Σάββατο, 8 Μαΐου 2021

ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡΙΑΝΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ

 

[Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 7 Μαΐου 2021]

 

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, δοκιμιογράφος

oikonomouyorgos.blogspot.com

 

ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΑΪΝΤΕΓΚΕΡΙΑΝΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ

 

Για το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχισμένου

Καστοριάδης εναντίον Χάιντεγκερ

Χρόνος και ύπαρξη

Αυτολεξεί, Αθήνα, 2020.

             

Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα στο χώρο της φιλοσοφίας είναι ο Γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ (1889-1976), κυρίως για την προσχώρησή του από νωρίς στον ναζισμό και την υποστήριξή του σε αυτόν με πράξεις και κείμενα, την οποία ποτέ δεν αποκήρυξε μεταπολεμικά. Για την πλευρά αυτή του Χάιντεγκερ έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία στο εξωτερικό, αλλά στην Ελλάδα είναι σχεδόν ανύπαρκτα, ούτε καν το αρχικό βιβλίο του Victor Farias (1987), που πυροδότησε τις σχετικές συζητήσεις. Από την άλλη όμως και η φιλοσοφία του αποτέλεσε αντικείμενο κριτικής από αρκετούς στοχαστές. Ο Κώστας Αξελός λ.χ., που γνώρισε από κοντά τον ναζιστή στοχαστή, τον χαρακτηρίζει «αινιγματικό», ο Σαρτρ ονομάζει «βάρβαρο» το ύφος με το οποίο αυτός προσεγγίζει τα μεγάλα οντολογικά προβλήματα, ο Κονδύλης τον θεωρεί υπερτιμημένο, ενώ ο Κορνήλιος Καστοριάδης του ασκεί καταλυτική κριτική. Αυτήν την κριτική παρουσιάζει ο Αλέξανδρος Σχισμένος στο παρόν πόνημά του.  

O Χάιντεγκερ στο μείζον έργο του Είναι και Χρόνος (1927) γράφει ότι σκοπός του «είναι η συγκεκριμένη επεξεργασία του ερωτήματος για το νόημα του Είναι. Προσωρινός σκοπός είναι να ερμηνεύσει τον χρόνο ως το μπορετό ορίζοντα οποιασδήποτε κατανόησης του Είναι». Είναι εμφανές ότι έτσι εισερχόμαστε στην καρδιά της οντολογίας. Η προσέγγιση της χαϊντεγκεριανής οντολογίας είναι δύσκολη διότι, βρίθει εξεζητημένων νεολογισμών, ετυμολογικών ακροβασιών και ασαφών διατυπώσεων, που σχηματίζουν ένα σχεδόν κλειστό σύστημα, του οποίου δεν είναι ευκρινής η σημασία για την γνώση της πραγματικότητας, για την κατανόηση του κόσμου και της ζωής. Χρειάζεται επομένως κάποιος οδηγός για την κατανόησή του και ο Σχισμένος έχει αφετηρία και οδηγό τον Καστοριάδη. Δεν υπάρχει καλύτερος οδηγός, γιατί στον χαϊντεγκεριανό λαβύρινθο αρκετοί είναι αυτοί που χάθηκαν.

Ασφαλώς η κριτική της μεταφυσικής είναι ένα από τα θετικά στοιχεία της θεωρίας του Χάιντεγκερ και προσθέτει μία κατάθεση στην τράπεζα των άλλων κριτικών (βλ. Π. Κονδύλης, Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη). Όμως ο Γερμανός φιλόσοφος στη συνέχεια ξαναγύρισε στον θεό και μάλιστα με σωτηριολογική απόχρωση («Μόνο ένας θεός μπορεί να μας σώσει»). Αναρωτιέται κανείς γιατί αυτή η παλινωδία. Το βασικό όμως ερώτημα, το οποίο έθεσαν άλλωστε αρκετοί, είναι: ποια είναι η σχέση της φιλοσοφίας του με την προσχώρησή του στον ναζισμό; Αρκετοί τεκμηρίωσαν ότι υπάρχει απόλυτη συνάφεια μεταξύ των δύο.

Ο Καστοριάδης δεν συζητά άμεσα αυτήν την σχέση, αλλά αντιμετωπίζει ευθέως τον ναζιστή στοχαστή, δηλαδή φιλοσοφικά. Στα βασικά ζητήματα που θέτει ο Χάιντεγκερ για το Είναι, αντιλέγει ότι αυτά είναι δευτερεύοντα, αφού προέχει η βασική ερώτηση της φιλοσοφίας: Τι πρέπει να σκέπτομαι; Τι πρέπει να σκέπτομαι για το ον, τη φύση, για την πόλιν και την δικαιοσύνη, για την ίδια μου τη σκέψη. Διαφωνεί επίσης ο Καστοριάδης με την χαϊντεγκεριανή «οντολογική διαφορά» ανάμεσα στο Είναι και στα όντα, επισημαίνοντας ότι από την αρχαιότητα το Είναι βρίσκεται πάντοτε σε συνάφεια με τα όντα - το Είναι των όντων. Άρα και αυτό που προσάπτει ο Χάιντεγκερ στην παραδοσιακή φιλοσοφία για την «λήθη του Είναι», «λήθη» που υποτίθεται επήλθε μετά από τους προσωκρατικούς, είναι λανθασμένο.  Στη βάση αυτή είναι αστήρικτη η επηρμένη δήλωσή του για το «τέλος της φιλοσοφίας», η οποία οφείλεται μάλλον στα δικά του αδιέξοδα που τα πρόβαλε στην φιλοσοφία.

