Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2017

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ




[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 23
 Φεβρουαρίου 2017]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ φιλοσοφίας, συγγραφέας


Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ*


Η επί δεκαετίες πορεία προς την χρεοκοπία έδειξε ότι οι θεσμοί του ελληνικού αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, χαρακτηρίζονται από αστάθεια, ρευστότητα και αδυναμία να οργανώσουν τον συνολικό βίο σε μία εύρυθμη, ευνομούμενη πολιτεία προς όφελος του κοινού αγαθού. Όλοι οι βασικοί αρμοί και θεσμοί του – κυβερνητική, νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική εξουσία, κόμματα, εκπαιδευτικό σύστημα, Σύνταγμα -, αποδείχθηκαν απλά επιφαινόμενα και όχι ουσιώδη συστατικά συντεταγμένης πολιτείας. Επέτρεψαν τη βαθειά γενικευμένη διαφθορά, το πελατειακό κράτος, ευνόησαν τις ποικίλες συντεχνίες, την αναξιοκρατία, τη σπατάλη, την ανευθυνότητα, την κατίσχυση των ιδιωτικών συμφερόντων, που σε συνδυασμό με την τεράστια ανικανότητα των κυβερνώντων και του κρατικού μηχανισμού υπονόμευσαν θανάσιμα το κοινό συμφέρον. Η ελληνική χρεοκοπία  ανέδειξε τα δομικά λάθη του κράτους, τις θεσμικές αδυναμίες, την ανεπάρκεια των πολιτικών και των κομμάτων, όλες τις παθογένειες και παθολογίες του κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος. Ανέδειξε επίσης όλα τα λειτουργικά προβλήματα της οικονομίας και την αποτυχία του κρατικοδίαιτου οικονομικού μοντέλου.
Οι ένοχοι για τη γενικευμένη χρεοκοπία είναι το πολιτικό-οικονομικό σύστημα, η κυβερνητική, εκτελεστική, νομοθετική και  δικαστική εξουσία, τα δύο κόμματα  NΔ και ΠΑΣΟΚ, τα πρόσωπα που σχεδίασαν και υλοποίησαν την καταστροφή. Τους ενόχους εξέθρεψε το θεσμικό πλαίσιο που καθορίζεται από το ισχύον Σύνταγμα και επιβάλλει την κομματοκρατία, την ανεξέλεγκτη εξουσία και μία καθαρή ολιγαρχία. Αυτό το πλέγμα εξουσίας  υποβαστάζεται από το «βαθύ κράτος» - Στρατό, Αστυνομία, Εκκλησία. Αυτοί είναι οι υπαίτιοι, οι εσωτερικοί υπαίτιοι, όχι κάποιοι φανταστικοί εξωτερικοί, όχι κάποια «ξενοκρατία» - τουλάχιστον όχι μόνο οι ξένοι.
Αυτό το πλέγμα εξουσίας που αποτελεί ένα συμπαγές σύστημα υποστηρίχθηκε από τα ΜΜΕ, από την πλειονότητα των πανεπιστημιακών, των διανοουμένων, από τις συνδικαλιστικές κρατικοδίαιτες συντεχνίες, από επαγγελματικές ομάδες συμφερόντων, δηλαδή από αρκετά κοινωνικά στρώματα, ιδίως από την ευάριθμη μικροαστική μικρομεσαία μάζα. Συνεπώς, έχουν χρεοκοπήσει όχι μόνο οι κρατικοί και οι πολιτικοί θεσμοί,  αλλά και οι κοινωνικοί, συμβάλλοντας και αυτοί με τον τρόπο τους  στη γενικευμένη παρακμή. Η χρεοκοπία δεν περιορίζεται στον οικονομικό παραγωγικό και κυβερνητικό τομέα, αλλά αγκαλιάζει κοινωνικά στρώματα, κοινωνικές δομές, νοοτροπίες και σημασίες, έχει κοινωνικές ρίζες, είναι χρεοκοπία «αξιών», δομική και πολιτισμική.

Αυτό λοιπόν το πολιτικό, θεσμικό, δικαιικό σύστημα, το μοντέλο διακυβέρνησης, καθώς και το ιδεολογικό και σημασιακό πλαίσιο που  κυριάρχησαν επί δεκαετίες έχουν αποτύχει παταγωδώς. Δεν έχουν όμως καταρρεύσει, υπάρχουν ακόμη, αν και απαξιωμένα, εν τούτοις άγρυπνα και άγρια για εξουσία και προνόμια. Θα πρέπει συνεπώς αυτά όλα να αλλάξουν. Η ανάγκη για αλλαγή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική αν αναλογισθεί κανείς πρώτον, πως οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες που εισήλθαν σε καθεστώς Μνημονίου (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος) ήδη εξήλθαν στις αγορές και μόνο η Ελλάς εφαρμόζει το τρίτο Μνημόνιο με καταστροφικά αποτελέσματα. δεύτερον, τις αδιέξοδες πολιτικές των κυβερνήσεων στο διάστημα μετά τη διαπίστωση της χρεοκοπίας το 2010. Τόσο η κεντρώα κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και η τεχνοκρατική του τραπεζίτη Λ. Παπαδήμου (υποστηριζόμενη από ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑΟΣ) όσο και η δεξιά κυβέρνηση των Σαμαρά-Βενιζέλου (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) και η «αριστερή» κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. είχαν αρνητικές συνέπειες. Χειροτέρευσαν την κατάσταση διατηρώντας ταυτοχρόνως το ίδιο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο, μην επιχειρώντας καινοτόμες μεταρρυθμίσεις και θεσμικές αλλαγές.
Αυτό σημαίνει πως το πολιτικό σύστημα είναι παντελώς ανίκανο για δημιουργικές αναδιαρθρώσεις, είναι απρόθυμο να προβεί σε αυτομεταρρύθμισή του, όπως το έδειξε άλλωστε η πορεία του τα τελευταία σαράντα έτη. Πρόκειται για ένα κλειστό διεφθαρμένο κομματοκρατικό αυτοτροφοδοτούμενο και αυτοαναπαραγόμενο ολιγαρχικό σύστημα, που αυτοπροστατεύεται και συνεχίζει να προστατεύει το «βαθύ κράτος», τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τους μεγαλοκαναλάρχες και τους πάσης φύσεως φοροφυγάδες. Γι’ αυτό τα ποικίλα στηρίγματα και υποστηρίγματά του διατηρούν σταθερή και πυρέσσουσα την επιθυμία για κατοχή της εξουσίας και την εκμετάλευσή της προς όφελός τους, σέρνοντας σταθερά την κοινωνία  προς τη φθορά.
 Συνεπώς ευλόγως τίθενται ορισμένα βασικά ερωτήματα: Τι μπορεί να γίνει μέσα στη γενικευμένη χρεοκοπία, ανικανότητα, διαφθορά και διαπλοκή; Μπορεί η διέξοδος να προκύψει από τις αποτυχημένες δυνάμεις του κομματικού συστήματος, εντός του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι αισιόδοξη. Τα κόμματα δεν μπορούν να φέρουν την απαιτούμενη ριζική αλλαγή, ούτε κάν μικρές ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, όπως έχει δείξει η πραγματικότητα. Είναι αδύνατο να καταφέρουν να αλλάξουν τη γενικευμένη σήψη, δεν μπορούν να αποτελέσουν λύση στο πρόβλημα, επειδή αποτελούν μέρος του προβλήματος. Καμία κομματική κυβέρνηση συνεργασίας δεν μπορεί να φέρει την λύση ούτε με οποιοδήποτε κόμμα της Αριστεράς. Κανένα κόμμα δεν είναι ικανό να επεξεργασθεί λύσεις εφικτές  που να ανταποκρίνονται στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, διότι αν ήταν ικανό θα τις είχε ήδη επεξεργασθεί. Η μόνη λύση θα ήταν νέα πολιτικά κινήματα από τα κάτω.

*Απόσπασμα από το νέο βιβλίο μου «Η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Πλαίσιο για μια νέα πολιτική δράση», εκδ. Εξάρχεια 2016.


                                                                                                                                

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΡΧΙΑΣ



[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 19 Ιανουαρίου 2017]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ANAΡXIAΣ

            Σε κάποιους αναρχικούς και αντιεξουσιαστικούς χώρους υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από τα ζητήματα της δημοκρατίας και της εξουσίας. Μάλιστα κάποιοι χρησιμοποιούν τον όρο «άμεση δημοκρατία» είτε ως σχετιζόμενο με την αναρχία είτε ως μέσον ή διαδικασία προς αυτήν. Χρειάζονται λοιπόν κάποιες διευκρινίσεις.
            Η δημοκρατία είναι η πραγματική λαϊκή κυριαρχία: όταν ο λαός ο ίδιος μπορεί να αλλάζει τον νόμο και να λαμβάνει τις κύριες αποφάσεις. Όταν ασκεί άμεσα την εξουσία υπό όλες τις μορφές της, κυβερνητική, νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική.  Η δημοκρατία δεν μπορεί παρά να είναι άμεση, πράγμα που συνεπάγεται ότι είναι αδιανόητη με αντιπροσώπους, κόμματα και αναθέσεις. Γι’ αυτό τα σημερινά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα δεν είναι πραγματικές δημοκρατίες, είναι φιλελεύθερες ολιγαρχίες. Η δημοκρατική κοινωνία διέπεται από νέες σημασίες και αξίες, απαιτεί νέους θεσμούς και νόμους που δεν υπάρχουν σήμερα εντός της καπιταλιστικής και κοινοβουλευτικής θέσμισης. Τίθεται έτσι το ζήτημα της νέας οργάνωσης με την οποία θα πορευθεί η δημοκρατική κοινωνία, άρα το ζήτημα των θεσμών, του πολιτεύματος και της εξουσίας. Η άμεση δημοκρατία δεν είναι μία ακαθόριστη έννοια ή μόνο διαδικασία, είναι και νόμοι και καθεστώς. έχει συγκεκριμένους θεσμούς, δικαιώματα, habeas corpus, άμεση παιδευτική συμμετοχή, αρχή της πλειοψηφίας κ.λπ.
            Αντιθέτως, η αναρχική ιδεολογία είναι αόριστη έως αντιφατική όσον αφορά στους θεσμούς και την εξουσία. Διαβάζουμε λ.χ. στο κείμενο ενός ηλικιωμένου αναρχικού: «Αναρχία σημαίνει ένα κοινωνικό καθεστώς...από το οποίο είναι εξοβελισμένη κάθε θεσμοθετημένη μορφή καταναγκασμού και, κατά συνέπεια, κάθε θεσμισμένη μορφή πολιτικής εξουσίας». Σε μεταγενέστερο όμως κείμενό του αυτή η άποψη αναιρείται, έστω μερικώς και αορίστως, χωρίς ίχνος κάποιας αυτοκριτικής: «Ο αναρχισμός δεν προϋποθέτει καθόλου μια μη θεσμισμένη κοινωνία, το αντίθετο, θεωρητικοποιεί μια μη συνειδητή και αναστοχαστική αυτο-θέσμιση της ανθρώπινης συλλογικότητας». Είναι εμφανές πως εν προκειμένω υπάρχει σύγχυση και αντιφατικότητα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν  μεγάλο μέρος των αναρχικών. Ένα κραυγαλέο παράδειγμα σύγχυσης είναι το ότι αποκαλούν τα σημερινά ολιγαρχικά πολιτεύματα «αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες» ή απλώς «δημοκρατίες», ενώ δέχονται όμως πως η αντιπροσώπευση και το κράτος είναι ξένα με τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία.
            Στο ζήτημα της εξουσίας υπάρχει μία μεγάλη διαφορά της δημοκρατίας από την αναρχική ιδεολογία. Η τελευταία στρέφεται κατά της εξουσίας γενικώς, όπως δηλώνουν και οι σχετικές αυτοαναφορές με τους όρους αντιεξουσιαστές, αντιεξουσία κ.ά.. Όμως η εξουσία υπήρχε πάντα και θα υπάρχει, διότι η κοινωνία για να υπάρξει και να λειτουργήσει χρειάζεται λ.χ. νόμους, τους οποίους πρέπει κάποιοι να νομοθετήσουν και όλοι να εφαρμόσουν, καί αυτό απαιτεί καθεστώς και θεσμούς, δηλαδή εξουσία. Το ουσιαστικό επομένως είναι ποιος ασκεί την εξουσία και πώς την ασκεί. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα κράτος. Ένα παράδειγμα είναι ή αρχαία δημοκρατία, στην οποία δεν υπήρχε κράτος. υπήρχε όμως εξουσία, η οποία δεν ήταν αλλοτριωμένη, δεν ήταν κτήμα ενός προσώπου, ενός κόμματος ή μίας τάξης, δεν ανήκε σε κανέναν, αλλά σε όλους τους πολίτες. Δεν υπήρχε διαχωρισμός εξουσίας και κοινωνίας, αλλά ταύτιση του πολιτικού σώματος με το κοινωνικό.
            Άμεση συνέπεια της αναρχικής αντίληψης για την εξουσία είναι και η σύγχυση στο ζήτημα της συλλογικής ελευθερίας, η οποία στη δημοκρατία εννοείται ως συμμετοχή όλων των πολιτών στην εξουσία. Ο Αριστοτέλης το εκφράζει ως εξής: «Ελευθερίας δε εν μεν το εν μέρει άρχεσθαι και άρχειν». Έτσι η πολιτική έννοια της συλλογικής ελευθερίας χάνεται από το πεδίο της αναρχικής ιδεολογίας, αφού έχει χαθεί πρώτα η εξουσία.
             O αναρχισμός διατείνεται επίσης πως σε μία συνέλευση οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με ομοφωνία, με γενική συναίνεση. Όμως η δημοκρατία βασίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, η οποία έχει νόημα μόνο όταν γίνεται δεκτό ότι κάθε ψήφος είναι ισοδύναμη με οποιαδήποτε άλλη. Αυτό σημαίνει πως όλες οι γνώμες είναι ισοδύναμες και συνεπώς «ο αριθμός των γνωμών υπέρ μίας απόφασης έχει κάποιο βάρος, δημιουργεί ένα τεκμήριο ορθότητας». Άλλωστε σε ένα δημοκρατικό καθεστώς η πλειοψηφία και η μειοψηφία δεν είναι σταθερές και δεδομένες, αλλάζουν αναλόγως τού προς συζήτηση θέματος. Συνεπώς, κάποιος που ανήκει στη μειοψηφία σε κάποια ψηφοφορία μπορεί κάλλιστα σε μία επόμενη ψηφοφορία να ανήκει στην πλειοψηφία. Φυσικά θα πρέπει να υπάρχει προστασία των κάθε είδους μειοψηφιών και όχι καταπίεσή τους - να εκφράζουν λ.χ. ελεύθερα τις απόψεις τους - καθώς επίσης αυξημένη πλειοψηφία για μερικά σοβαρά ζητήματα.
            Η αρχή της πλειοψηφίας εννοείται εδώ ως εφαρμοζόμενη στις λαϊκές συνελεύσεις ενός δημοκρατικού καθεστώτος, όχι ως εικονική πλειοψηφία των εκλογικών συστημάτων στα κοινοβούλια των αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων. Ούτε επίσης ως αναγκαστική εφαρμογή σε κάποιες ολιγάριθμες πολιτικές ή ιδεολογικές ομάδες, στις οποίες μπορεί να είναι εφικτή η ομοφωνία. Στην περίπτωση όμως που η αναγκαστική ομοφωνία επιβάλλεται στις πολυπληθείς συνελεύσεις τότε η πλειοψηφία καταντάει εν τέλει, δέσμια της μειοψηφίας, ακόμα και αν αυτή η τελευταία είναι πολύ μικρή.  Ειδικώτερα για τις σημερινές κοινωνίες που το άτομο έχει πολλαπλές χρονοβόρες ενασχολήσεις δεν υπάρχει ο άπειρος χρόνος για πολύωρες συνελεύσεις και επαναλήψεις αυτών μέχρι να επιτευχθεί ομοφωνία.
             Το αποτέλεσμα από τις λανθασμένες προκείμενες των αναρχικών είναι η ατελέσφορη περιπλάνησή τους σε θεωρητικά ιδεώδη, η οποία περιπλέκεται όταν αυτή συμπλέκεται με εσχατολογικά ιδεολογήματα του κομμουνισμού,  εμποδίζοντας έτσι την δημοκρατική πορεία.