Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019

ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΛΕΝΙΝ


[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 30 Αυγούστου 2019]

Γιώργος Ν. Οικονόμου
Δρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας


ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΛΕΝΙΝ


            Τον Ιανουάριο 2019 συμπληρώθηκαν 100 έτη από την άγρια δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ από τα Freikorps, αλλά η ζωή της και οι ιδέες της είναι σχεδόν άγνωστες σε μεγάλο μέρος της Αριστεράς. Ο κύριος λόγος είναι ότι εκπροσωπούσε στο μαρξιστικό κομμουνιστικό κίνημα την αντιαυταρχική αντίληψη, υπερασπιζόταν τις ελευθερίες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, και την πίστη στις δυνατότητες των ίδιων των εργαζομένων - ήταν δηλαδή εντελώς αντίθετη στην λενινιστική αντιδημοκρατική ιδεολογία και μονοκομματική πρακτική. Αυτή η αντίληψη της Λούξεμπουργκ φάνηκε από πολύ ενωρίς, ήδη από το 1904 στο έργο της «Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας»,[1] με την κριτική της στην αυταρχική και υπερσυγκεντρωτική αντίληψη του Λένιν για την οργάνωση και τον ρόλο του Κόμματος, όπως αυτή εκφράσθηκε στο «Ένα βήμα εμπρός, δύο βήματα πίσω» (1904).
            Στο έργο της αυτό η Λούξεμπουργκ επικρίνει δριμύτατα την σιδηρά λενινιστική πειθαρχία στην Κεντρική Επιτροπή, στην οποία υποχρεώνονταν όλα τα μέλη, οργανώσεις και όργανα του Κόμματος. Με τον υπερσυγκεντρωτισμό του Λένιν, όλοι είναι εκτελεστικά όργανα της Κεντρικής Επιτροπής χωρίς καμία αυτονομία και ανεξαρτησία. Αυτήν την τυφλή υπακοή παρομοιάζει η Λούξεμπουργκ με την υπακοή που απαιτεί το καπιταλιστικό εργοστάσιο, ο στρατώνας και ο γραφειοκρατικός μηχανισμός. «Ένα παντοδύναμο κέντρο, γράφει η Λούξεμπουργκ, περιβεβλημένο με απεριόριστο δικαίωμα ελέγχου και επέμβασης, σύμφωνα με το πρότυπο του Λένιν, θα περιέπιπτε σε παραλογισμό, αν η αρμοδιότητά του έφθανε ως τις αποκλειστικά τεχνικές λεπτομέρειες». Έτσι και έγινε.
            Συνεχίζει η Λούξεμπουργκ: «Παραχωρώντας στο διευθυντικό όργανο του κόμματος εξουσίες τόσο απόλυτες, αρνητικού χαρακτήρα, όπως θέλει ο Λένιν, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να δυναμώνει σε πολύ επικίνδυνο βαθμό τη συντηρητικότητα, που φυσικά είναι συμφυής σε αυτό το όργανο». Και: «Ο υπερσυγκεντρωτισμός που υπερασπίζεται ο Λένιν μας φαίνεται εμποτισμένος όχι από θετικό και δημιουργικό πνεύμα, αλλά από το άγονο πνεύμα του νυκτοφύλακα» και οδηγεί στην εξουσία της γραφειοκρατίας και των διανοουμένων επί των εργαζομένων. Όπως και έγινε.
             Σε ένα άλλο προφητικό κείμενό της του 1918, «Κριτική στη ρωσική επανάσταση» η Λούξεμπουργκ ασκεί οξεία κριτική στις πρακτικές του Λένιν που, μετά την αιφνιδιαστική κατάληψη της εξουσίας τον Οκτώβριο 1917 από τους  μπολσεβίκους, είχε εγκαθιδρύσει ένα δικτατορικό καθεστώς - και από τον Ιούλιο 1918 μονοκομματικό -, καταργώντας αυθαιρέτως την νομίμως εκλεγμένη Συντακτική Συνέλευση, ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα, τις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, όλα τα άλλα αριστερά κόμματα, διώκοντας καντέτους, μενσεβίκους, εσέρους και αναρχικούς.