Επισημαίνει επίσης ο Καστοριάδης τις διαστρεβλώσεις του  Χάιντεγκερ στους Έλληνες φιλοσόφους και στους τραγικούς ποιητές, στην προσπάθειά του να στηρίξει τις απόψεις του. Το ίδιο διαπράττει και σε  μεταγενέστερους (λ.χ. τον Holderlin). Η συμπεριφορά αυτή είναι αντάξια ενός αυταρχικού στις αντιλήψεις ανθρώπου που νομίζει ότι μπορεί να είναι η αυθεντία και η αλήθεια. Γράφει ο Καστοριάδης ότι ο Χάιντεγκερ παρουσιάζει το περίεργο θέαμα ενός φιλοσόφου, ο οποίος αν και μιλάει ακατάπαυστα για τους αρχαίους Έλληνες, εν τούτοις στη σκέψη του υπάρχουν «μαύρες τρύπες στη θέση της πόλεως, του έρωτα και της ψυχής». Αν και ο Καστοριάδης δεν εξηγεί αυτή την θέση μπορεί να διαπιστωθεί σε πολλά σημεία του Είναι και Χρόνος. Διαπιστώνεται λ.χ. στη φράση: «Αυτό τούτο το Είναι είναι εκείνο, για το οποίο νοιάζονται εκάστοτε τα όντα». Από αυτή τη φράση συναπάγεται πως χαρακτηριστικό του ανθρώπου δεν είναι η επιθυμία, η γνώση, ο έρωτας ούτε η αλήθεια, η πολιτική και η ελευθερία - μόνο η σχέση του με το Είναι ορίζει την ουσία του.

Για τον Καστοριάδη, αντιθέτως, τα στοιχεία που παρακάμπτει ο Χάιντεγκερ έχουν μεγάλη σημασία. Στα στοιχεία αυτά, που συμβαίνουν μέσα στο κοινωνικο-ιστορικό πεδίο, υπεισέρχεται το θέμα του χρόνου. Εδώ βρίσκεται ένα κομβικό σημείο της κριτικής του Καστοριάδη, διότι όταν ο Χάιντεγκερ εκλαμβάνει το Είναι ως πεπρωμένο, καταργεί τον χρόνο. Προβληματικό είναι επίσης το ότι εκλαμβάνει το Είναι αρχικώς ως παρουσία, ως διαρκή παρουσία, ενώ στα μετέπειτα γραπτά του κάνει λόγο για απόσυρση του Είναι και την αδύνατη έλευσή του, έλευση η οποία αναμένεται μετά την πρώτη εμφάνισή του στους προσωκρατικούς. Ο  Καστοριάδης εκλαμβάνει το Είναι ως δημιουργία, ως ανάδυση νέων οντολογικών ειδών και μορφών, νέων θεσμών και σημασιών  στον κοινωνικο-ιστορικό κόσμο. Αυτή η θέση προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει πεπρωμένο ούτε διαρκής παρουσία ή απουσία τού Είναι, αλλά εναλλαγή απουσίας και παρουσίας, σημαίνει ότι υπάρχει δημιουργία από το μη ακόμη υπάρχον, από το μηδέν (εκ του μη όντος εις το όν). Η θέση αυτή υπονοεί μία διαφορετική αντίληψη περί χρόνου. Και εδώ βρίσκεται ένα θεμελιώδες σημείο στο οποίο επικεντρώνει την ανάλυσή του ο Σχισμένος.

            Ο χρόνος για τον Καστοριάδη είναι θεσμισμένος, δημιούργημα της κοινωνίας, είναι κοινωνικός χρόνος και ιστορικός, είναι ανάδυση του νέου και της ετερότητας. Ο χρόνος ως δημιουργία βρίσκεται στην τέχνη, στον έρωτα, στην ψυχή, στην πόλιν και δη την δημοκρατική και στην πολιτική με την δημοκρατική έννοια. Βρίσκεται δηλαδή στα πεδία με τα οποία δεν ασχολείται ο Χάιντεγκερ. Γενεσιουργός παράγων σε όλα αυτά είναι η φαντασία, η οποία συγκαλύπτεται από τον Χάιντεγκερ, όπως και από όλη την παραδοσιακή φιλοσοφία

            Αν λοιπόν υπάρχει λήθη στην παραδοσιακή σκέψη, αυτή είναι η λήθη της φαντασίας, η λήθη της πολιτικής, του πολίτη, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του χρόνου ως δημιουργίας. Γι’ αυτήν την ουσιαστική λήθη ευθύνεται τα μάλα και ο Χάιντεγκερ. Για τον Καστοριάδη η «χαϊντεγκεριανή φιλοσοφία και οι επίγονοί της δεν είναι παρά εκφράσεις της γενικότερης τάσης προς την αποσύνθεση του δυτικού πολιτισμού, δηλαδή της τάσης που απειλεί να αφανίσει το πρόταγμα της αυτονομίας». Τις απόψεις αυτές υιοθετεί και ο Σχισμένος, επιτυγχάνοντας να κάνει ευκρινέστερη την κριτική του Καστοριάδη στον Heidegger, ιδίως στο ζήτημα του χρόνου.

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου