πραγματοποιημένη ελευθερία συνιστά και εξασφαλίζει την ισότητα των πολιτών. Η πολιτική ισότητα είναι απόλυτη για όλους τους πολίτες και δεν έρχεται σε αντίφαση με την ελευθερία, όπως υποστηρίζει η ιδεολογία του φιλελευθερισμού.
Η κοινωνική ζωή στη δημοκρατία ρυθμίζεται από κανόνες γενικής ισχύος, οι οποίοι συζητούνται και νομοθετούνται άμεσα από την κοινότητα, υφίσταται δηλαδή η κυριαρχία του γραπτού νόμου και όχι των ατόμων. Δεν υπάρχουν ιεραρχίες ούτε κράτος με την σημερινή έννοια, δηλαδή ένας μηχανισμός εξουσίας χωριστός από το σώμα της κοινωνίας και εφαρμοζόμενος επί της κοινωνίας. Δεν υπάρχουν οι «ειδικοί» της πολιτικής, οι επιστήμονες του Πλάτωνα, δεν υπάρχει επιστήμη της πολιτικής αλλά διαμάχη των δοξών. Όλες οι γνώμες μετρούν εξ ίσου και η πολιτική είναι υπόθεση όλων. Υπάρχει ένας ανοικτός δημόσιος χώρος που είναι πραγματικός δημόσιος, δεν είναι δηλαδή ιδιοκτησία κανενός, εντός του κυκλοφορούν και συζητούνται όλες οι σημαντικές πληροφορίες και λαμβάνονται άμεσα όλες οι κύριες αποφάσεις από τον δήμο. Η παρρησία και η ισηγορία επιτρέπει και επιβάλλει την ουσιαστική πολιτική διαμάχη – και όχι την διαστρεβλωμένη υπό τύπον θεάματος κομματική αντιδικία. Το μεγάλο πολιτικό μάθημα που μας προσφέρει η άμεση δημοκρατία είναι ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία ουδενός προσώπου και κόμματος, δεν ανήκει σε κανέναν, αλλά ασκείται και πρέπει να ασκείται από όλους τους πολίτες.
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα πολίτευμα, θεσμοί και διακυβέρνηση, αλλά και τρόπος του βίου. προϋποθέτει και συνεπάγεται μια ελεύθερη αντίληψη για τον πολίτη και τις σχέσεις του, για την κοινωνία γενικώτερα. Δημιουργεί άλλες καινούργιες αξίες, σημασίες που για πρώτη φορά στην ιστορία αναφέρονται στη συνεργασία, στην αλληλεγγύη, στη φιλία με την ουσιαστική έννοια της λέξεως (έρως), και τη δημιουργία σε όλους τους τομείς, που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός εκπληκτικού πολιτισμού που είναι διαρκής παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα (γλυπτική, αρχιτεκτονική, αγγειογραφία, ιστοριογραφία, ρητορική, τραγωδία, κωμωδία, φιλοσοφία, λόγος, δίκαιο, επιστήμη, ιατρική). Ο πολιτισμός αυτός είναι πολιτικός πολιτισμός, είναι δημιουργία της πόλεως και της δημοκρατίας. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία ο ανθρωπολογικός τύπος του πολιτικού ανθρώπου, του ανθρώπου που ασχολείται αυτοπροσώπως με πάθος με τα κοινά, την πολιτική και την εξουσία, που αναδεικνύει το ζήτημα της πολιτικής ελευθερίας ως το σημαντικώτερο της ανθρωπίνης υπάρξεως. Τη μέριμνα αυτή για το δημόσιο και κοινό συμφέρον - κοινοφιλής διάνοια με τους όρους του Αισχύλου - τονίζουν και εξυμνούν ο Σόλων, ο Περικλής, ο Πρωταγόρας, ο Δημόκριτος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Δημοσθένης.[5]
Tα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα
Είναι εμφανές ότι κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συναντάται στα σημερινά πολιτεύματα, πράγμα που σημαίνει ότι η (άμεση) δημοκρατία δεν έχει σχέση με τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Αρκεί μόνο να τονισθεί ότι τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα έχουν υποκαταστήσει την πολιτική έννοια της ελευθερίας – που, όπως είδαμε, στην άμεση δημοκρατία σημαίνει ισότιμη πραγματική συμμετοχή όλων των πολιτών στην εξουσία - με τις ατομικές ελευθερίες των δικαιωμάτων: ελευθερία της έκφρασης, ελευθερία του λόγου, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, της πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά αγαθά όπως η πληροφόρηση και η εκπαίδευση. Όμως και αυτά είναι δικαιώματα ευκαιριών και όχι αποτελεσμάτων, δηλαδή είναι θεωρητικές διακηρύξεις, μερικές και αμυντικές, οι οποίες σήμερα φαλκιδεύονται συνεχώς.
Στα σημερινά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα η ουσιαστική εξουσία σε όλες τις μορφές της - εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, κυβερνητική - ασκείται από τους ολίγους των κομμάτων εξουσίας και τους βουλευτές του κοινοβουλίου. Ὀλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται και οι νόμοι θεσπίζονται από τους ολίγους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα δικά τους συμφέροντα, των κομμάτων τους και των ισχυρών ανωτέρων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων.[6] Συνεπώς τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα είναι καθαρές ολιγαρχίες - φιλελεύθερες ολιγαρχίες τα αποκάλεσε ο Κ. Καστοριάδης.
Έτσι οι όροι αντιπροσωπευτική, έμμεση, κοινοβουλευτική δημοκρατία κ.λπ με τους οποίους ονομάζεται η σημερινή ολιγαρχία είναι όλοι ψευδείς και απατηλοί. Ο «γεωμετρικός τόπος» όλων αυτών των «δημοκρατιών» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανυπαρξία και η συγκάλυψη της αληθούς δημοκρατίας. Με τον τρόπο αυτό προσπαθούν oι πολιτικοί και οι θεωρητικοί να αποκρύψουν τον ολιγαρχικό χαρακτήρα των σημερινών κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων και το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπάρχει πουθενά στον σημερινό κόσμο. Έτσι συγκροτούν τον ισχυρό πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας – η ιδεολογία εννοείται εδώ όχι ως ένα απλό σύνολο ιδεών, αλλά με την έννοια της ψευδούς συνείδησης που ανέλυσε ο Μαρξ: ως ένα σύστημα ιδεών που προσφέρεται όχι για την κατανόηση αλλά για τη συγκάλυψη της πραγματικότητας. δηλαδή ένα σύστημα εννοιών με ακατοίκητες λέξεις, λέξεις χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς γείωση στην πραγματικότητα. Η ιδεολογία χαρακτηρίζεται από διχασμό ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, από ασυμφωνία ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Επομένως, η χρήση του όρου δημοκρατία, έστω και με την προσθήκη διαφόρων επιθέτων για τον προσδιορισμό των σημερινών κοινοβουλευτικών συστημάτων, από πολιτικούς, κόμματα και δημοσιογράφους αλλά και από πολιτειολόγους και θεωρητικούς, είναι εσφαλμένη και παραπλανητική. Όποιος συνεπώς θεωρεί και αποκαλεί τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες, συνοδευόμενες έστω με ένα επίθετο της αρεσκείας του, απατά ή απατάται, άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
Τελευταίως παράγεται ένας ακόμη πληθωρισμός του όρου δημοκρατία - με την προσθήκη επιθέτων όπως «συμμετοχική», «ισχυρή», «διαβουλευτική», «ηλεκτρονική» κ.ά. Όλα αυτά τα επίθετα προσφέρονται από τους εισηγητές τους για να δηλώσουν «πολιτεύματα» που αποτελούν βελτίωση ή υπέρβαση του υπάρχοντος κοινοβουλευτισμού. Στην καλύτερη περίπτωση στα «πολιτεύματα» αυτά oι εισηγητές τους ενσωματώνουν στοιχεία από την (άμεση) δημοκρατία, οπότε είναι εμφανές ότι τα καινοφανή επίθετα είναι περιττά και επιζήμια, διότι δημιουργούν συγχύσεις. Εξυπηρετούν μόνο την προσωπική ματαιοδοξία των εισηγητών τους. Δεν χρειάζονται καινούρια επίθετα για τη δημοκρατία. Το μόνο επίθετο που μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι «άμεση», αν και αυτό είναι πλεονασμός. Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση.
Αντιπροσώπευση και ολιγαρχία
Η ολιγαρχική δομή των σημερινών πολιτευμάτων στηρίζεται στην αντιπροσώπευση και στα κόμματα. H «αντιπροσώπευση» δημιουργεί μία «διαίρεση της πολιτικής εργασίας», διαίρεση σε κυριάρχους και κυριαρχουμένους, σε εξουσιάζοντες και εκτελεστές, σε αυτούς που αποφασίζουν και σε αυτούς που εκτελούν. Ο καταμερισμός αυτός επιτυγχάνεται με τις εκλογές. Ο Rousseau είναι από τους πρώτους μοντέρνους στοχαστές που το διαπίστωσε: «Υποστηρίζω ότι η κυριαρχία είναι η άσκηση της γενικής βούλησης, δεν μπορεί ποτέ να απαλλοτριωθεί, και ότι ο κυρίαρχος, ως συλλογική οντότητα, δεν είναι δυνατόν να αντιπροσωπευθεί παρά μονάχα από τον εαυτό του». «Η γενική βούληση δεν αντιπροσωπεύεται με κανένα τρόπο: υπάρχει είτε αυτή η ίδια ή κάτι άλλο. δεν υπάρχει μέσος όρος». Eπίσης: «Επειδή ο νόμος είναι η διακήρυξη της γενικής βούλησης είναι σαφές ότι στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας ο λαός δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται».
Ο Ρουσσώ έγραφε επίσης για τον λαό της Αγγλίας (διότι εκεί μόνο υπήρχε κοινοβούλιο και εκλογές στην εποχή του Ρουσσώ) ότι αυτός πιστεύει ότι είναι ελεύθερος αλλά απατάται οικτρώς διότι στην πραγματικότητα είναι ελεύθερος μόνο κατά την στιγμή που γίνονται οι εκλογές για την ανάδειξη του κοινοβουλίου. Μετά ο λαός χάνει την ελευθερία του, είναι δούλος, δεν είναι τίποτα. Ο Κ. Καστοριάδης συμπληρώνει ότι ούτε καν τη στιγμή των εκλογών είναι ελεύθερος, διότι η «εκλογή» του έχει δρομολογηθεί και σηματοδοτηθεί καθ’ όλο το διάστημα πριν από τις εκλογές, από την ιδεολογική κυριαρχία των κομμάτων και των αντιπροσώπων. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που ο λαός αναθέτει την εξουσία στους αντιπροσώπους, την χάνει. «Από τη στιγμή που κάποιος λαός αποκτήσει αντιπροσώπους δεν είναι πλέον ελεύθερος, ούτε υπάρχει». Πράγμα το οποίο ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι Αθηναίοι, γι’ αυτό δεν είχαν αντιπροσώπους και θεωρούσαν τις εκλογές χαρακτηριστικό της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας ενώ την κλήρωσιν χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Αυτή την ειδοποιό διαφορά της δημοκρατίας δέχεται επίσης ο Montesquieu και ο Rousseau. Οι εκλογές άλλωστε στην Αρχαία Ελλάδα δεν είχαν σχέση με την αντιπροσώπευση, αλλά με την εκλογή των καλυτέρων, των αρίστων, στα αξιώματα στα οποία απαιτούνταν ειδικές γνώσεις, ικανότητες και πείρα.
Η κριτική του Rousseau, συνεχίζεται από τον Καστοριάδη, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από την στιγμή κατά την οποία αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά». Κριτική στην αντιπροσώπευση έχουν ασκήσει και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς όπως λ.χ. ο B. Barber που υποστηρίζει ότι πρέπει να συμμετέχουν όσον το δυνατόν περισσότεροι στις αποφάσεις. Κατά συνέπεια, η «αντιπροσώπευση» είναι και στη θεωρία και στην πράξη, αλλοτρίωση της κυριαρχίας των ανθρώπων. Η αλλοτρίωση εννοείται υπό τη νομική έννοια του όρου απαλλοτρίωση: μεταβίβαση ιδιοκτησίας, μεταβίβαση δηλαδή κυριαρχίας από τους ψηφοφόρους προς τα κόμματα. Συνεπώς στα σύγχρονα πολιτεύματα, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση αποτελούν χαρακτηριστικά της ολιγαρχίας και όχι της δημοκρατίας.
Την κατάσταση αυτή είχαν διαγνώσει από τις αρχές του 20ου αιώνα ο R. Μichels και ο M. Ostrogorski,[7] οι οποίοι υπογράμμισαν την ολιγαρχική τάση των κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων που εκδηλώνεται μέσω των κομμάτων και της αντιπροσώπευσης. Ο δεύτερος, αναλύοντας τη λειτουργία των κομμάτων στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, διαπιστώνει την χειραγώγηση που αυτά ασκούν στους ανθρώπους, την προσφυγή τους στη διαφθορά, τη διαρκή επέκταση της επιρροής και της δύναμής τους, τον συνακόλουθο σφετερισμό της εξουσίας, τη συρρίκνωση των πρωτοβουλιών και των εξουσιών των ανθρώπων, την απίσχνανση του πολιτικού διαλόγου και του επιχειρήματος. Εν ολίγοις, o Ostrogorski, αναδεικνύει τη βασική αλήθεια ότι τα κόμματα αποβλέπουν στην ολιγαρχική οργάνωση της κοινωνίας, ότι είναι ξένα προς το δημοκρατικό πολίτευμα και εχθρικά προς την πολιτική συμμετοχή και την ισότητα.
Η αντιπροσώπευση οδηγεί έτσι στην αδράνεια και απομάκρυνση των ανθρώπων από τα πολιτικά πράγματα, με συνέπεια να μην υπάρχει έλεγχος της εξουσίας και αντίσταση στις «ολοκληρωτικές» τάσεις της ολιγαρχικής και αυταρχικής διακυβερνήσεως. Αυτό συμβαίνει επειδή βασικός αντικειμενικός σκοπός των κομμάτων είναι να εμποδίσουν τους ανθρώπους να ασχολούνται και να αποφασίζουν για τα προβλήματά τους και τα προβλήματα της κοινωνίας. Η γραφειοκρατικοποίηση και η κομματοκρατία επιφέρουν την παθητικοποίηση και τη δυσκολία επικοινωνίας των ανθρώπων, που με τη σειρά τους οδηγούν στην ιδιώτευση. H πίστη στα κόμματα και η εξάρτηση από τους «αντιπροσώπους» υπονομεύει και ακυρώνει την ικανότητα των ανθρώπων να βοηθήσουν τον εαυτό τους, να λύσουν τα προβλήματά τους. Δημιουργείται λοιπόν μιά ετερόνομη κατάσταση, που δεν επιτρέπει τη συμμετοχή στη θέσπιση των νόμων και στη λήψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινότητα, από τους ίδιους τους ανθρώπους, κατάσταση αντίθετη προς την αυτονομία και την αυτοκυβέρνηση.
Αυτή η θεσμισμένη και εσωτερικευμένη ετερονομία διαπιστώνεται και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα: «Η ρύθμιση που περιέχουν οι κανόνες δικαίου, είναι ετερόνομη. Δηλαδή η συμπεριφορά του ανθρώπου δεν προσδιορίζεται και δεν υπαγορεύεται από τους ίδιους αλλά επιβάλλεται από άλλη βούληση, δηλαδή από το δίκαιο το οποίο τίθεται από την κρατική εξουσία».[8] Εκφράζεται δε με πλήρη σαφήνεια στον καταστατικό χάρτη του πολιτεύματος, στο Σύνταγμα, το οποίο, σύμφωνα με έγκριτο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου «αποτελεί τη συμπυκνωμένη νομική έκφραση και αποτύπωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων».[9] Ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τα κόμματα, τους ισχυρούς και τους πλούσιους, δηλαδή τους ολίγους και όχι τους πολλούς. Την αλήθεια αυτή είχαν διατυπώσει οι Σοφιστές στην κλασική Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα: «το ισχύον δίκαιο σε μια κοινωνία εκφράζει το δίκαιο του ισχυροτέρου».[10] Αλήθεια που έκτοτε συγκαλύφθηκε με διάφορους τρόπους από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τους μοντέρνους θεωρητικούς του «κοινωνικού συμβολαίου». Ο D. Hume (1711-1776) άσκησε κριτική στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, και γράφει χαρακτηριστικά: «σχεδόν όλα τα πολιτεύματα που υπάρχουν σήμερα ή που μαρτυρούνται από κάποιο ιστορικό κείμενο, έχουν εξαρχής θεμελιωθεί είτε σε σφετερισμό [της εξουσίας] ή κατάκτηση, είτε και στα δύο, χωρίς κάποια πρόφαση μιας πρόθυμης συναίνεσης ή θεληματικής υποταγής του λαού».[11]
Αυτό συνεπώς που προέχει είναι η χειραφέτηση από την ολιγαρχική ιδεολογία, η αποδέσμευση από τη λογική των κομμάτων και των «αντιπροσώπων» και η συνακόλουθη προώθηση της συμμετοχής των ανθρώπων στις αποφάσεις και στη θέσπιση των νόμων, ο ουσιαστικός διαχωρισμός των εξουσιών και ο ενδελεχής έλεγχός τους. Επιβάλλεται κυρίως η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας με στελέχωσή της από τμήματα πολιτών. Με άλλα λόγια αυτό που πρέπει να τεθεί ως κύριο αίτημα είναι η συμμετοχή όλων στην εξουσία, υπό όλες τις μορφές της.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Εκτός της H. Arendt και του Κ. Καστοριάδη υπάρχουν και άλλοι μελετητές που πραγματεύονται την κρίση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όπως ο Lasch, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφ. Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, 1999. Του ιδίου, Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της δημοκρατίας, μτφ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2004. K. Κράουτς, Μεταδημοκρατία, μτφ. Α. Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006. Κυρ. Σιμόπουλος, Η διαφθορά της εξουσίας, Αθήνα 1992.
2. Πολιτικά, 4, 1294β9-11: δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς τὸ δ’ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν.
3.Αριστοτέλης Πολιτικά, 3, 1275a25.
4. Ἐλευθερίας ἕν μὲν τὸ ἐν μέρει ἄρχεσθαι καὶ ἄρχειν (Αριστοτέλης Πολιτικά 6, 1317b2-3).
5. Για περισσότερα περί άμεσης δημοκρατίας βλ. Οικονόμου Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Αθήνα, 2007, και φυσικά τα σχετικά κείμενα του Κ. Καστοριάδη.
6. Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.
7. Ostrogorski, La démocratie et les parties politiques (1903), Fayard, Paris, 1993.
8. Δ. Χριστοφιλόπουλος, Εισαγωγή στο δίκαιο, Αθήνα 1998, σ. 13.
9. Α. Μάνεσης, «Πολιτική κρίση και κρίση της πολιτικής», Το Βήμα, 29 Ιανουαρίου 1995, σ. 11.
10. Η φράση είναι του Θρασυμάχου, όπως αναφέρεται στην πλατωνική Πολιτεία (1, 338γ): φημὶ γὰρ ἐγὼ εἶναι τὸ δίκαιον οὐκ ἄλλο τί ἢ τὸ τοῦ κρείτονος συμφέρον. Bλ. και Spinoza, Πολιτική πραγματεία, κεφ. 2, 4.
11. «To πρωταρχικό συμβόλαιο», στο Δοκίμια, οικονομικά-ιστορικά-πολιτικοκοινωνικά, πρόλ.-μτφ.-σχόλ. Ε. Παπανούτσος, Παπαζήσης, Αθήνα, 1979, σ. 77. Επίσης σ. 79-80. Επίσης ο Spinoza ήταν κατά του κοινωνικού συμβολαίου.
δημοκρατία σε κίνηση", έκδ. ΑΣΚΤ, Αθήνα 2009]
ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Δρ Φιλοσοφίας
Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ
Aπό το φθινόπωρο του 2008, η ανθρωπότητα ζει μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία της: την κρίση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού-οικονομικού συστήματος μετά από την πανθομολογούμενη αποτυχία της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Όμως η κρίση αυτή είναι βαθύτερη, είναι κρίση του φιλελεύθερου καπιταλισμού και της ιδεολογίας του, αφού όπως αποδείχθηκε ο νεοφιλελευθερισμός είναι η αναγκαστική επέκταση ή το ανώτατο στάδιο του φιλελευθερισμού. Είναι κυρίως κρίση κοινωνική, κρίση δομών, αξιών και σημασιών. αφορά και το λεγόμενο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στη Δύση εδώ και δύο αιώνες. Αυτό διαπιστώνεται εδώ και μερικά χρόνια από πολλές πλευρές. οι διαγνώσεις και οι αιτιολογίες όμως ποικίλλουν αναλόγως της οπτικής του εκάστοτε ερευνητή.[1]
Από την άλλη παντού, στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, σε βιβλία και στην τηλεόραση το πολίτευμα αυτό αποκαλείται δημοκρατία, ενίοτε συνοδευόμενη από ένα επίθετο αναλόγως της αρεσκείας εκάστου (αντιπροσωπευτική, έμμεση, αστική, κοινοβουλευτική, σύγχρονη κ.λπ). Μάλιστα ο πολύς Φ. Φουκουγιάμα το 1989, μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, δήλωνε σε άπταιστο προφητικό στυλ το «τέλος της ιστορίας», γράφοντας χαρακτηριστικά τα εξής: «παρατηρούμε το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και την καθολικοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως τελικής μορφής της ανθρώπινης διακυβερνήσεως».
Eίναι όμως έτσι; Είναι τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες; Φιλελεύθερες, αντιπροσωπευτικές, κοινοβουλευτικές ή έμμεσες; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να εξετασθεί πρώτα τι είναι δημοκρατία. Για να διασαφηνισθεί αυτό θα πρέπει να δούμε συνοπτικώς τι ήταν η δημοκρατία όταν επινοήθηκε και δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στις αρχαιοελληνικές πόλεις, κυρίως στην Αθήνα, και όταν επίσης για πρώτη φορά οι άνθρωποι στοχάσθηκαν γύρω από τη δημοκρατία.
Η άμεση δημοκρατία
Αυτό που πρέπει πρωτίστως να τονισθεί είναι ότι η δημοκρατία δεν δημιουργήθηκε ξαφνικά άπαξ δια παντός, αλλά βαθμιαία και σταδιακά από τους αγώνες του δήμου, των κατωτέρων στρωμάτων. είναι το αποτέλεσμα της ρητής συλλογικής αυτοθέσμισης της κοινωνίας. Δημοκρατία σημαίνει κράτος του δήμου, κυριαρχία του δήμου, την πραγματική κυριαρχία των πολιτών και όχι των κομμάτων. Τα χαρακτηριστικά του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως διαμορφώθηκαν στην αρχαία ελληνική δημοκρατία αποκλείουν την μεταβίβαση εξουσιών σε αντιπροσώπους, αφού ο δήμος είναι η κύρια πηγή όλων των εξουσιών και δεν αναγνωρίζει άλλη πηγή και αιτία της θέσμισης και του νόμου παρά μόνο τον εαυτό του (ἔδοξεν τῆ βουλῆ καὶ τῷ δήμῳ). Αυτό σημαίνει πραγματική συμμετοχή σε όλες τις μορφές της εξουσίας, κυβερνητική, δικαστική, νομοθετική, εκτελεστική. άμεση συμμετοχή όλων στη συζήτηση και τη διαμόρφωση των νόμων, στη λήψη των αποφάσεων.
Η συμμετοχή αυτή επιτυγχάνεται με δύο θεσμούς: πρώτον, την εκκλησία του δήμου που επιτρέπει την άμεση παρουσία όλων των πολιτών στη νομοθετική και κυβερνητική εξουσία. δεύτερον, την κλήρωσιν, η οποία επιτρέπει τη συμμετοχή στην εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Η συντριπτική πλειονότητα των αξιωματούχων (99,9%) ορίζεται με κλήρωση. Πράγματι, οι 6000 δικαστές της Ηλιαίας, οι 500 βουλευτές της Βουλής των Πεντακοσίων, οι εννέα άρχοντες και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι κληρώνονται. Οι άρχοντες για τους οποίους απαιτούνται ειδικές γνώσεις, πείρα και ικανότητες (στρατηγοί, ταμίαι κ.λπ) εκλέγονται δια χειροτονίας στην εκκλησία του δήμου. Όπως είναι εμφανές η κλήρωση είναι η ειδοποιός διαφορά της δημοκρατίας ενώ οι εκλογές η ειδοποιός διαφορά της ολιγαρχίας, όπως αναγνωρίζει και ο Αριστοτέλης.[2]
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η ουσιαστική ανεξαρτησία των τεσσάρων εξουσιών (κυβερνητικής, εκτελεστικής, δικαστικής, νομοθετικής) από τη στιγμή που ασκούνται από όλους τους πολίτες. Όπως επισημαίνει ο Κ. Καστοριάδης, στη δημοκρατία υπάρχει μια θεωρία, όχι του διαχωρισμού, αλλά της διασύνδεσης των εξουσιών, και σε μια μορφή που αποφεύγει τη σύγχρονη πολιτική φενάκη που γνωρίζουμε από τον 18ο αιώνα, με τον Λοκ και τον Μοντεσκιέ. Το σημαντικό και νευραλγικό όργανο της (άμεσης) δημοκρατίας είναι η απόδοση της δικαιοσύνης από όλους τους πολίτες και προς όλους τους πολίτες. Ουδείς εξαιρείται ούτε είναι υπεράνω υποψίας, υπεράνω του νόμου. Απαραίτητο προς τούτο στοιχείο είναι η ανεξαρτησία και η πραγματική αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας, ο αποκλεισμός της δυνατότητας διαφθοράς ή εξαγοράς των δικαστών. Για να εξασφαλισθεί αυτή η απαίτηση δεν υπάρχει άλλος τρόπος από τη συλλογική συμμετοχή όλων των πολιτών στη δικαστική εξουσία, είτε μέσω της εκκλησίας του δήμου και της κληρωτής βουλής των Πεντακοσίων είτε μέσω κληρώσεως στα πολυμελή τμήματα της Ηλιαίας. Αυτή η αρχή εισάγεται για πρώτη φορά από τον Σόλωνα και παρέμεινε έκτοτε η σίγουρη και αδιαφιλονίκητη βάση της δημοκρατίας. Ακόμη και ο Αριστοτέλης, που επικρίνει τη δημοκρατία σε άλλα ζητήματα, αναγνωρίζει ότι η άσκηση της δικαστικής εξουσίας είναι απαραίτητο στοιχείο του πολίτη: «O πολίτης δεν ορίζεται με καλύτερο τρόπο παρά με τη συμμετοχή του στη δικαστική εξουσία και στις αρχές».[3]
Η συμμετοχή των πολιτών στη δικαστική εξουσία έχει ως αποτέλεσμα ότι όλες οι πράξεις της διοικήσεως και όλοι ανεξαιρέτως οι άρχοντες, αιρετοί και κληρωτοί, υφίστανται διαρκή έλεγχο (δοκιμασία, εύθυνα), δίνουν λόγο και λογαριασμό για τις πράξεις τους (λόγον διδόναι) και είναι ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, η δε θητεία τους είναι ετήσια. Δηλαδή ο έλεγχος των αρχών είναι διαρκής και ουσιαστικός, πολιτικός και ποινικός. Οι αρχαίοι ήξεραν πολύ καλά αυτό που διατύπωσε τον 19ο αιώνα ο λόρδος Άκτον: «Η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».
Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι η ελευθερία, που σημαίνει την άμεση εναλλαγή στην εξουσία όλων των πολιτών, και όχι των κομμάτων: «χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι το να άρχουν όλοι δι’ εναλλαγής».[4] Η ούτως εννοημένη και πραγματοποιημένη ελευθερία συνιστά και εξασφαλίζει την ισότητα των πολιτών. Η πολιτική ισότητα είναι απόλυτη για όλους τους πολίτες και δεν έρχεται σε αντίφαση με την ελευθερία, όπως υποστηρίζει η ιδεολογία του φιλελευθερισμού.
Η κοινωνική ζωή στη δημοκρατία ρυθμίζεται από κανόνες γενικής ισχύος, οι οποίοι συζητούνται και νομοθετούνται άμεσα από την κοινότητα, υφίσταται δηλαδή η κυριαρχία του γραπτού νόμου και όχι των ατόμων. Δεν υπάρχουν ιεραρχίες ούτε κράτος με την σημερινή έννοια, δηλαδή ένας μηχανισμός εξουσίας χωριστός από το σώμα της κοινωνίας και εφαρμοζόμενος επί της κοινωνίας. Δεν υπάρχουν οι «ειδικοί» της πολιτικής, οι επιστήμονες του Πλάτωνα, δεν υπάρχει επιστήμη της πολιτικής αλλά διαμάχη των δοξών. Όλες οι γνώμες μετρούν εξ ίσου και η πολιτική είναι υπόθεση όλων. Υπάρχει ένας ανοικτός δημόσιος χώρος που είναι πραγματικός δημόσιος, δεν είναι δηλαδή ιδιοκτησία κανενός, εντός του κυκλοφορούν και συζητούνται όλες οι σημαντικές πληροφορίες και λαμβάνονται άμεσα όλες οι κύριες αποφάσεις από τον δήμο. Η παρρησία και η ισηγορία επιτρέπει και επιβάλλει την ουσιαστική πολιτική διαμάχη – και όχι την διαστρεβλωμένη υπό τύπον θεάματος κομματική αντιδικία. Το μεγάλο πολιτικό μάθημα που μας προσφέρει η άμεση δημοκρατία είναι ότι η εξουσία δεν είναι ιδιοκτησία ουδενός προσώπου και κόμματος, δεν ανήκει σε κανέναν, αλλά ασκείται και πρέπει να ασκείται από όλους τους πολίτες.
Η δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα πολίτευμα, θεσμοί και διακυβέρνηση, αλλά και τρόπος του βίου. προϋποθέτει και συνεπάγεται μια ελεύθερη αντίληψη για τον πολίτη και τις σχέσεις του, για την κοινωνία γενικώτερα. Δημιουργεί άλλες καινούργιες αξίες, σημασίες που για πρώτη φορά στην ιστορία αναφέρονται στη συνεργασία, στην αλληλεγγύη, στη φιλία με την ουσιαστική έννοια της λέξεως (έρως), και τη δημιουργία σε όλους τους τομείς, που έχουν ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός εκπληκτικού πολιτισμού που είναι διαρκής παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα (γλυπτική, αρχιτεκτονική, αγγειογραφία, ιστοριογραφία, ρητορική, τραγωδία, κωμωδία, φιλοσοφία, λόγος, δίκαιο, επιστήμη, ιατρική). Ο πολιτισμός αυτός είναι πολιτικός πολιτισμός, είναι δημιουργία της πόλεως και της δημοκρατίας. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία ο ανθρωπολογικός τύπος του πολιτικού ανθρώπου, του ανθρώπου που ασχολείται αυτοπροσώπως με πάθος με τα κοινά, την πολιτική και την εξουσία, που αναδεικνύει το ζήτημα της πολιτικής ελευθερίας ως το σημαντικώτερο της ανθρωπίνης υπάρξεως. Τη μέριμνα αυτή για το δημόσιο και κοινό συμφέρον - κοινοφιλής διάνοια με τους όρους του Αισχύλου - τονίζουν και εξυμνούν ο Σόλων, ο Περικλής, ο Πρωταγόρας, ο Δημόκριτος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Δημοσθένης.[5]
Tα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα
Είναι εμφανές ότι κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά δεν συναντάται στα σημερινά πολιτεύματα, πράγμα που σημαίνει ότι η (άμεση) δημοκρατία δεν έχει σχέση με τα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Αρκεί μόνο να τονισθεί ότι τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα έχουν υποκαταστήσει την πολιτική έννοια της ελευθερίας – που, όπως είδαμε, στην άμεση δημοκρατία σημαίνει ισότιμη πραγματική συμμετοχή όλων των πολιτών στην εξουσία - με τις ατομικές ελευθερίες των δικαιωμάτων: ελευθερία της έκφρασης, ελευθερία του λόγου, του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, της πρόσβασης σε βασικά κοινωνικά αγαθά όπως η πληροφόρηση και η εκπαίδευση. Όμως και αυτά είναι δικαιώματα ευκαιριών και όχι αποτελεσμάτων, δηλαδή είναι θεωρητικές διακηρύξεις, μερικές και αμυντικές, οι οποίες σήμερα φαλκιδεύονται συνεχώς.
Στα σημερινά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα η ουσιαστική εξουσία σε όλες τις μορφές της - εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, κυβερνητική - ασκείται από τους ολίγους των κομμάτων εξουσίας και τους βουλευτές του κοινοβουλίου. Ὀλες οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται και οι νόμοι θεσπίζονται από τους ολίγους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τα δικά τους συμφέροντα, των κομμάτων τους και των ισχυρών ανωτέρων κοινωνικο-οικονομικών στρωμάτων.[6] Συνεπώς τα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα είναι καθαρές ολιγαρχίες - φιλελεύθερες ολιγαρχίες τα αποκάλεσε ο Κ. Καστοριάδης.
Έτσι οι όροι αντιπροσωπευτική, έμμεση, κοινοβουλευτική δημοκρατία κ.λπ με τους οποίους ονομάζεται η σημερινή ολιγαρχία είναι όλοι ψευδείς και απατηλοί. Ο «γεωμετρικός τόπος» όλων αυτών των «δημοκρατιών» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανυπαρξία και η συγκάλυψη της αληθούς δημοκρατίας. Με τον τρόπο αυτό προσπαθούν oι πολιτικοί και οι θεωρητικοί να αποκρύψουν τον ολιγαρχικό χαρακτήρα των σημερινών κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων και το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπάρχει πουθενά στον σημερινό κόσμο. Έτσι συγκροτούν τον ισχυρό πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας – η ιδεολογία εννοείται εδώ όχι ως ένα απλό σύνολο ιδεών, αλλά με την έννοια της ψευδούς συνείδησης που ανέλυσε ο Μαρξ: ως ένα σύστημα ιδεών που προσφέρεται όχι για την κατανόηση αλλά για τη συγκάλυψη της πραγματικότητας. δηλαδή ένα σύστημα εννοιών με ακατοίκητες λέξεις, λέξεις χωρίς αντίκρυσμα, χωρίς γείωση στην πραγματικότητα. Η ιδεολογία χαρακτηρίζεται από διχασμό ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, από ασυμφωνία ανάμεσα στο λέγειν και το πράττειν.
Επομένως, η χρήση του όρου δημοκρατία, έστω και με την προσθήκη διαφόρων επιθέτων για τον προσδιορισμό των σημερινών κοινοβουλευτικών συστημάτων, από πολιτικούς, κόμματα και δημοσιογράφους αλλά και από πολιτειολόγους και θεωρητικούς, είναι εσφαλμένη και παραπλανητική. Όποιος συνεπώς θεωρεί και αποκαλεί τα σημερινά πολιτεύματα δημοκρατίες, συνοδευόμενες έστω με ένα επίθετο της αρεσκείας του, απατά ή απατάται, άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
Τελευταίως παράγεται ένας ακόμη πληθωρισμός του όρου δημοκρατία - με την προσθήκη επιθέτων όπως «συμμετοχική», «ισχυρή», «διαβουλευτική», «ηλεκτρονική» κ.ά. Όλα αυτά τα επίθετα προσφέρονται από τους εισηγητές τους για να δηλώσουν «πολιτεύματα» που αποτελούν βελτίωση ή υπέρβαση του υπάρχοντος κοινοβουλευτισμού. Στην καλύτερη περίπτωση στα «πολιτεύματα» αυτά oι εισηγητές τους ενσωματώνουν στοιχεία από την (άμεση) δημοκρατία, οπότε είναι εμφανές ότι τα καινοφανή επίθετα είναι περιττά και επιζήμια, διότι δημιουργούν συγχύσεις. Εξυπηρετούν μόνο την προσωπική ματαιοδοξία των εισηγητών τους. Δεν χρειάζονται καινούρια επίθετα για τη δημοκρατία. Το μόνο επίθετο που μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι «άμεση», αν και αυτό είναι πλεονασμός. Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση.
Αντιπροσώπευση και ολιγαρχία
Η ολιγαρχική δομή των σημερινών πολιτευμάτων στηρίζεται στην αντιπροσώπευση και στα κόμματα. H «αντιπροσώπευση» δημιουργεί μία «διαίρεση της πολιτικής εργασίας», διαίρεση σε κυριάρχους και κυριαρχουμένους, σε εξουσιάζοντες και εκτελεστές, σε αυτούς που αποφασίζουν και σε αυτούς που εκτελούν. Ο καταμερισμός αυτός επιτυγχάνεται με τις εκλογές. Ο Rousseau είναι από τους πρώτους μοντέρνους στοχαστές που το διαπίστωσε: «Υποστηρίζω ότι η κυριαρχία είναι η άσκηση της γενικής βούλησης, δεν μπορεί ποτέ να απαλλοτριωθεί, και ότι ο κυρίαρχος, ως συλλογική οντότητα, δεν είναι δυνατόν να αντιπροσωπευθεί παρά μονάχα από τον εαυτό του». «Η γενική βούληση δεν αντιπροσωπεύεται με κανένα τρόπο: υπάρχει είτε αυτή η ίδια ή κάτι άλλο. δεν υπάρχει μέσος όρος». Eπίσης: «Επειδή ο νόμος είναι η διακήρυξη της γενικής βούλησης είναι σαφές ότι στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας ο λαός δεν μπορεί να αντιπροσωπεύεται».
Ο Ρουσσώ έγραφε επίσης για τον λαό της Αγγλίας (διότι εκεί μόνο υπήρχε κοινοβούλιο και εκλογές στην εποχή του Ρουσσώ) ότι αυτός πιστεύει ότι είναι ελεύθερος αλλά απατάται οικτρώς διότι στην πραγματικότητα είναι ελεύθερος μόνο κατά την στιγμή που γίνονται οι εκλογές για την ανάδειξη του κοινοβουλίου. Μετά ο λαός χάνει την ελευθερία του, είναι δούλος, δεν είναι τίποτα. Ο Κ. Καστοριάδης συμπληρώνει ότι ούτε καν τη στιγμή των εκλογών είναι ελεύθερος, διότι η «εκλογή» του έχει δρομολογηθεί και σηματοδοτηθεί καθ’ όλο το διάστημα πριν από τις εκλογές, από την ιδεολογική κυριαρχία των κομμάτων και των αντιπροσώπων. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που ο λαός αναθέτει την εξουσία στους αντιπροσώπους, την χάνει. «Από τη στιγμή που κάποιος λαός αποκτήσει αντιπροσώπους δεν είναι πλέον ελεύθερος, ούτε υπάρχει». Πράγμα το οποίο ήξεραν πολύ καλά οι αρχαίοι Αθηναίοι, γι’ αυτό δεν είχαν αντιπροσώπους και θεωρούσαν τις εκλογές χαρακτηριστικό της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας ενώ την κλήρωσιν χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Αυτή την ειδοποιό διαφορά της δημοκρατίας δέχεται επίσης ο Montesquieu και ο Rousseau. Οι εκλογές άλλωστε στην Αρχαία Ελλάδα δεν είχαν σχέση με την αντιπροσώπευση, αλλά με την εκλογή των καλυτέρων, των αρίστων, στα αξιώματα στα οποία απαιτούνταν ειδικές γνώσεις, ικανότητες και πείρα.
Η κριτική του Rousseau, συνεχίζεται από τον Καστοριάδη, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Από την στιγμή κατά την οποία αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), αναθέτει κανείς την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά». Κριτική στην αντιπροσώπευση έχουν ασκήσει και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς όπως λ.χ. ο B. Barber που υποστηρίζει ότι πρέπει να συμμετέχουν όσον το δυνατόν περισσότεροι στις αποφάσεις. Κατά συνέπεια, η «αντιπροσώπευση» είναι και στη θεωρία και στην πράξη, αλλοτρίωση της κυριαρχίας των ανθρώπων. Η αλλοτρίωση εννοείται υπό τη νομική έννοια του όρου απαλλοτρίωση: μεταβίβαση ιδιοκτησίας, μεταβίβαση δηλαδή κυριαρχίας από τους ψηφοφόρους προς τα κόμματα. Συνεπώς στα σύγχρονα πολιτεύματα, τα κόμματα και η αντιπροσώπευση αποτελούν χαρακτηριστικά της ολιγαρχίας και όχι της δημοκρατίας.
Την κατάσταση αυτή είχαν διαγνώσει από τις αρχές του 20ου αιώνα ο R. Μichels και ο M. Ostrogorski,[7] οι οποίοι υπογράμμισαν την ολιγαρχική τάση των κοινοβουλευτικών πολιτευμάτων που εκδηλώνεται μέσω των κομμάτων και της αντιπροσώπευσης. Ο δεύτερος, αναλύοντας τη λειτουργία των κομμάτων στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, διαπιστώνει την χειραγώγηση που αυτά ασκούν στους ανθρώπους, την προσφυγή τους στη διαφθορά, τη διαρκή επέκταση της επιρροής και της δύναμής τους, τον συνακόλουθο σφετερισμό της εξουσίας, τη συρρίκνωση των πρωτοβουλιών και των εξουσιών των ανθρώπων, την απίσχνανση του πολιτικού διαλόγου και του επιχειρήματος. Εν ολίγοις, o Ostrogorski, αναδεικνύει τη βασική αλήθεια ότι τα κόμματα αποβλέπουν στην ολιγαρχική οργάνωση της κοινωνίας, ότι είναι ξένα προς το δημοκρατικό πολίτευμα και εχθρικά προς την πολιτική συμμετοχή και την ισότητα.
Η αντιπροσώπευση οδηγεί έτσι στην αδράνεια και απομάκρυνση των ανθρώπων από τα πολιτικά πράγματα, με συνέπεια να μην υπάρχει έλεγχος της εξουσίας και αντίσταση στις «ολοκληρωτικές» τάσεις της ολιγαρχικής και αυταρχικής διακυβερνήσεως. Αυτό συμβαίνει επειδή βασικός αντικειμενικός σκοπός των κομμάτων είναι να εμποδίσουν τους ανθρώπους να ασχολούνται και να αποφασίζουν για τα προβλήματά τους και τα προβλήματα της κοινωνίας. Η γραφειοκρατικοποίηση και η κομματοκρατία επιφέρουν την παθητικοποίηση και τη δυσκολία επικοινωνίας των ανθρώπων, που με τη σειρά τους οδηγούν στην ιδιώτευση. H πίστη στα κόμματα και η εξάρτηση από τους «αντιπροσώπους» υπονομεύει και ακυρώνει την ικανότητα των ανθρώπων να βοηθήσουν τον εαυτό τους, να λύσουν τα προβλήματά τους. Δημιουργείται λοιπόν μιά ετερόνομη κατάσταση, που δεν επιτρέπει τη συμμετοχή στη θέσπιση των νόμων και στη λήψη των αποφάσεων από την ίδια την κοινότητα, από τους ίδιους τους ανθρώπους, κατάσταση αντίθετη προς την αυτονομία και την αυτοκυβέρνηση.
Αυτή η θεσμισμένη και εσωτερικευμένη ετερονομία διαπιστώνεται και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα: «Η ρύθμιση που περιέχουν οι κανόνες δικαίου, είναι ετερόνομη. Δηλαδή η συμπεριφορά του ανθρώπου δεν προσδιορίζεται και δεν υπαγορεύεται από τους ίδιους αλλά επιβάλλεται από άλλη βούληση, δηλαδή από το δίκαιο το οποίο τίθεται από την κρατική εξουσία».[8] Εκφράζεται δε με πλήρη σαφήνεια στον καταστατικό χάρτη του πολιτεύματος, στο Σύνταγμα, το οποίο, σύμφωνα με έγκριτο καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου «αποτελεί τη συμπυκνωμένη νομική έκφραση και αποτύπωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων».[9] Ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τα κόμματα, τους ισχυρούς και τους πλούσιους, δηλαδή τους ολίγους και όχι τους πολλούς. Την αλήθεια αυτή είχαν διατυπώσει οι Σοφιστές στην κλασική Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα: «το ισχύον δίκαιο σε μια κοινωνία εκφράζει το δίκαιο του ισχυροτέρου».[10] Αλήθεια που έκτοτε συγκαλύφθηκε με διάφορους τρόπους από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τους μοντέρνους θεωρητικούς του «κοινωνικού συμβολαίου». Ο D. Hume (1711-1776) άσκησε κριτική στις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου, και γράφει χαρακτηριστικά: «σχεδόν όλα τα πολιτεύματα που υπάρχουν σήμερα ή που μαρτυρούνται από κάποιο ιστορικό κείμενο, έχουν εξαρχής θεμελιωθεί είτε σε σφετερισμό [της εξουσίας] ή κατάκτηση, είτε και στα δύο, χωρίς κάποια πρόφαση μιας πρόθυμης συναίνεσης ή θεληματικής υποταγής του λαού».[11]
Αυτό συνεπώς που προέχει είναι η χειραφέτηση από την ολιγαρχική ιδεολογία, η αποδέσμευση από τη λογική των κομμάτων και των «αντιπροσώπων» και η συνακόλουθη προώθηση της συμμετοχής των ανθρώπων στις αποφάσεις και στη θέσπιση των νόμων, ο ουσιαστικός διαχωρισμός των εξουσιών και ο ενδελεχής έλεγχός τους. Επιβάλλεται κυρίως η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας με στελέχωσή της από τμήματα πολιτών. Με άλλα λόγια αυτό που πρέπει να τεθεί ως κύριο αίτημα είναι η συμμετοχή όλων στην εξουσία, υπό όλες τις μορφές της.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Εκτός της H. Arendt και του Κ. Καστοριάδη υπάρχουν και άλλοι μελετητές που πραγματεύονται την κρίση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όπως ο Lasch, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφ. Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, 1999. Του ιδίου, Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της δημοκρατίας, μτφ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2004. K. Κράουτς, Μεταδημοκρατία, μτφ. Α. Κιουπκιολής, Εκκρεμές, Αθήνα, 2006. Κυρ. Σιμόπουλος, Η διαφθορά της εξουσίας, Αθήνα 1992.
2. Πολιτικά, 4, 1294β9-11: δημοκρατικὸν μὲν εἶναι τὸ κληρωτὰς εἶναι τὰς ἀρχὰς τὸ δ’ αἱρετὰς ὀλιγαρχικὸν.
3.Αριστοτέλης Πολιτικά, 3, 1275a25.
4. Ἐλευθερίας ἕν μὲν τὸ ἐν μέρει ἄρχεσθαι καὶ ἄρχειν (Αριστοτέλης Πολιτικά 6, 1317b2-3).
5. Για περισσότερα περί άμεσης δημοκρατίας βλ. Οικονόμου Η άμεση δημοκρατία και η κριτική του Αριστοτέλη, Αθήνα, 2007, και φυσικά τα σχετικά κείμενα του Κ. Καστοριάδη.
6. Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009.
7. Ostrogorski, La démocratie et les parties politiques (1903), Fayard, Paris, 1993.
8. Δ. Χριστοφιλόπουλος, Εισαγωγή στο δίκαιο, Αθήνα 1998, σ. 13.
9. Α. Μάνεσης, «Πολιτική κρίση και κρίση της πολιτικής», Το Βήμα, 29 Ιανουαρίου 1995, σ. 11.
10. Η φράση είναι του Θρασυμάχου, όπως αναφέρεται στην πλατωνική Πολιτεία (1, 338γ): φημὶ γὰρ ἐγὼ εἶναι τὸ δίκαιον οὐκ ἄλλο τί ἢ τὸ τοῦ κρείτονος συμφέρον. Bλ. και Spinoza, Πολιτική πραγματεία, κεφ. 2, 4.
11. «To πρωταρχικό συμβόλαιο», στο Δοκίμια, οικονομικά-ιστορικά-πολιτικοκοινωνικά, πρόλ.-μτφ.-σχόλ. Ε. Παπανούτσος, Παπαζήσης, Αθήνα, 1979, σ. 77. Επίσης σ. 79-80. Επίσης ο Spinoza ήταν κατά του κοινωνικού συμβολαίου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)