            Η Λούξεμπουργκ ασκεί κριτική στον Λένιν για την αυθαίρετη κατάργηση της Συντακτικής, διότι πίστευε πως τα σοβιέτ θα παρέμεναν δημοκρατικά μόνο σε συνδυασμό με μία ελευθέρως λειτουργούσα Συνέλευση και όχι υπό την δικτατορία ενός κόμματος, του μπολσεβίκικου. Γράφει η Λούξεμπουργκ: «Αλλά το φάρμακο που ανακάλυψαν ο Λένιν και ο Τρότσκυ, η γενική κατάργηση της δημοκρατίας, είναι χειρότερο ακόμα και από την ίδια την αρρώστεια που ήταν να θεραπεύσουν: καταστρέφει αυτήν την ίδια τη ζωντανή πηγή, από την οποία μπορεί να διορθωθεί κάθε φυσική ατέλεια των κοινωνικών θεσμών, την ενεργό, ανεμπόδιστη, δραστήρια πολιτική ζωή όσο το δυνατόν ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων». Επίσης: «Από την κριτική των Λένιν και Τρότσκυ για τους δημοκρατικούς θεσμούς, συμπεραίνεται πως βασικά αρνούνται την εθνική αντιπροσωπεία με γενικές εκλογές και ότι θέλουν να στηριχθούν μόνο στα σοβιέτ. Δεν βλέπουμε τότε τον λόγο που καθιερώθηκε το γενικό εκλογικό δικαίωμα». Καταλήγει η Λούξεμπουργκ: «Λοιπόν και Σοβιέτ, σαν σπονδυλική στήλη και Συντακτική με καθολική ψηφοφορία».
            Όσον αφορά στην κατάργηση των ατομικών ελευθεριών, των εφημερίδων και των κομμάτων γράφει: «Χωρίς γενικές εκλογές, χωρίς απεριόριστη ελευθερία του τύπου και των συγκεντρώσεων, χωρίς ελεύθερη διαπάλη των ιδεών, η ζωή πεθαίνει σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία απομένει το μόνο ενεργό στοιχείο». Έτσι αντί για δικτατορία του προλεταριάτου εγκαθιδρύθηκε δικτατορία του Κόμματος: «Υπάρχει λοιπόν στο βάθος μία κυβέρνηση κλίκας, μία δικτατορία είναι αλήθεια, όχι όμως η δικτατορία του προλεταριάτου, όχι: η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών, δηλαδή μία δικτατορία με την αστική έννοια και με την έννοια της ιακωβίνικης κυριαρχίας».
            Η Λούξεμπουργκ ήταν εναντίον της ιακωβίνικης αντίληψης του Λένιν και πίστευε ότι το πιο σημαντικό είναι η άμεση και αυτόνομη δράση των ανθρώπων, διότι χάρη σε αυτήν αποκτούν την αίσθηση των πολιτικών ευθυνών. ‘Εδινε προτεραιότητα στη δραστηριότητα των ίδιων των εργαζομένων, που έχουν το δικαίωμα να κάνουν λάθη, διότι έτσι εκπαιδεύονται και μαθαίνουν. Θεωρούσε πως τα λάθη που έγιναν από το κοινωνικό κίνημα, είναι πιο γόνιμα και πιο πολύτιμα από το «αλάθητο» της καλύτερης Κεντρικής Επιτροπής. Για την Λούξεμπουργκ το καθοριστικό στοιχείο ήταν το κοινωνικό πλήθος, ενώ για τον Λένιν το Κόμμα. Δυστυχώς επιβλήθηκαν πραξικοπηματικά οι ανελεύθερες απόψεις και δικτατορικές πρακτικές του Λένιν και οδήγησαν ένα κίνημα, που είχε ξεκινήσει με τις καλύτερες προϋποθέσεις τον Φεβρουάριο 1917, στον ολοκληρωτισμό. 
            Οι διαγνώσεις της «κόκκινης Ρόζας» ήταν καίριες και επαληθεύθηκαν από την Ιστορία.


[1] Τα δύο κείμενα της Λούξεμπουργκ, στα οποία αναφέρομαι εδώ, υπάρχουν στο Ρόζα Λούξεμπουργκ, Όλα τα έργα, τόμος Α’, μτφρ. Α. Στίνα, Υδροχόος, Αθήνα, 1972.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου