Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019

ΟΙ ΣΥΜΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 12 Φεβρουαρίου 2019]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

ΟΙ ΣΥΜΦΟΡΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ

            Επιτέλους ένα μεγάλο μέρος της νεοελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου κατάφεραν μετά από 27 έτη κάτι που για τον κοινό νού είναι αυτονόητο: να δεχτούν τη σύνθετη ονομασία της γείτονος χώρας με το όνομα «Βόρεια Μακεδονία». Κατάφεραν να υπερβούν τον άγριο και αδιέξοδο εθνικισμό, τον επικίνδυνο φανατισμό, την πόλωση σε «προδότες» και «πατριώτες», τις φρικώδεις απειλές για κρεμάλες και δικαστήρια, να υπερασπισθούν τη φωνή της λογικής, τον δρόμο της νηφαλιότητας και της ανεκτικότητας.
            Δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου απέχει πολύ ακόμα από το να συμβάλει στη συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας. Παραμένει στο προπολιτικό στάδιο της άγριας και τυφλής διαμάχης, της στοχοποίησης του διαφορετικού, της μισαλλοδοξίας και της θρησκευτικής αντίληψης για τον κόσμο. Δεν έχει ακόμη ξεπεράσει το μυθικό στάδιο και να φθάσει στο στάδιο του λόγου – που είχε κατακτήσει τον 6ο αιώνα π.Χ. η προσωκρατική σκέψη. δεν έχει ανακαλύψει την σημασία της πόλεως, ως έννομης και διαλογικής μορφής συνύπαρξης, με σεβασμό της διαφορετικής άποψης στη βάση του διαλόγου και της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων. Όσοι επηρεάζονται από αυτόν τον πολιτικό κόσμο βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της άμορφης μάζας των συναισθημάτων και των συνθημάτων, των κραυγών και των απειλών, εγκλωβισμένοι στη βία και τον εκφοβισμό. Αυτό έδειξαν οι τελευταίες εθνολαϊκιστικές εξάρσεις.
             Σε μιά πολιτική κοινωνία το ζήτημα της ονομασίας θα έπρεπε να είχε λυθεί ήδη από το 1992 με το γνωστό «πακέτο Πινέιρο», αλλά δυστυχώς η χώρα είχε ανίκανους και μικρόνοες πολιτικούς, όπως τον Κωνστ. Μητσοτάκη, τον Σαμαρά, τον Αν. Παπανδρέου, τον Κ. Σημίτη, την Δαμανάκη και πολλούς άλλους δευτερεύοντες. Και ενώ το 2008 άρχισε να σχηματίζεται μία ρεαλιστική αντίληψη από τον πολιτικό κόσμο και μεγάλο μέρος της κοινωνίας, εν τούτοις δέκα χρόνια μετά αναδύθηκαν πάλι ανίκανοι και μικρόνοες  πολιτικοί, εγκλωβισμένοι στην εθνικιστική ιδεολογία, στο εκλογικό και μικροκομματικό συμφέρον, όπως ο Κυρ. Μητσοτάκης, η Φ. Γεννηματά, ο Ευάγ. Βενιζέλος, ο  Π. Καμμένος, ο Δ. Κουτσούμπας,  που προσπάθησαν να εμποδίσουν την έλλογη εξέλιξη των πραγμάτων.
            Υπάρχει ακόμη μακρύς δρόμος σε μεγάλο μέρος του κόσμου για τη συγκρότηση ώριμης πολιτικής κοινωνίας, άν σκεφθεί κανείς την αντίδρασή του μετά την μεγάλη χρεοκοπία του 2010. Πράγματι, μετά την παταγώδη αποτυχία του κομματοκρατικού συστήματος, ένα σημαντικό μέρος του κόσμου έβαλε στο κοινοβούλιο κόμματα, όπως το νεοναζιστικό, του Καμμένου, του Λεβέντη και ακροδεξιά άτομα όπως τον Γεωργιάδη, τον Βορίδη και τον αποδεδειγμένα ανίκανο Σαμαρά. Δηλαδή περίπου το 20% των ψηφοφόρων!
            Από την άλλη, το παρήγορο είναι ότι τελείωσε μία περίοδος άγριου και συναισθηματικού εθνικισμού που ανέδειξε ό,τι κακόγουστο και αντιδραστικό υπήρχε στη νεοελληνική κοινωνία, ιδίως τα μαύρα, φαιά και γκρίζα στοιχεία της. Αυτά τα ακραία στοιχεία εκμεταλλεύθηκαν τον εθνικισμό του «Μακεδονικού» για να ανέλθουν. Επαληθεύθηκε έτσι αυτό που είχε πει ο Σάμουελ Τζόνσον: «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των λωποδυτών».
            Είναι διδακτικό να θυμηθούμε τις μεγάλες συμφορές και καταστροφές στη νεοελληνικής ιστορία που προήλθαν, όλες, από τον παροξυσμό του εθνικισμού, του υπερπατριωτισμού αναμεμιγμένου με θρησκευτικό φανατισμό.
- Η ταπεινωτική ήττα το 1897 από τους Τούρκους, οι οποίοι έφθασαν έως τη Μελούνα της Θεσσαλίας  μέχρι να τους σταματήσουν οι Μεγάλες Δυνάμεις.
- Ο «Εθνικός Διχασμός», 1916-1917 που ήταν ουσιαστικά ένας εμφύλιος πόλεμος με θύματα και από τις δύο πλευρές, με ουσιαστικούς υπεύθυνους τον βασιλέα Κωνσταντίνο και την Εκκλησία.
- Η Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 που οφείλεται στην υπερπατριωτική αβελτηρία του Κωνσταντίνου, στην ανικανότητα των κυβερνώντων πολιτικών και στην ευλογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτές οι καταστροφές προήλθαν από την περιβόητη «Μεγάλη Ιδέα».
- Η φασιστική δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (1936-1944), με την συμβολή των Ανακτόρων και την υποστήριξη της Εκκλησίας, με βασανιστήρια, εξορίες, φυλακίσεις των αντιφρονούντων.
- Ο εμφύλιος πόλεμος (1944-1949), που κατέστρεψε χιλιάδες  άτομα, με αγριότητες και τρομοκρατίες, με εκτελέσεις, φυλακίσεις, ξερονήσια, την εφιαλτική Μακρόνησο και χιλιάδες πρόσφυγες στις ανατολικές χώρες. Και εδώ υπήρξε επίσης η συναίνεση της Εκκλησίας. Φυσικά στην περίπτωση αυτή ευθύνες είχε και η Αριστερά (ΚΚΕ).
- Η στρατιωτική Δικτατορία (1967-1974), πάλι με την ευλογία της Εκκλησίας, που ανέστειλε την μετριοπαθή πορεία φιλελευθερισμού που είχε ξεκινήσει από το 1963.
- Το αδιέξοδο στο Κυπριακό από τη δεκαετία του 1960 με τελική μορφή το πραξικόπημα του 1974 και την κατάληψη του 38% της Κύπρου από την Τουρκία. Το αδιέξοδο βεβαίως συνεχίζεται.
            Για όλες αυτές τις καταστροφές υπεύθυνοι ήταν ο Στρατός, τα Ανάκτορα, η Άκρα Δεξιά, η Εκκλησία, η Δικαστική εξουσία που μαζί με την Αστυνομία αποτελούν το βαθύ κράτος και ομνύουν στο Έθνος, στην Πατρίδα και στον Χριστιανισμό. Σε αυτά ακριβώς ομνύουν και οι σημερινοί εθνικιστές, κατηγορώντας τους υπερασπιστές της σύνθετης ονομασίας ως «προδότες». Όμως όλες οι προαναφερθείσες καταστροφές προήλθαν από τους υπερπατριώτες και τους «εθνικόφρονες».
            Ας θυμηθούμε επίσης πως ο φασισμός και ο ναζισμός είχαν ως βασική ιδεολογία τον εθνικισμό, την ανωτερότητα του έθνους και της φυλής. Ας ελπίσουμε, τέλος, πως στο εξής θα υποχωρήσει ο παροξυσμός του εθνικισμού, όπως υποχώρησε σε σχέση με το 1992.        

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 18 Ιανουαρίου 2019]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας


ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ
ΣΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

       Εις μνήμην Λευτέρη Καπώνη      
 και Ηρώδη Μπακογιάννη

                                                                
Για το βιβλίο, Γ. Κτενάς-Α. Σχισμένος (επιμ.),
Η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη
και η σημασία της για μας σήμερα,
Ευρασία, Αθήνα 2018.

            Στα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τον θάνατο του Κορνήλιου Καστοριάδη παρατηρείται ένα αυξημένο ενδιαφέρον για το έργο του εκφρασμένο σε συνέδρια, βιβλία, αφιερώματα και διδακτορικές διατριβές. Είναι δικαιολογημένο το ενδιαφέρον αυτό για έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές του 20ου αιώνα, του οποίου η εμβέλεια και η αξία αναδεικνύονται στον 21ο αιώνα. Ο παρών συλλογικός τόμος συγκεντρώνει είκοσι εισηγήσεις που έγιναν στο διεθνές συνέδριο  το 2017 στο Πάντειο, με αφορμή τα είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Καστοριάδη.[1] Οι εισηγήσεις εξετάζουν αρκετές πλευρές του έργου του (ψυχανάλυση, φιλοσοφία, επιστημολογία, πολιτική), αναδεικνύοντας την επικαιρότητα και τη σημασία του για τη σημερινή εποχή. Αρκετές επίσης εισηγήσεις εξετάζουν την σχέση του με άλλους στοχαστές (Καντ, Μαρξ, Βέμπερ, Λούκατς, Λασκ, Άρεντ, Ρικέρ, Λεφόρ, Μπαντιού, Χάμπερμας), αναδεικνύοντας τις ομοιότητες, τις αποκλίσεις και την ιδιαιτερότητα του καστοριαδικού έργου. Θέτουν και αναλύουν σημαντικά ζητήματα, συνεχίζοντας τη συζήτηση που ξεκίνησε με παρόμοιες προσπάθειες και δημιουργώντας ένα πλαίσιο για περαιτέρω συζήτηση.
             Η συζήτηση αυτή είναι ζωτικής σημασίας σήμερα που η ανθρωπότητα βιώνει μία πολλαπλή κρίση και η οποία έχει ιδιαίτερα θλιβερές συνέπειες στην Ελλάδα. Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές χρειάζεται προσανατολισμός για έξοδο από την κρίση. Για τον προσανατολισμό αυτόν το έργο του Καστοριάδη εκτός από την φιλοσοφική και θεωρητική του σημασία έχει και μία κύρια πτυχή που μπορεί να βοηθήσει – όχι να καθοδηγήσει όπως ο μαρξισμός. Η πτυχή αυτή είναι η σημασία της πολιτικής πράξεως προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας, αφού ο πυρήνας του έργου και της ζωής του Καστοριάδη είναι η ατομική και συλλογική αυτονομία που έχει ως προϋπόθεση και ουσία το καθεστώς της άμεσης δημοκρατίας. Αυτή όμως δεν μπορεί να ερευνηθεί μόνο θεωρητικά στα πανεπιστημιακά πλαίσια, αλλά είναι κυρίως πολιτική υπόθεση, πολιτικό πρόταγμα. μπορεί να προχωρήσει και να πραγματοποιηθεί μόνο με κοινωνικές και πολιτικές πράξεις, πολιτικές κινήσεις και δράσεις από ομάδες πρωτοβουλίας και διαφωτισμού με σκοπό τη δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος για την αλλαγή του συστήματος. Μόνο έτσι μπορεί να αναδειχθεί η κοινωνική-πολιτική  εικόνα της αυτονομίας.  Διαφορετικά κινδυνεύει να χαθεί στον κατατεμαχισμό του έργου του σε πανεπιστημιακές μελέτες, βιβλιογραφικές αναφορές και υποσημειώσεις.  
            Έτσι το εν λόγω βιβλίο δίνει την ευκαιρία να διευκρινισθούν ορισμένα βασικά ζητήματα. Ένα τέτοιο σημαντικό ζήτημα είναι το πρόταγμα της αυτονομίας. Είναι αναγκαία μία διευκρίνιση, διότι ο όρος «πρόταγμα» χρησιμοποιείται από διάφορες πλευρές με τέτοιο τρόπο που τον αποδυναμώνουν από το ουσιαστικό πολιτικό του νόημα. Στην αντίληψη του Καστοριάδη, το πρόταγμα δεν είναι μόνο η επιθυμία και η θεωρία για την αλλαγή του συστήματος, αλλά και η πολιτική δραστηριότητα η οποία ενσαρκώνει το όραμα αυτό. Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι μία φυσική κατάσταση ή εγγεγραμμένο σε κάποιους ιστορικούς νόμους, αλλά πολιτική δημιουργία των ανθρώπων, του κοινωνικού πλήθους. Ο Καστοριάδης διαπιστώνει σε  κάποιες χαρακτηριστικές ιστορικές περιόδους, όπως στην αρχαία Ελλάδα και στους Νέους Χρόνους, μία επιθυμία και δράση για ελευθερία, για δημοκρατία, ισότητα, ανθρώπινα δικαιώματα, για αλλαγή της υπάρχουσας θέσμισης που όντως άλλαξαν τον ρου της ιστορίας με δημιουργία νέων δημοκρατικών θεσμών και σημασιών. Αυτές τις κοινωνικές ριζοσπαστικές ενέργειες  ονομάζει ο Καστοριάδης πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο ο ίδιος υιοθετεί.
            Υπό αυτήν την άποψη δεν υπήρξε στην ιστορία πρόταγμα του κοινοτισμού ή του κομμουναλισμού, ούτε της απομεγέθυνσης ή των κοινών, που ακούγονται τελευταίως. Υπήρξαν όμως επί μέρους σύγχρονα κοινωνικά εγχειρήματα. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, είναι κατάχρηση να χρησιμοποιείται οπουδήποτε, για κάθε άποψη ή εγχείρημα, ο όρος «πρόταγμα», εκεί ακριβώς που θα αρκούσε ο όρος πρόταση ή εγχείρημα - πρόταση του κοινοτισμού, πρόταση της απομεγέθυνσης, των κοινών. Τα εγχειρήματα αυτά πρέπει να υπαχθούν σε ένα συνολικό δημοκρατικό πρόταγμα, αντί να χρησιμοποιούν τη δράση τους ως υποκατάστατο της πολιτικής.
            Ένα άλλο σχετικό με το προηγούμενο ζήτημα είναι η τελική και οριστική ρήξη του Καστοριάδη με τον Μαρξ και την Αριστερά ήδη από τη δεκαετία 1960. Η κριτική του υπήρξε ολοσχερής, έτσι που η πολιτική πρότασή του για την άμεση δημοκρατία όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με οποιοδήποτε είδος κομματικής ή εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αλλά επί πλέον αυτές είναι εμπόδιο στην ευδοκίμηση του προτάγματος της αυτονομίας. Αυτό σημαίνει ότι για να υπάρξει κάποια αξιόλογη προσπάθεια προς τη δημοκρατική κατεύθυνση και την επανεμφάνιση του προτάγματος της αυτονομίας πρέπει να γίνει πλήρης απεξάρτηση από τον Μαρξ και τον μαρξισμό και ταυτοχρόνως πλήρης απεγκλωβισμός και αποτοξίνωση από κάθε είδους Αριστερά. Η λογική του «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων» (εν μέρει Αριστερά, εν μέρει  Καστοριάδης) μπορεί να λύνει τα ατομικά και υπαρξιακά αδιέξοδα ή τις βλέψεις προσωπικής καριέρας, αλλά οδηγεί πάντα σε τερατογενέσεις και αδιέξοδα στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.
             Το πρόταγμα της αυτονομίας απουσιάζει σήμερα. Το ζητούμενο που αναδύεται μέσα από το έργο του Καστοριάδη είναι η πράξις, η πολιτική δράση για την αλλαγή του υπάρχοντος ολιγαρχικού συστήματος, για την επανεμφάνιση του προτάγματος της αυτονομίας με στόχο κεντρικές θεσμικές αλλαγές. Στην προοπτική αυτή αξίζει να σημειωθεί και μία άλλη ενδιαφέρουσα συλλογική έκδοση με πολιτικά κείμενα από ομιλίες και συζητήσεις που έγιναν ανά την Ελλάδα το 2017 με τίτλο «Ο Καστοριάδης και εμείς», εκδόσεις Βαβυλωνία, 2018. Αυτή η έκδοση και το παρόν βιβλίο θα εμπλουτίσουν οπωσδήποτε τη θεωρητική και την πολιτική συζήτηση.



[1] Συμμετέχουν οι: Στεφανάτος, Αναπλιώτης, Λελεδάκης, Οικονόμου, Κιουπκιολής, Ταρίνσκι, Ιωάννου, Σχισμένος, Ευαγγελόπουλος, Φαράκλας, Κτενάς, Καβουλάκος, Μαγγίνη, Μουζακίτης, Σιαμανδούρας, Ρωμανός, Λαζαράτος, Πρελορέντζος, Κομπορόζος, Καναούτη.