Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

Η ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 2 Ιουλίου 2021]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, δοκιμιογράφος

 

H ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ[1]

 

Το πολίτευμα του Βυζαντίου από την αρχή ως το τέλος (4ος-15ος αι.) ήταν μοναρχία. Ο αυτοκράτωρ ή βασιλεύς ήταν η ανώτατη αρχή που ασκούσε κάθε είδος εξουσία, καθόριζε την εξωτερική πολιτική, τους πολέμους, την οικονομία, τον εσωτερικό βίο, το δίκαιο και την διοίκηση και ήταν ο ουσιαστικός αρχηγός της εκκλησίας.  Ο Ιουστινιάνειος κώδικας όριζε: : Princeps legibus solutus est. Δηλαδή «Ο βασιλεύς τοις νόμοις ουχ υπόκειται», «Όπερ αρέσει τω βασιλεί νόμος εστίν», όπως αποδόθηκε τρεις αιώνες αργότερα στα «Βασιλικά» (9ος αι.). Επί πλέον στην πολιτική ιδεολογία των Βυζαντινών, η εξουσία του αυτοκράτορα είχε θεϊκή προέλευση («ελέω θεού βασιλεύς»). Ο «θείος» αυτοκράτωρ ήταν ο εκλεκτός του θεού, ο αντιπρόσωπος του θεού επί της γης, εξ ου και ο όρος θεοκρατία.[2] Όμως κάποιοι πατριάρχες ήλθαν σε διαφωνία ή σε σύγκρουση με τον αυτοκράτορα για ηθικά ή θρησκευτικά ζητήματα, κατάφεραν να παρασύρουν τους μοναχούς και τον όχλο,[3]  επέτυχαν κάποιες νίκες, πύρρειες τις περισσότερες φορές, αλλά η αδιαφιλονίκητη εξουσία ήταν ο αυτοκράτωρ.

Οι άλλοι παράγοντες που έπαιζαν ρόλο στην ανάδειξη του αυτοκράτορα ήταν η σύγκλητος, ο στρατός και ο όχλος. Η σύγκλητος αποτελούνταν στο μεγαλύτερο μέρος της από τους ανώτατους εν ενεργεία αξιωματούχους του κράτους και της αυλής, ενώ ο αυτοκράτωρ διόριζε αυτούς που ήθελε. Δεδομένου ότι ο κρατικός μηχανισμός στελεχωνόταν από ανθρώπους του αυτοκράτορα, η σύγκλητος ήταν υποχείριά του.[4] Ο στρατός έπαιζε στην αρχή κάποιον ρόλο αλλά αργότερα αποδυναμώθηκε. Για τον όχλο γίνεται λόγος παρακάτω. Ο αυτοκράτωρ έπρεπε να λαμβάνει υπ’ όψιν του τους παράγοντες αυτούς και με κατάλληλους χειρισμούς, συνήθως ευνοϊκή νομοθεσία, διορισμούς στον κρατικό μηχανισμό και προνόμια, να διατηρεί την ισορροπία. Φυσικά ουδέποτε υπήρξαν εκλογές για τον αυτοκράτορα και για την σύγκλητο.

Έγιναν όμως αρκετές «στάσεις» είτε από την πλευρά του όχλου είτε από την πλευρά των Δυνατών αριστοκρατών. Στρέφονταν όλες εναντίον κάποιων ατόμων, κάποιων αυτοκρατόρων που θεωρούνταν ανάξιοι για μία τέτοια θέση ή γίνονταν για την κατάληψη της εξουσίας από δυσαρεστημένους φιλόδοξους αριστοκράτες και στρατιωτικούς. Καμία εν τούτοις δεν αμφισβήτησε τον ιερό θεσμό του αυτοκράτορα ή άλλους βασικούς θεσμούς της θεοκρατίας Πάντοτε στο Βυζάντιο υπήρχε ο σεβασμός και η υπακοή στον θεσμό της αυτοκρατορικής μοναρχίας.

Στα κείμενα των βυζαντινών συγγραφέων συναντάται ο όρος «δημοκρατία» με μια διπλή έννοια: την ουδέτερη που δηλώνει τους «δήμους» (Πράσινοι, Βένετοι) είτε την στάση ή εξέγερση του όχλου κατά της εξουσίας. Καμία δηλαδή σχέση με το πολίτευμα της δημοκρατίας γνωστό από την αρχαία Ελλάδα και δη την Αθήνα. Κάποιοι όμως  βυζαντινόφιλοι επικαλούνται αμφιλεγόμενα στοιχεία για να υποστηρίξουν ότι, παρ’ όλη την μοναρχία, υπήρχαν δημοκρατικές ιδέες και συμπεριφορές στο Βυζάντιο. Ένας από αυτούς είναι ο Σπύρος Βρυώνης που έχει και άρθρο στο οποίο εξετάζει τον ρόλο των συντεχνιών στα πολιτικά πράγματα.[5] Συγκεκριμένα αναφέρει τον ρόλο των συντεχνιών τον 11ο αι. στην ανατροπή τεσσάρων αυτοκρατόρων. Να σημειωθεί πως όλοι σχεδόν οι ερευνητές του Βυζαντίου θεωρούν ότι ο 11ος αι. χαρακτηρίζεται από γενικευμένη παρακμή.

Ο Βρυώνης ασχολείται αναλυτικά με την εκθρόνιση του Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτη (1041-1042), ο οποίος είχε προσπαθήσει να παραμερίσει την «νόμιμη κληρονόμο» της αυτοκρατορικής δυναστείας, Ζωή. Οι ισχυρές συντεχνίες παρασύροντας τον όχλο της Κωνσταντινούπολης, ξεσηκώθηκαν, έδωσαν μάχες με τους φρουρούς, εισέβαλαν στο παλάτι, άρπαξαν χρήματα, κατέστρεψαν τους φορολογικούς καταλόγους της αυτοκρατορίας, με αποτέλεσμα 3.000 νεκρούς. Ο δε όχλος κραύγαζε: «ανασκαφείη τα οστά του Καλαφάτου», «αίρε τον παλαμναίον, ποίησον εκ μέσου τον αλιτήριον, ανασκολοπισθήτω, σταυρωθήτω, τυφλωθήτω»[6] και «Θέλουμε βασίλισσα την μάννα μας πορφυρογέννητη Ζωή»! Τελικώς, επανέφεραν την Ζωή και την αδελφή της Θεοδώρα στον θρόνο, οι οποίες έδωσαν αμέσως διαταγή να αποσπασθούν βιαίως από το μοναστήρι του Στουδίου (το άσυλο της εποχής) που είχαν καταφύγει να μονάσουν ο Καλαφάτης και ο θείος του και να τυφλωθούν, όπως και έγινε. Και συμπεραίνει ο Βρυώνης: «Δημοκρατία had the last word» («η δημοκρατία είχε την τελευταία λέξη»)! Δηλαδή η εξέγερση των συντεχνιών με τις βαρβαρότητες, τα αιματηρά αποτελέσματα για την εκθρόνιση ενός αυτοκράτορα και την ενθρόνιση της πορφυρογέννητης θεωρείται από τον Βρυώνη «δημοκρατία»![7]

Φυσικά αυτά δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την δημοκρατία. Δημοκρατία δεν είναι η αντικατάσταση σε μια μοναρχία ενός μονάρχη από κάποιον άλλον μετά από «στάση» του όχλου ή του στρατού, με νεκρούς και λεηλασίες. Οι ελληνικές πόλεις και δη οι δημοκρατικές είχαν καταφέρει να λύνουν τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις με άλλον τρόπο, με έλλογη αντιπαράθεση των αντιτιθέμενων απόψεων, με επιχειρηματολογία και πειθώ, με παρρησία και ισηγορία, με ελεύθερη διαβούλευση στην συνέλευση των πολιτών που απέληγε σε ψηφοφορία με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Δημοκρατία είναι πρωτίστως το πολίτευμα στο οποίο δεν υπάρχει μονάρχης, οι πολίτες ασκούν άμεσα την εξουσία οι ίδιοι και είναι οι μόνοι φορείς της εξουσίας, συμμετέχουν μέσα από θεσμισμένα όργανα στην λήψη των αποφάσεων, στην θέσπιση των νόμων, στον έλεγχο της εξουσίας, στην διαμόρφωση και την απονομή του δικαίου, σε τακτές συνελεύσεις. Αυτή η συμμετοχή εξασφαλιζόταν στην εκκλησία του δήμου, με πάνω από σαράντα συνελεύσεις τον χρόνο, συνιστούσε δε την ιδιότητα του πολίτη, όπως υπήρξε όντως στις ελληνικές πόλεις και διατύπωσε με εξαίρετο τρόπο ο μεγάλος φιλόσοφος: πολίτης είναι «ο μετέχων του άρχειν και άρχεσθαι». Αυτά προϋπέθεταν και συνεπάγονταν λόγο και αντίλογο. Κυρίως όμως την αμφισβήτηση των θεσμών και την δημιουργία νέων, δηλαδή την αντίληψη ότι οι θεσμοί δεν είναι ιεροί και αιώνιοι.

Όλα αυτά απουσίαζαν εκκωφαντικώς από την θεοκρατική μοναρχία του Βυζαντίου. Ούτε δημοκρατία ούτε πολίτες ούτε θεσμική αμφισβήτηση υπήρχαν. Άλλωστε οι βυζαντινοί χριστιανοί Ρωμαίοι είχαν φροντίσει εξ αρχής να τελειώνουν με την δημοκρατία. Ο Ευσέβιος Καισαρείας, υμνητής του ιδρυτή της Νέας Ρώμης, Κωνσταντίνου Α’, και ιδεολογικός απολογητής της μοναρχίας, είχε δηλώσει: «Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα του διαβόλου». Στο Βυζάντιο δεν υπήρχε λόγος και αντίλογος, αλλά πίστη, υπακοή και οχλοκρατικές ανταρσίες. Δεν υπήρχαν πολίτες, αλλά υπήκοοι, (δουλο)πάροικοι, ευνούχοι, δούλοι και δουλοπρεπείς.[8] Όταν οι βυζαντινοί θεολόγοι και οι άλλοι συγγραφείς χρησιμοποιούσαν τον όρο «πολίτης» αναφέρονταν στους υπηκόους και τους πιστούς. Δεν ήξεραν τι σημαίνει δημοκρατία και τι πολίτης. Αυτό δηλώνει την ένδεια της σκέψης και την παρακμή της γλώσσας, αφού η ανυπαρξία ελευθερίας στην έκφραση και στην σκέψη και η άτεγκτη κυριαρχία του μοναδικού θρησκευτικού δόγματος είχε ως αποτέλεσμα ότι επί ένδεκα αιώνες δεν υπήρξε ούτε ένας σημαντικός φιλόσοφος ούτε ένας θεωρητικός της πολιτικής για να επεξεργασθούν τις έννοιες.[9] Υπήρχαν μόνο θεολόγοι, φανατικοί μοναχοί και επίσκοποι που χρησιμοποιούσαν τους όρους κατά το δοκούν. Έτσι,  ο όρος «φιλοσοφία» κατάντησε να σημαίνει τον μοναχισμό! Ο λόγος και το επιχείρημα αντικαταστάθηκαν από την πίστη και το δόγμα.

Παρουσιάζεται λοιπόν το εξής φαινόμενο: ο ευτελισμός των όρων και των εννοιών και η εξαχρείωση των ηθών στο Βυζάντιο οδηγούν τους σημερινούς υποστηρικτές του, ιδίως Νεοέλληνες, στην διαστρέβλωση ή μάλλον στον ευτελισμό του δημοκρατικού πολιτεύματος, από την στιγμή που υποστηρίζουν ότι στο θεοκρατικό μοναρχικό Βυζάντιο υπήρχε δημοκρατία! Απεμπολείται έτσι και βιάζεται στο σύνολό της η πολιτική σκέψη, κλασική και νεωτερική, η οποία διακρίνει σαφώς μεταξύ των διαφόρων πολιτευμάτων, μεταξύ δημοκρατίας, ολιγαρχίας, μοναρχίας και τυραννίδος.[10]

 



[1] Εισαγωγή και συμπλήρωμα για το βιβλίο μου Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο, που κυκλοφόρησε σε 2η έκδοση από τις εκδόσεις Athens School, 2021.

[2] Runciman, Βυζαντινή θεοκρατία, Δόμος, Αθήνα, 1982.

[3] Ο όρος «χυδαίος και αγοραίος λαός» απαντά σε αρκετούς βυζαντινούς και σύγχρονους συγγραφείς, λ.χ. Άννα Κομνηνή, Δούκας, Runciman (Βυζαντινός πολιτισμός, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1979, σ. 216).

[4] Beck, H βυζαντινή χιλιετία, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1992, σ. 72.

[5] Vryonis, «Byzantine Δημοκρατία and the Guilds in the Eleventh Century», Dumbarton Oaks Papers, Vol. 17 (1963).

[6] Είναι γεγονός ότι τα βασανιστήρια, κατοχυρωμένα νομικώς στο Βυζάντιο, ήταν επίσης αποδεκτά κοινωνικώς. Βλ. Δημ. Δελής, «Η εμβάσανη ανάκριση στο Βυζάντιο», Επετηρίς του ΚΕΙΕΔ, τχ. 43, 2011, σ. 94 κ.ε. Παρομοίας σκληρότητας ήταν και οι ποινές: μαστίγωση, γλωσσότμηση, ρινότμηση, αποκοπή χεριών, αποκοπή πέους, τύφλωση, θάνατος στην πυρά. Βλ. «Εκλογή» Ισαύρων, 726 μ.Χ. Και Mango, Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1990, σ. 62.    

[7] Ευτυχώς που ο Βρυώνης δεν αναφέρθηκε στα γεγονότα επί Ιουστινιανού, ο οποίος, όταν το 532 μ.Χ. ο όχλος εξεγέρθηκε («στάση του Νίκα»), δολοφόνησε εν ψυχρώ και «δημοκρατικά» 30.000 άοπλους χριστιανούς εγκλωβισμένους στον Ιππόδρομο. Ούτε αναφέρθηκε σε γεγονότα πιο παλιά, το 390 μ.Χ., όταν ο όχλος της Θεσσαλονίκης εξεγέρθηκε εναντίον της φρουράς. Με απόφαση του αυτοκράτορα Θεοδοσίου ο στρατηγός της πόλης εγκλώβισε τους κατοίκους στον Ιππόδρομο για να παρακολουθήσουν δήθεν ιπποδρομίες και σφαγίασε 7.000 Θεσσαλονικείς, και κατ΄άλλους 15.000! Ούτε φυσικά ο Βρυώνης κάνει λόγο για την εξέγερση των κατοίκων της Θεσσαλονίκης στο διάστημα 1341-1349 μ.Χ., και την ανεξαρτησία από την Κωνσταντινούπολη που κηρύχθηκε από τα κατώτερα και μεσαία στρώματα στα οποία συμπεριλαμβάνονταν ναυτικοί και συντεχνίες. Η εξέγερση στράφηκε κατά των Δυνατών, των αριστοκρατών, κατά της αυτοκρατορικής και εκκλησιαστικής εξουσίας. Όμως τα στρατεύματα των Παλαιολόγων με τη βοήθεια των Τούρκων κατέπνιξαν στο αίμα αυτήν την κοινωνική-πολιτική εξέγερση, που ξέφευγε από τις συνηθισμένες «στάσεις» του ιπποδρομιακού όχλου.    

[8] Βλ. Γ. Ν. Οικονόμου, Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο, Athens School, Αθήνα, 2021, σ. 51 κ.ε. Την δουλοπρέπεια των αυλικών, των συγκλητικών και των υπολοίπων πιστών περιγράφει πολύ ωραία ο Προκόπιος στην Απόκρυφη Ιστορία και ο Μιχαήλ Ψελλός στην Χρονογραφία.

[9] Runciman, Βυζαντινός πολιτισμός, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 1979, σ. 83. Βλ. περισσότερα στο Γ.Ν. Οικονόμου, Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο, Athens School, Αθήνα, 2021.    

[10] Ηρόδοτος, Δημόκριτος, Θουκυδίδης, Πλάτων, Αριστοτέλης, Δημοσθένης, Ευριπίδης, Πολύβιος, Πλούταρχος, Κικέρων και οι νεωτερικοί Σπινόζα, Χομπς, Λοκ, Μοντεσκιέ, Ρουσσώ κ.ά.  

Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ ΣΤΗΝ ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 25 Ιουνίου 2021]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας

 

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ

 

Hannah Arendt

ΚΡΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εισαγωγή-Μετάφραση: Άννα Δαμιανίδη, Δημήτρης Ψυχογιός

Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2020.

 

            Η Χάνα Άρεντ δεν έχει ανάγκη συστάσεων και ούτε είναι δυνατόν στο παρόν σύντομο κείμενο να αναδειχθεί επαρκώς η αξία της σκέψης της. Μπορώ όμως να ασχοληθώ με κάποια στοιχεία της παίρνοντας αφορμή από την προβληματική ελληνική Εισαγωγή που υπάρχει στο εν λόγω βιβλίο. Επί τη ευκαιρία να σημειωθεί η συνήθεια στις ελληνικές εκδόσεις να προτάσσονται εισαγωγές που αρκετές φορές είναι άσχετες και παραπλανητικές ως προς τις απόψεις του ίδιου του παρουσιαζόμενου στοχαστή.

            Στο παρόν βιβλίο, κατ’ αρχάς είναι λανθασμένη η μετάφραση του πρωτότυπου αγγλικού τίτλου Crises of the Republic, διότι Republic δεν σημαίνει δημοκρατία αλλά το δυτικό αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, γνωστό και ως κοινοβουλευτισμός. Οι Άγγλοι, οι Αμερικανοί, οι Γάλλοι, οι Ιταλοί για την δημοκρατία έχουν την κατάλληλη λέξη Democracy, Démocratie, Democracia Θα μπορούσε λοιπόν να είχε μεταφρασθεί ως «Κρίσεις του κοινοβουλευτισμού». Οι μεταφραστές συνεχίζουν την λανθασμένη μετάφραση που έχει επιβληθεί δίκην συνηθείας, και εξομοιούται με ιδεολογική διαστρέβλωση, αφού η Republic ιδρύθηκε από τους αστούς της νεωτερικότητας συνειδητώς ως αντίθεση στη δημοκρατία, στην άμεση δημοκρατία. Άλλωστε στο βιβλίο αυτό η Άρεντ αναφέρεται στην παρακμή του κομματικού συστήματος αντιπροσώπευσης, στις κρίσεις του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, όχι της δημοκρατίας. Η σύγχυση επιτείνεται και στην Εισαγωγή του Δημήτρη Ψυχογιού που χρησιμοποιεί λανθασμένα την έκφραση «κοινοβουλευτική δημοκρατία» προκειμένου να δηλώσει τον κοινοβουλευτισμό, αγνοώντας την αντιφατικότητα των δύο όρων. Η σωστή έκφραση είναι «κοινοβουλευτική ολιγαρχία».   

Δεν είναι το μόνο προβληματικό στοιχείο. Ο Ψυχογιός παρερμηνεύοντας την ανάλυση της Άρεντ  για την δημόσια σφαίρα παρερμηνεύει και την αθηναϊκή δημοκρατία προσπαθώντας να δείξει ότι δεν υπήρχε ενδιαφέρον και μεγάλη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά και οι πολίτες «προτιμούσαν τις ιδιωτικές συζητήσεις από τις δημόσιες (…) την απολιτική αγορά από την πολιτική εκκλησία του δήμου». Τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτει δεν αποδεικνύουν πολλά πράγματα και τα έχω ανασκευάσει αλλού.[1] Όμως αξίζει να αναφέρω ότι πολλοί ερευνητές έχουν τονίσει πως ουδέποτε στην ανθρώπινη ιστορία υπήρξε λαός που να είναι τόσο πολιτικός (και φιλοσοφικός), που να έχει ανάγκη τόσο πολύ την πολιτική, τον λόγο (και την φιλοσοφία), όσο ο Αθηναίοι της κλασικής εποχής. Το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των πολιτών εκδηλώθηκαν σε όλη την ιστορία της αθηναϊκής δημοκρατίας, από τον Σόλωνα και την ίδρυσή της επί Κλεισθένη μέχρι το τέλος της. Αυτά ήταν άλλωστε τα γενεσιουργά αίτια της δημοκρατίας.

Ούτε από την ανάλυση της Άρεντ συνάγεται ότι οι Αθηναίοι προτιμούσαν την αγορά από την εκκλησία. Η  Άρεντ στην Ανθρώπινη κατάσταση, γράφει ότι ο χώρος της πόλεως αποτελούσε την σφαίρα της ελευθερίας, και η ελευθερία εντοπιζόταν αποκλειστικώς στην πολιτική σφαίρα, η οποία ταυτίζεται με την δημόσια σφαίρα. Αυτή διαφοροποιείται τόσο από τον «οίκο» όσο και από την «αγορά». Ο «οίκος» είναι η ιδιωτική σφαίρα, ενώ η «αγορά» είναι η ενδιάμεση μεταξύ του «οίκου» και της δημόσιας σφαίρας. Η «αγορά» δεν περιλαμβάνει μόνο την αγορά όπως την ξέρουμε σήμερα, την εμπορική αγορά (market), στην οποία οι άνθρωποι συναντώνται ως παραγωγοί και καταναλωτές προϊόντων, αλλά και άλλες δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στην ιδιωτική σφαίρα ούτε στην δημόσια. Περιλαμβάνει και τις ποικίλες δημόσιες συναντήσεις, φιλοσοφικές αναζητήσεις στους δημόσιους χώρους, στις στοές, στις ρητορικές σχολές, επίσης τις παραστάσεις τραγωδίας και κωμωδίας, τις συζητήσεις στα συμπόσια, στα Γυμνάσια κ.ο.κ. Σε αυτούς τους χώρους δημιουργούνται φιλοσοφικός, πνευματικός και πολιτικός πολιτισμός που είναι αλληλένδετοι με τους συμμετοχικούς θεσμούς της δημοκρατίας.

 

Όσον αφορά στη δημόσια σφαίρα, αυτή είναι εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις για τις κοινές υποθέσεις, θεσπίζονται οι νόμοι, διαμορφώνεται και απονέμεται το δίκαιο, εκλέγονται ή κληρώνονται οι άρχοντες και δίνουν λογαριασμό (λόγον διδόναι). εκεί όπου ασκείται η εξουσία μέσα από θεσμισμένα όργανα (εκκλησία του δήμου, βουλή, πρυτάνεις κ.λπ). Η Άρεντ δεν αναφέρεται στους συγκεκριμένους θεσμούς, όχι επειδή τους αγνοεί ή τους υποτιμά, αλλά επειδή επιλέγει την θεωρητική ανάλυση. Δεν κάνει ιστορία, ούτε ιστορία των θεσμών. Αναφέρεται στην δημόσια σφαίρα γενικώς και θεωρητικώς, δίχως αυτό να σημαίνει πως θεωρεί ως χώρο δημόσιας εμφάνισης μόνο την «αγορά», όπως γράφει ο Ψυχογιός. Να σημειωθεί πως και στο κατ’ εξοχήν δημοκρατικό κείμενο, στον Επιτάφιο, ο Περικλής αναφέρεται στις γενικές αρχές του πολιτεύματος και όχι στους συγκεκριμένους θεσμούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο μεγάλος πολιτικός υποτιμά την αξία των θεσμών και την πολιτική τους σημασία.

Αναφέρει επίσης ο Ψυχογιός τον νόμο του Σόλωνα τον 6ο π.Χ. αι. πριν από την δημοκρατία που αφαιρούσε την ιδιότητα του πολίτη από όποιον δεν συμμετείχε σε μία από τις δύο πλευρές όταν γινόταν στάση στην πόλιν.[2] Θεωρεί τον νόμο «παράξενο», ενώ οι περισσότεροι ερευνητές τον έχουν ερμηνεύσει ως προσπάθεια του νομοθέτη να καταστήσει τους πολίτες ενεργούς και να τους βγάλει από την παθητικότητα και την αδιαφορία. Η ιδέα που υποτείνεται σε αυτόν τον νόμο είναι ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει μία ευνομούμενη πόλις εάν δεν συμμετέχουν άμεσα όλοι οι πολίτες.

Άλλο σημείο προβληματικό της Εισαγωγής, είναι η άποψη ότι η Γερμανοεβραία φιλόσοφος προτείνει ως μοντέλο οργάνωσης το λενινιστικό μπολσεβίκικο κόμμα. Επειδή η Άρεντ αναφέρεται όχι τόσο αρνητικά στον Λένιν όσο στον Στάλιν και γράφει ότι ο Στάλιν «μετέτρεψε την επαναστατική δικτατορία του Λένιν σε πλήρη ολοκληρωτική κυριαρχία» δεν συνεπάγεται ότι είναι λενινίστρια. Ποτέ και πουθενά η Άρεντ δεν πρότεινε λενινιστικό μοντέλο, αφού άλλωστε είναι υπέρ της συμβουλιακής δημοκρατίας που είναι αντίθετη σε όλα τα κόμματα, σε κάθε δικτατορία και γράφει σαφώς ότι «Τα συμβούλια σε αντιδιαστολή με τα επαναστατικά κόμματα και τις θεωρίες, ήταν το μόνο πραγματικό αποτέλεσμα των επαναστάσεων και  εξοντώθηκαν ανελέητα από το Κομμουνιστικό Κόμμα και τον ίδιο  τον Λένιν». Να σημειωθεί πως η συμβουλιακή αντίληψη της Άρεντ δεν είναι αναρχική, όπως γράφει ο Ψυχογιός, αλλά δημοκρατική. Άλλωστε ο ίδιος γράφει πιο κάτω για «συμβουλιακή δημοκρατία».

Αναρωτιέται κανείς τι θα μπορούσε να ήταν μία εισαγωγή σε αυτά τα κείμενα εκτός από τα ιστορικά στοιχεία και τις πληροφορίες για τις ιδιαίτερες συγκυρίες μέσα στις οποίες αυτά γράφτηκαν. Ίσως να διευκρινίσει κάποια συγκεκριμένα ζητήματα. Όμως η παρούσα  Εισαγωγή δεν προσθέτει τίποτε σημαντικό στην κατανόηση των απόψεων της Άρεντ, αντιθέτως δημιουργεί διαστρεβλώσεις και συγχύσεις.



[1] Γ. Ν. Οικονόμου, «Η αθηναϊκή δημοκρατία και οι κριτικοί της», The BooksJournal, τχ. 76, Απρίλιος 2017. Τώρα στο oikonomouyorgos.blogspot.com.

[2] Κακώς η Άρεντ αναφέρει ότι ο νόμος αυτός ίσχυε και τους κλασικούς χρόνους, διότι είχε ατονίσει στα μετέπειτα χρόνια.